Ένας Έλληνας πάει στην πρεσβεία να ζητήσει βίζα εργασίας για την Αυστραλία.
«Γιατί θέλετε να φύγετε;», τον ρωτάει ο υπάλληλος.
«Για δύο λόγους», απαντάει ο Έλληνας. «Ο πρώτος είναι ότι φοβάμαι ότι η Ελλάδα θα φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και αυτό θα οδηγήσει τη χώρα σε φτώχεια και χάος…»
«Ναι, αλλά…», τον διακόπτει ο υπάλληλος, «αυτό δεν ισχύει! Η Ελλάδα θα παραμείνει στην Ευρώπη και θα δείξει σύνεση στην οικονομική πολιτική».
«Σωστά. Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που θέλω να φύγω», απάντησε ο Έλληνας ήρεμα.

Είναι λοιπόν και οι δύο λύσεις οι χείριστες;

Έχει έρθει η στιγμή να ξεφύγουμε από άσχετες διαμάχες και πιθανά λάθη που έχουν συμβεί και να προχωρήσουμε. Τα στοιχήματα που παίζονται είναι πολύ μεγαλύτερα.

Την τελευταία στιγμή πάντα για κάποιο λόγο, η συμφωνία διαφεύγει μεταξύ των διαπραγματεύσεων που συμβαίνουν μεταξύ της Ελλάδας και των Ευρωπαϊκών Θεσμών. Γιατί άραγε; Στην πραγματικότητα δεν μιλάμε για οικονομικά θέματα. Η Ευρώπη κατηγορεί τους Έλληνες, ότι μιλάνε σε γενικές γραμμές, με αόριστες υποσχέσεις, χωρίς λεπτομέρειες, ενώ οι Έλληνες κατηγορούν την Ευρώπη ότι προσπαθεί να ελέγξει τα πάντα σε απίστευτη λεπτομέρεια και να επιβάλλει συνθήκες μεγαλύτερης λιτότητας από εκείνες που εφάρμοσε η προηγούμενη κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός της χώρας μας, Αλέξης Τσίπρας, ανέφερε πως αν βρισκόταν μόνος του με την Μέρκελ σε ένα δείπνο, θα μπορούσε να βρει μια συμφωνία σε δύο ώρες. Ουσιαστικά, ήθελε να τονίσει πως οι δύο πολιτικοί θα έβλεπαν τη διαφωνία τους ως μια όντως πολιτική διαφωνία, εν αντιθέσει με τους λοιπούς τεχνοκράτες που επηρεάζουν τώρα, όπως ο αρχηγός του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ. Το μότο του Ντάισελμπλουμ είναι: «Εάν δω τα πράγματα από την ιδεολογική πλευρά τους, δεν πρόκειται να πετύχω τίποτα».

Και κάπου εδώ φτάνουμε στην καρδιά του ζητήματος. Ο Τσίπρας και ο πρώην υπουργός οικονομικών, Γιάνης Βαρουφάκης, συνομιλούν σαν να βρίσκονται σε έναν ανοιχτό πολιτικό διάλογο με αποφάσεις που τελικά πρεσβεύουν τις ιδεολογίες τους, ενώ οι τεχνοκράτες της ΕΕ συνομιλούν με μια σειρά λεπτομερών και κανονιστικών μέτρων. Όταν οι Έλληνες απορρίπτουν αυτήν την προσέγγιση και ανάγουν στο προσκήνιο πιο πολιτικά ζητήματα, κατηγορούνται πως είναι ψεύτες, πως αποφεύγουν να βρουν λύσεις κ.ο.κ. Η αλήθεια εδώ βρίσκεται στο μέρος της Ελλάδας. Η πλήρης άρνηση του Ντάισελμπλουμ να δει το ιδεολογικό υπόβαθρο των ελληνικών προτάσεων, είναι απλά μια δική του προσπάθεια να φανεί ως ένας εμπειρογνώμονας στην θέσπιση μεταρρυθμίσεων, αποδίδοντας την υποτιθέμενη επιτυχία του στη δική του ιδεολογία.

Μαζί με αυτή την αντίφαση, ο διάλογος μεταξύ των Ελλήνων και των εταίρων συχνά θυμίζει ένα διάλογο μαθητών, που διαφωνούν σε βασικά ζητήματα, με έναν αλαζόνα καθηγητή, ο οποίος τους αγνοεί και υποτιμά την ουσία της ερώτησης, μένοντας προσκολλημένος μόνο σε τεχνικά ζητήματα (Δε το έκανες σωστά αυτό! Δε πήρες υπόψη σου αυτόν τον περιορισμό! Σε 5 μέρες πρέπει να έχεις την απάντηση!). Ή θα μπορούσε να είναι ένας διάλογος μεταξύ ενός θύματος βιασμού που προσπαθεί να καταθέσει το συμβάν σε έναν αστυνομικό, ενώ αυτός τη διακόπτει συνέχεια για να της ζητήσει λεπτομέρειες για τα στοιχεία της μόνο.

