«Δεν ψηφίζουμε εμείς τους νόμους», απάντησε ο τρίτος κατά σειρά Ματατζής σε έναν από τους πολλούς ανθρώπους που διαμαρτύρονταν για τη στάση της αστυνομίας απέναντι στους διαδηλωτές. «Εμείς κάνουμε απλώς τη δουλειά μας», πρόσθεσε για να ερωτηθεί στη συνέχεια «και εσάς δουλειά σας είναι να δέρνετε τον κόσμο»;

Το ζήτημα του αν οι αστυνομικοί είναι πιόνια της κυβέρνησης, φασίστες και μπράβοι ή απλώς παιδιά που αναλαμβάνουν τη «βρώμικη» δουλειά για ένα μεροκάματο της πλάκας, αποτελεί ένα όχι και τόσο πρόσφατο ερώτημα.

Σε μια κοινωνία που έχει μάθει να χωρίζεται σε στρατόπεδα και οι δύο απόψεις έχουν ένθερμους υποστηρικτές. Και οι δύο απόψεις εκ πρώτης όψεως δείχνουν να έχουν ένα σοβαρό υπόβαθρο.

Οι αστυνομικοί ισχυρίζονται πως πράττουν με βάση τις εντολές που δέχονται  και προέρχονται από τους ανώτερους τους. Για τον «απλό αστυνομικό η εντολή έρχεται δια στόματος του αρχηγού. Για τον αρχηγό η διαταγή προέρχεται κατά κύριο λόγο από πρόσωπα της κυβέρνησης και πιο αναλυτικά η ιεράρχηση αποτυπώνεται στον χάρτη που μας δίνει η ίδια η ΕΛ.ΑΣ στην επίσημη σελίδα της. Κοινώς παραδέχεται πως δεν λειτουργεί με γνώμονα το καλό του πολίτη, αλλά έχοντας σαν βασικό της σκεπτικό το πώς θα ικανοποιήσει τον εκάστοτε Υπουργό.

Δεν είναι κρυφό επίσης, πως η Χρυσή Αυγή αποτελεί το… αγαπημένο κόμμα στις τάξεις των αστυνομικών. Όπως δεν είναι κρυφό και ότι μιλάμε για μια ναζιστική μέχρι το μεδούλι οργάνωση. Όποιος την υποστηρίζει αντιλαμβάνεται τον μετανάστη, τον ομοφυλόφιλο, τον αντιφρονούντα ακόμα και τον ανάπηρο ως εχθρό. Ίσως έτσι μπορεί να εξηγηθεί γιατί πριν από λίγες ώρες άνθρωποι σε καροτσάκια είδαν τα γκλοπ να προσγειώνονται προς το μέρος τους. Αφού δεν χρησιμοποιήθηκε κι η… αντλία προς την πλευρά τους, πρέπει να αισθάνονται τυχεροί.

Εδώ κάπου αναρωτιέται κανείς αν και κατά πόσο οι αστυνομικοί δρουν ενάντια στη θέληση τους. Σε μια κατάσταση που δεν απειλούνται εκ των πραγμάτων (εξοπλισμένοι σαν… στρατιώτες στο Ιράκ απέναντι σε ανθρώπους με σοβαρά κινητικά και όχι μόνο προβλήματα) επιτίθενται.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιχείρημα της πρόκλησης πάει περίπατο, όπως και αυτό της… κουκούλας.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι υπαρκτό. Υπάρχουν όμως μόνο κακοί «μπάτσοι»;

Η απάντηση είναι αρνητική. Η κλισέ διαπίστωση του ότι παντού υπάρχουν καλοί και κακοί ισχύει και εδώ. Ένα δεδομένο όμως, που διαφεύγει από όσους την εκστομίζουν με ευκολία είναι ότι πάντοτε κάποιοι είναι περισσότεροι. Στοιχείο που παίζει το δικό του σημαντικό ρόλο. Όπως και αυτό του ότι κάποιοι είναι ισχυρότεροι. Είναι αυτοί που κινούν τα νήματα. Αυτοί που δίνουν τη «γραμμή». Τα αφεντικά που μπορεί να έχει ο καθένας μας στην εργασία του.

Θεωρητικά αν θες να κρατήσεις τη θέση σου, πρέπει να υπακούσεις ακόμα και αν διαφωνείς. Δεν μιλάμε όμως για μια δουλειά γραφείου, αλλά για μια δουλειά που αφορά ανθρώπινες ζωές και ένα δημόσιο αγαθό όπως είναι αυτό της ασφάλειας. Ο αστυνομικός λοιπόν, που πιστεύει ότι η ΕΛ.ΑΣ δεν είναι όργανο καταστολής του κράτους, αλλά υπηρεσία για τους πολίτες, οφείλει να αντιταχθεί σε αυτή την πολιτική και όχι να την ανεχτεί.

Οφείλει να αρπάξει από το χέρι τον διπλανό του, όταν ετοιμάζεται να ρίξει το δακρυγόνο, να βαρέσει με το γκλοπ ή στη χειρότερη των περιπτώσεων να πυροβολήσει. Οφείλει να γυρίσει την ασπίδα του προς τη Βουλή και την κυβέρνηση που τον χρησιμοποιεί για λίγα λεφτά όπως παραδέχεται. Το να φορτώνει τις ευθύνες των δικών του πράξεων, στις απαιτήσεις του προϊστάμενου του αποτελεί μια δικαιολογία που τον προσβάλλει, αλλά κα τον υποτιμά. Δικαιώνει όσους κάνουν λόγο για «σκυλιά». Ακόμα όμως και τα σκυλιά έχουν βούληση…

Εν κατακλείδι η αστυνομία περνά κρίση ταυτότητας εδώ και πολλά χρόνια. Ίσως από τη γέννηση της. Το να σπεύδει κάποιος να «υπερασπίζεται» στη βία που ασκείται από μέρους της όχι μόνο δεν βελτιώνει την υπάρχουσα κατάσταση, αλλά κρύβει το πρόβλημα κάτω από το χαλί.

Από την άλλη ο χώρος της αστυνομίας δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη του. Ούτε να συνεχίσει να αποτελεί οχυρό φασιστικών αντιλήψεων ή μέρος του συστήματος. Πρέπει να αλλάξει. Από το κεφάλι (βλέπε Δένδια να επιβραβεύει τη… νίκη των ΜΑΤ στη γενική απεργία) μέχρι την ουρά που βρίσκεται σε… σύγχυση.

 

YΓ:  Κλείνοντας, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα ρητό του… δρόμου. «Η δουλειά δεν είναι ντροπή, όμως και η ντροπή δεν είναι δουλειά». Μάλλον αξίζει να το ‘χουμε κατά νου, σε όποια πλευρά και αν θέλουμε να βρισκόμαστε.

Σχόλια

X