Πριν λίγες μέρες ήρθε στη δημοσιότητα η «πρόσκληση – έκκληση» 58 προσωπικοτήτων από τον χώρο της κεντροαριστεράς, με στόχο, όπως τονίζεται, η ανασυγκρότηση του χώρου. Πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, συγγραφείς, εκπαιδευτικοί και άλλοι, που στην πλειοψηφία τους ανήκουν ιδεολογικά (κάποιοι και πρακτικά) στο ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, καλούν σε συστράτευση των δυνάμεων του κεντροαριστερού χώρου.

Μετά από 30 περίπου χρόνια διακυβέρνησης αυτής της χώρας (για το ΠΑΣΟΚ) και από μία αποτυχημένη «ναι σε όλα αλλά με ισοδύναμα» θητεία ως κυβερνητικός εταίρος (για τη ΔΗΜΑΡ), οι συνυπογράφοντες το κείμενο καλούν -και- τα δύο αυτά κόμματα ώστε να ανασυγκροτήσουν αυτό που οι ίδιοι ουσιαστικά έχουν καταστρέψει.

Με ασαφείς αναφορές σε μία «Ευρώπη που αναζητά την προοπτική της», σαν η Ευρώπη να είναι ένα μικρό παιδάκι που έχασε το δρόμο για το σπίτι, η πιο ακραία νεοφιλελεύθερη μνημονιακή Ευρώπη παρουσιάζεται άμοιρη ευθυνών, ενώ προβάλλεται σαν πανάκεια η «προοδευτική ευρωπαϊστική πολιτική» η οποία φυσικά δεν εξηγείται. Είναι η εντελώς αποτυχημένη σοσιαλδημοκρατία του Ολάντ -συμμάχου του ΠΑΣΟΚ στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα- που έχει οδηγήσει την ακροδεξιά στη Γαλλία σε πρωτοφανή άνοδο ή μήπως η σοσιαλδημοκρατία της Γερμανίας, που αποτελεί πλέον μόνιμο δεκανίκι στις κυβερνήσεις με τη Μέρκελ;

Η ίδια ασαφής τακτική ωστόσο ακολουθείται και για τις κυβερνήσεις της Ελλάδας όλα αυτά τα χρόνια. Αφού προαναγγέλλεται το τέλος των μνημονίων (αλήθεια το 4ο μνημόνιο τελικά θα πάρει άλλη ονομασία;) γίνεται αναφορά στο «τραύμα της εθνικής πόλωσης» για το οποίο θα χρειαστεί «πολύ κουράγιο και συμφιλιωτική επιμονή απ’ όλες τις πλευρές για να ξεπεραστεί». Αφού λοιπόν αυτοί που διακυβέρνησαν τη χώρα όλα αυτά τα χρόνια (λάθη και μετριότητα των κυβερνητικών χειρισμών είναι ο μετριοπαθής χαρακτηρισμός που τους δίνουν) ολοκληρώσουν το καταστροφικό τους έργο και ξεπουλήσουν κάθε σπιθαμή αυτού του τόπου, θα έρθει η ώρα για την εθνική συμφιλίωση, γιατί γίνεται Έλληνας να τουφεκάει Έλληνα;

Άλλο που κάποιοι Έλληνες -μαζί και οι υπογράφοντες το κείμενο- όλα αυτά τα χρόνια υπήρξαν υπέρμαχοι των μνημονίων και των φιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας ή έστω υπέρμαχοι της λογικής «αφού δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, ας δούμε τη θετική του πλευρά και ας κάνουμε την κρίση ευκαιρία». Δεν πάει ούτε εβδομάδα που η «εξοργισμένη» Σώτη Τριανταφύλλου άπλωνε ασπίδα σωτηρίας στον κύριο «Μαζί τα φάγαμε» απέναντι στον αήθη κατά την άποψή της Γιώργο Κατρούγκαλο. Θα πει βέβαια κανείς, τους συμμάχους μας πρέπει να τους στηρίζουμε όταν δέχονται επιθέσεις, οπότε υπό αυτό το πρίσμα η Σώτη παρουσιάστηκε αλληλέγγυα στον «σύντροφό» της.