Τι θέλει να μας πει λοιπόν όλη αυτή η ασάφεια και η προσπάθεια εκλογίκευσης των συζητήσεων μεταξύ των πολιτικών και των «λεπτομερών» διαχειριστών; Οι στρατηγικές αποφάσεις που βασίζονται στην εξουσία κρύβονται όλο και περισσότερο πίσω αυτά τα «λεπτομερή χαρακτηριστικά». Επίσης, συζητιούνται μόνο εσωτερικά και συνήθως υλοποιούνται χωρίς τη δημοκρατική συναίνεση του λαού. Η μάχη που γίνεται είναι μια μάχη για την ευρωπαϊκή οικονομία και για την πολιτική καθοδήγηση που θα επακολουθήσει. Οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις θέλουν να αναδείξουν μια τεχνοκρατική πολιτική που έχει κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια.

Ο Eliot, στο βιβλίο “Notes Towards a Definition of Culture” έλεγε πως υπάρχουν στιγμές που οι μόνες σου επιλογές είναι μια αίρεση ή να είσαι άθρησκος, ενώ ο μόνος τρόπος να κρατήσεις την θρησκεία σου ζωντανή είναι να τη διασπάσεις από το κύριο σώμα της. Η κατάσταση της Ελλάδας είναι κάπως έτσι. Ο ΣΥΡΙΖΑ, η νέα αυτή «αίρεση» μπορεί να σώσει ό,τι αξίζει να κληρονομηθεί από την ευρωπαϊκή κουλτούρα: τη δημοκρατία, την εμπιστοσύνη, την αλληλεγγύη, την ισοτιμία. Εάν η Ευρώπη ανατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε θα είναι μια Ευρώπη που δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις αξίες.

Σε έναν «ιδανικό κόσμο» των τεχνοκρατών, η Ευρώπη διώχνει την ανούσια για αυτούς φωνή του 61% της Ελλάδας και καταφέρνει να περάσει όλα τα απαραίτητα οικονομικά μέτρα που θέλουν όλοι οι ειδικοί. Το πρόβλημα είναι πως αυτοί οι ειδικοί δεν υπάρχουν, είναι αποκούμπι της φαντασίας μας και η μόνη λογική που υπάρχει πίσω από αυτούς είναι αυτή του «επεκτείνω και υποδύομαι». Επεκτείνω την περίοδο αποπληρωμής και υποδύομαι πως κάποια στιγμή θα πάρω τα χρήματα μου πίσω.

Γιατί λοιπόν αυτά τα πλάσματα της φαντασίας μας είναι τόσο επίμονα και πεισματάρικα; Δεν είναι μόνο γιατί αυτό το παραμύθι θα κάνει την επέκταση του χρέους πιο αποδεκτή στους Γερμανούς ψηφοφόρους, αλλά μια διαγραφή του χρέους θα κάνει την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία να έχουν ίδιες απαιτήσεις. Είναι που δεν θέλουν το χρέος να αποπληρωθεί τελείως. Αυτοί που δίνουν τα δάνεια κατηγορούν τις χώρες που δάνεισαν, γιατί δε νιώθουν αρκετά ένοχες για τη συμπεριφορά τους. Η συμπεριφορά τους θα μπορούσε να ταιριάζει τέλεια με τον ψυχαναλυτικό όρο του «υπερεγώ». Ο Φρόυντ έλεγε ότι το παράδοξο του υπερεγώ είναι πως όσο πιο πολύ υπακούμε, τόσο πιο ενοχικοί νιώθουμε. Γενικά, ακόμα και οι ΗΠΑ δε θα μπορέσουν ποτέ να ξεχρεώσουν το χρέος τους. Το θέμα αλλάζει με το είδος των δανειστών και των οφειλετών. Υπάρχουν οφειλέτες που εκβιάζουν τους δανειστές τους γιατί δεν επιτρέπεται να πτωχεύσουν (βλέπε τράπεζες), οφειλέτες που μπορούν να ελέγξουν τις συνθήκες αποπληρωμής (βλέπε ΗΠΑ) και οφειλέτες που μπορούν να επιδειχθούν και να ταπεινωθούν (βλέπε Ελλάδα).

