Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα τη θεατρική παράσταση Μπιλ & Λου που παίζεται για δεύτερη χρονιά στο Skrow Theater στο Παγκράτι. Αφενός κατάλαβα γιατί η παράσταση συνεχίζεται και φέτος, αφετέρου αναγνώρισα την αξία των μικρών θεάτρων.

Είχαν προηγηθεί δύο επισκέψεις σε μεγάλα θέατρα, που δεν με άφησαν γεμάτο. Ούτε σκέψεις, ούτε ιδιαίτερα συναισθήματα με απασχόλησαν στο δρόμο για το σπίτι. Ήταν σαν να είχα φάει χάρμπουγκερ ίσα για να καλύψω την πείνα. Όπως δεν θυμάμαι ποτέ τη γεύση του χάμπουργκερ, έτσι δεν θυμάμαι εκείνες τις δύο επισκέψεις στα μεγάλα θέατρα, παρότι δεν έχουν περάσει παρά λίγες μόνο ημέρες.

«Το fast food δεν έχει ούτε θρεπτική ούτε συναισθηματική αξία. Είναι απρόσωπο, δεν ξέρουμε ποιος το έφτιαξε, τι υλικά έβαλε και σίγουρα εκείνος που το έφτιαξε δεν είχε εμάς συγκεκριμένα στο μυαλό του, όπως για παράδειγμα μας έχει η γιαγιά μας όταν μαγειρεύει», μου είχε πει ο μουσικός Απόστολος Καλτσάς .

Εκείνος αναφερόταν στο πως «καταναλώνουμε» πλέον μουσική κατεβάζοντας όγκους αρχείων με τραγούδια, έχοντας εγκαταλείψει την ιεροτελεστία για το βινύλιο. Παρόλα αυτά η κουβέντα του βρίσκει εφαρμογή σε πολλές περιπτώσεις.

Τα μεγάλα θέατρα λειτουργούν κατά βάση όπως οι μεγάλες αλυσίδες fast food. Επιφανειακό χιούμορ, επιφανειακά παιξίματα, επιφανειακή σχέση με το κοινό. Κάθε σαββατοκύριακό βλέπω ατελείωτες ουρές από θεατές να περιμένουν τη μεγάλη παράσταση όπως διαφημίστηκε στην τηλεόραση. Τα εισιτήρια συνήθως είναι ακριβά, αλλά ο κόσμος έχει πειστεί ότι αξίζει να τα πληρώσει.

Την ίδια ώρα το Skrow, ένα μικρό θέατρο χωρίς την μεγάλη προβολή από τα media, φιλοξενεί σταθερά ποιοτικές παραστάσεις, δουλεμένες στην λεπτομέρεια, με φτηνότερο εισιτήριο. Το τέλος της παράστασης Μπιλ & Λου μου προσέφερε μια πλούσια σε σκέψεις, αναμνήσεις και συναισθήματα διαδρομή προς το σπίτι. Μου θύμισε ξεχασμένες αισθήσεις, όπως την αγνότητα και το θαυμασμό, για όσα παρατηρώ γύρω μου. Σαν να πήγα πίσω στο χρόνο και να γνώρισα τον κόσμο πάλι.

Η παράσταση βασίζεται σε αληθινή ιστορία της δεκαετίας του ‘70, την οποία ζωντανεύουν ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μπογδάνος και οι ηθοποιοί Βασίλης Μαυρογεωργίου, Στέλιο Ιακωβίδης και Λυδία Τζανουδάκη. Η ιστορία αφορά τη δυνατή φιλία που αναπτύσσεται μεταξύ δυο ανθρώπων που αισθάνονται μόνοι. Ο ένας βρίσκεται στην αρχή της ζωής του και ο άλλος έχει αφήσει πίσω του καιρό τα νιάτα. Χάρη σε ένα τυχαίο γεγονός αρχίζουν να ανταλλάσουν γράμματα, ενώ βρίσκονται τόσο μακριά όσο η Νέα Υόρκη από την Αυστραλία. Λένε τα νέα τους, μοιράζονται όσα δεν τους αρέσουν, αμπελοφιλοσοφούν και καταφέρνουν να συμφιλιωθούν με τους φόβους τους.

Η συμφιλίωση με ό,τι μας τρομάζει, από τα μικρά όπως τα πειράγματα στο σχολείο, μέχρι το θάνατο, επιτυγχάνεται σε πολλά σημεία της παράστασης. Η «κακία» όπως οι τσουχτερές ατάκες του συμμαθητή της Λου για την ελιά της στο μάγουλο, εκτοπίζεται από τον ρομαντισμό με την απάντηση ότι η ελιά είναι σοκολάτα κι η ίδια θα είναι υπεύθυνη στον παράδεισο για τη σοκολάτα. Ο θάνατος διακωμωδείται από τις αστείες αιτίες που τον προκαλούν. Την ίδια στιγμή το διαφορετικό δεν είναι κατακριτέο, αλλά ξεχωριστό, όπως ο παχύσαρκος πρωταγωνιστής.

Όλα τα παραπάνω δε θα μπορούσαν να αναδειχτούν στο πλαίσιο της μαζικής κατανάλωσης, η οποία για να πραγματωθεί απαιτεί ένα πιο εύπεπτο και πρόχειρο προϊόν, το οποίο προσφέρουν όχι και τόσο γενναιόδωρα τα μεγάλα θέατρα.

Αν η κοινωνία έφτανε στο σημείο να αμφισβητήσει τον εαυτό της, αποδεχόταν ότι η ψυχαγωγία δεν εξαγοράζεται, δεν είναι φαίνεσθαι, αλλά η καλλιέργεια του είναι, τα μεγάλα θέατρα θα ήταν μικρά και τα μικρά μεγάλα. Μέχρι τότε δεν βλάπτει να λέμε ένα «ευχαριστώ» με την παρουσία μας στο Scrow που μας θυμίζει ότι η Τέχνη μπορεί να αφυπνίζει και να ανατρέπει.

Σχόλια

X