Προχωρώντας στο κείμενο, διατυπώνεται ακόμα ένα στερεότυπο που έχουν προσπαθήσει -και ως φαίνεται έχουν καταφέρει- να καθιερώσουν τόσο οι κυβερνώντες όσο και τα ΜΜΕ σχετικά με την περηφάνια του Έλληνα. Ο Έλληνας μπορεί να έχει υποστεί ό,τι έχει υποστεί, αλλά είναι περήφανος («Η κρίση μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα πατριωτική υπερηφάνεια»), κυρίως όμως άτυχος.

Δεν είναι ότι τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα εφαρμόζονται με επιτυχία οι προσταγές της σχολής του Σικάγο, είναι αυτό που λέμε «η κακιά στιγμή». Έτυχε και ήταν ο καημένος ο Έλληνας αυτός που υπέστη το μένος της Ευρώπης (άτυχοι γιατί στη δύσκολη στιγμή βρήκαν απέναντι τους μια Ευρωπαϊκή Ένωση αιφνιδιασμένη, μυωπική, συντηρητική, διαιρεμένη και αναδιπλωμένη στους εθνικισμούς της).

Βεβαίως δεν λείπουν οι αυτοπροσδιορισμοί του εγχειρήματος (ιστορική παράταξη της σοσιαλδημοκρατίας, της δημοκρατικής αριστεράς, του φιλελεύθερου κέντρου, όλου του κεντροαριστερού χώρου) όπως όμως και οι προσδιορισμοί για τους άλλους. Έχοντας στο παρελθόν εξαπολύσει επιθέσεις σε οτιδήποτε αριστερό, κοινωνικό, ουμανιστικό, (και έχοντάς το πολεμήσει μέσω των αντιπροσώπων τους στη Βουλή) οι υπογράφοντες το κείμενο επιτίθενται με μένος στη «δημαγωγική, εθνολαϊκιστική και νεοκομμουνιστική» αριστερά, δείχνοντας με το δάχτυλο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η κριτική βεβαίως προς τη δεξιά θα χαρακτηρίζονταν και σαν «χάδι», ωστόσο δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Τα τελευταία χρόνια άλλωστε μαζί κυβερνούν, τις ίδιες πολιτικές λιτότητας ψηφίζουν, τον ίδιο δημόσιο λόγο έχουν. Όπως έχει πει και ο Θ. Πάγκαλος «τα μνημόνια είναι ευλογία για τον τόπο». Να τα βάλουμε με αυτούς που τα ψηφίζουν; Να τα βάλουμε με τους εαυτούς μας δηλαδή;

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι από την πρώτη στιγμή έσπευσαν να «αγκαλιάσουν» το εγχείρημα τόσο ο Κώστας Σημίτης, όσο και ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Ειδικά ο τελευταίος θα «αγκάλιαζε» οποιαδήποτε προσπάθεια είχε σαν στόχο τη νεκρανάσταση του κόμματός του. Έστω και με διαφορετικό περιτύλιγμα.

Το αν θα έχει επιτυχία το νέο αυτό εγχείρημα είναι εξαιρετικά αμφίβολο, καθώς η ιστορία έχει δείξει ότι όσο και να ανακυκλώνονται τα ίδια υλικά, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Μπορεί να πάρει άλλο όνομα, άλλο σχήμα, άλλη μορφή,  το περιεχόμενο όμως θα παραμείνει ίδιο. Και θα παραμείνει αυτό, χάρη στο οποίο οδηγηθήκαμε ως εδώ.

Υ.Γ. Σε ολόκληρο το κείμενο δεν υπήρξε η παραμικρή αναφορά σε άστεγους, απολυμένους, στην επισφάλεια, την ανασφάλιστη εργασία. Μία φορά μόνο αναφέρθηκε η «ανεργία». Μάλλον οι ενοχλητικοί αυτοί χαρακτηρισμοί ταιριάζουν περισσότερο στους losers και όχι στο λαμπερό φιλοσοφημένο πρότυπο του διανοούμενου που έχουν επιλέξει για τον εαυτό τους.

Σχόλια

X