Τα σακατιλίκια της ζωής. Οι αναπηρίες που αφήνει ο χρόνος. Οι λυγμοί του έρωτα. Οι κοπετοί από το φευγιό των ανθρώπων μας. Αθύρματα όλοι μας στη βούληση του καιρού, της φυσικής μοίρας των πραγμάτων. Το φθαρτό. Το προσωρινό. Το μάταιο.

Πότε ήταν χθες; Πώς ήρθε το σήμερα; Πού βγάζει τούτος ο δρόμος; Είναι μέρες που μασάς καρφιά. Ένα αιμοβόρο κτήνος σου τρώει τα σωθικά. Πόρτες κλειστές, παράθυρα σφραγισμένα, ανήλιαγα δωμάτια. Λες και οι τιμωρίες μόνο εκεί τιμωρούν.

Ξύπνημα από τα χαράματα. Οι εφιάλτες μου! Μόνο δικοί μου! Κτήμα μου, περιουσία, κατασκεύασμα άρρωστης φαντασίας. Από παιδί! Δε μεγάλωσα ακόμα; Μπουσουλώ, σέρνομαι, ξεσκίζω τις σάρκες μου, ξεριζώνω τα μαλλιά μου, κόβω τα χέρια μου, φυτεύω μαχαίρια και περιμένω να βλαστήσουν!

Τετάρτη. Στη μέση του χρόνου. Αποτσίγαρα, χαρτιά αδιόρθωτα σαν κι εμένα, κούπες με κατακάθια, το μυαλό φευγάτο, ασυμμάζευτο σαν τη ζωή μου, ανοιχτά βιβλία απλωμένα στο πάτωμα και μια βρύση που στάζει χρόνια. Οι δείχτες του ρολογιού κολλημένοι στο παρά πέντε κι εσύ, που μου είπες πως θα ρθεις, με γέλασες.

Σκέφτομαι όλους εκείνους που πίστεψαν σε μεγάλα οράματα. Κι η ζωή βουτηγμένη στην άρνηση. Που δεν έκαναν παιδιά, μα ζωγράφισαν λέξεις – παιδιά σε χαρτιά, σε βιβλία. Που πέθαναν σε εξορίες, σε απομόνωση, σε φυλακή! Τίποτα δε μάθαμε όλοι εμείς; Τζάμπα οι θυσίες τους; Αποστηθίσαμε τα λόγια τους, τα γράψαμε με σπρέυ σε τοίχους, σε δρόμους κεντρικούς, κι ύστερα φωτογραφηθήκαμε εκεί στο πλάι καμαρώνοντας για την άγνοιά μας.

Τετάρτη. Ξημερώματα. Το πιο βαθύ σκοτάδι. «Ευτυχείς, λυπημένοι και πότες» περιμένοντας μια λύση! Εμείς όλοι που χάσαμε το μαζί και πορευόμαστε με το εγώ σημαία! Που κλειστήκαμε στις κάμαρές μας, που στραγγίξαμε το μυαλό μας, που κόβουμε τις φλέβες μας στην πρώτη δυσκολία, που τυφλωθήκαμε από το «θέλω», το δικό μας, ανίκανοι να ακούσουμε και να δούμε τον άλλο.

Τετάρτη. Ξημερώματα. Ξύπνησα από εκείνο τον ίδιο εφιάλτη. Ένα καλώδιο περασμένο στο λαιμό. Ένιωθα τον πόνο. Σταματούσε το αίμα μου. Ήθελα να φωνάξω. Δεν είπα τίποτα…

Είναι φορές που ονειρεύομαι ένα μεγάλο γλέντι. Με όλους τους φίλους καρδιάς. Να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε, να πιούμε! Κι ύστερα να πούμε όλες τις αλήθειες μας. Να δούμε τι πήγε στραβά και χαθήκαμε. Να κάνουμε μια καινούρια αρχή. Να μετρήσουμε αλλιώς τον άνθρωπο. Να πάρουμε το μερτικό μας από τη μοιρασιά. Να κανακέψουμε ο ένας τον άλλο. Να πούμε μια φορά, έστω για μια φορά, πως όλα θα πάνε καλά. Να ζήσουμε αυτό το ρημάδι το ταξίδι μαζί! Άλλο δεν έχει! Να το θυμάσαι! Άλλο δεν έχει! Κι αν έχει θα είμαστε κάποιοι άλλοι! Αστήρικτος είναι μόνο ο ουρανός…

*Ο τίτλος δανεικός από εκείνο το εξαιρετικό τραγούδι του Σταμάτη

 

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X