Οι δανειστές κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ που δε νιώθει αρκετά ένοχος και αντιθέτως, νιώθει αθώος. Τους ενοχλεί που οι Έλληνες έχασαν την αίσθηση του υπερεγώ. Ο Βαρουφάκης στις συνδιαλλαγές του έλεγε συνέχεια πως κατανοεί το βάρος του χρέους, αλλά έλεγε λογικά, πως εφ’ όσον η ευρωπαϊκή πολιτική δε λειτούργησε, πρέπει να βρεθεί μια άλλη λύση. Παραδόξως, ο Βαρουφάκης και ο Τσίπρας επεσήμαναν πολλές φορές πως η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη ευκαιρία που έχουν για να πάρουν πίσω μέρος των χρημάτων τους οι δανειστές. Γιατί οι τράπεζες να δίνουν χρήματα στην Ελλάδα και να συνεργάζονται με ένα πελατειακό κράτος, ενώ ήξεραν πολύ καλά πως είχαν τα πράγματα; Η Ελλάδα δεν θα ήταν ποτέ τόσο υπερχρεωμένη χωρίς τη συγκατάθεση του δυτικού κόσμου. Η κύρια απειλή δεν είναι οι Βρυξέλλες, αλλά η ίδια η Ελλάδα, με τις πελατειακές συμπεριφορές και τη διαφθορά που τη κατακλύζει. Γιατί, λοιπόν, θα έπρεπε να κατηγορηθεί η γραφειοκρατία της ΕΕ, εάν επικρίνει την Ελλάδα για την αναποτελεσματικότητα και τη διαφθορά, ενώ στηρίζει τις πολιτικές δυνάμεις που την έφεραν ως εκεί;

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να σπάσει αυτό το φράγμα και να ακολουθήσει μια διαφορετική τακτική. Κανένα έλλειμμα, αυστηρή πειθαρχία και συγκέντρωση χρημάτων μέσα από φόρους. Τελικά μιλάμε για τόσο ριζοσπαστικούς όρους που θα λειτουργούσαν σε ένα άλλο σύμπαν από το δικό μας; Επαναλαμβάνεται συνέχεια στα μέσα το πόσο μέτρια είναι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, όπως οι παλιοί σοσιαλοδημοκράτες, πως χάνει το στόχο του. Αν το επαναλάβουμε πολλές φορές, μπορεί οι Ευρωκράτες να καταλάβουν πως δεν είμαστε επικίνδυνοι τελικά και μπορεί να μας βοηθήσουν. Το κάνουν όμως γιατί είμαστε επικίνδυνοι για αυτούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ απειλεί τον προσανατολισμό της Ευρώπης, τον παγκόσμιο καπιταλισμό που δεν αντέχει σήμερα να επιστρέψει στο παλιό μοτίβο του κράτους πρόνοιας. Τα διακυβεύματα είναι για την αλλαγή του παγκόσμιου συστήματος γύρω μας.

Το δημοψήφισμα έγινε για την αλλαγή αυτού του μοντέλου δανεισμού «επεκτείνω και υποδύομαι» και για τη δημιουργία μιας νέας, ρεαλιστικής αρχής που δε θα βασίζεται σε πλαστά σενάρια, αλλά θα παρέχει συμπαγείς λύσεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Χωρίς τέτοιες λύσεις, θα συνεχιζόταν απλά η αναπαραγωγή του ίδιου σεναρίου ξανά και ξανά. Το ΔΝΤ είπε πως η Ελλάδα χρειάζεται ελάφρυνση χρέους για να ανασάνει ξανά. Το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος σήμαινε πολλά παραπάνω από μια απλή επιλογή σε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις της οικονομικής κρίσης. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν σε μια συνεχή καμπάνια τρομοκρατίας των μέσων που κινούσε τα ένστικτα αυτοσυντήρησης. Αρνήθηκαν να χειραγωγηθούν από όσους έλεγαν πως το ερώτημα ήταν δραχμή ή ευρώ, Ευρώπη ή ρήξη.

Το ΟΧΙ ήταν ένα όχι στους Ευρωκράτες που δείχνουν πως δεν μπορούν να βγάλουν την Ευρώπη από την αδράνεια της. Ήταν ένα όχι στη συνέχεια της υπάρχουσας καθημερινότητας. Ήταν μια απεγνωσμένη φωνή που φώναζε πως τα δεδομένα αλλάζουν. Ήταν μια απόφαση για ένα αληθινό πολιτικό όραμα κατά των τεχνοκρατών και των ρατσιστικών κλισέ που θέλουν τους Έλληνες να είναι οι τεμπέληδες και οι χαραμοφάηδες. Ήταν μια σπάνια νίκη κατά του εγωισμού και αυτοκαταστροφικού οπορτουνισμού. Το όχι που κέρδισε ήταν ένα ναι στη συνειδητοποίηση της κρίσης στην Ευρώπη. Ήταν το ναι σε ένα καινούριο ξεκίνημα.

Πλέον, είναι στη θέση της Ευρώπης να δράσει. Είτε θα ξυπνήσει από την αδράνεια και θα κατανοήσει το μήνυμα ελπίδας που έστειλε ο ελληνικός λαός, είτε θα εξαπολύσει την οργή της για να τιμωρήσει την Ελλάδα και να συνεχίσει το δογματικό της όνειρο.

Από τον Slavoj Žižek

Μετάφραση: Νάσια Ντάλλα

Πηγή: newstateman.com

Σχόλια

X