Ήταν Κυριακή, ξυπνήσαμε μαζί, φθινόπωρο έξω, δροσούλα που λες και συ, μα η καρδιά ζεστή. Πάπλωμα ζεστό, φως λιγοστό, μόνο όσο μπορεί να ξεπροβάλει από τις χαραμάδες και να φωτίσει τα νυσταγμένα μάτια.

Σηκώνεσαι να φτιάξεις καφέ, ήδη νιώθω την ζέστη από τον καφέ που κοχλάζει μέσα στο μπρίκι. Μέσα στα ρουθούνια μου χώνεται η χαρακτηριστική μυρωδιά του πρωινού καφέ και αρχίζει να με ξυπνάει πριν τον πιω.

Σηκώνομαι παγωμένη απ’ το κρεβάτι, νυσταγμένη, ύστερα σε κοιτάζω από την μισόκλειστη πόρτα του μπάνιου καθώς πλένω το πρόσωπό μου. Σκουπίζομαι και συνεχίζω να κρυώνω. Μια αγκαλιά ζεστή θα μου πάρει όμως αμέσως την παγωμάρα του φθινοπωρινού πρωινού.

Δύο κούπες καφέ ανόμοιες αλλά ωραίες, ένας σκέτος και ένας με δυο κοφτές κουταλιές ζάχαρη, δύο άνθρωποι, δύο ανάσες, τίποτα ίδιο, όλα διαφορετικά. Λένε πως τα ετερώνυμα έλκονται και τα ομώνυμα απωθούνται, ακούγεται κλισέ και είναι, αλλά μάλλον ισχύει κιόλας.

Είναι Κυριακή και αύριο θα ξημερώσει Δευτέρα. Θα είναι πιθανότατα μουντή, αλλά θα είσαι δίπλα μου εσύ κι αυτό είναι αρκετό για να αλλάξει όλη μου την διάθεση.

Οι μέρες μπορεί να περνούν, οι εβδομάδες, οι μήνες και τα χρόνια επίσης. Μεγαλώνουμε, αλλά μεγαλώνουμε μαζί και αυτό σημαίνει ευτυχία μα και παρηγοριά για όσα θα αντιμετωπίσουμε μαζί σε αυτή την όμορφα πολύπλοκη ζωή.

Σχόλια

X