Στάση Ομόνοια. Δύο τύποι με φραπέ στο χέρι, σαγιονάρα, γυαλιά ηλίου, το μαλλί βουτηγμένο στο τζελ, βερμούδα και μπλούζα με γιακά που κάλυπτε το σβέρκο μπαίνουν στο τελευταίο βαγόνι. Κάθονται ήσυχα, δεν μιλούν μέχρι τον Άγιο Νικόλαο.

Το τρένο σταματά στην Αττική. Έχουν αρχίσει να κάνουν πλάκα. Οι πόρτες καλύπτουν τα λόγια τους, ανοίγουν με τη δεύτερη.  Περνά ξυστά από δίπλα μου ένα παιδί γύρω στα 28. Βρώμικος, με λιωμένα παπούτσια και τρύπια ρούχα. Παρακαλά για ένα 20λεπτο. Λέει ότι έχει καρκίνο, αλλά φαίνεται ζαλισμένος από την πρέζα. Λίγο πριν μπει είχε βοηθήσει μια ηλικιωμένη να επιβιβαστεί. Όταν αυτή κατάλαβε ποιος την έπιασε από το μπράτσο, κοίταξε αηδιασμένη.

Η φασαρία φεύγει, τα παράθυρα έχουν κλείσει, κάνει τη δουλειά τους τώρα το air condition. Οι δύο τύποι μιλούν αλβανικά, αρχίζουν να γελάνε περισσότερο και να κοιτάζουν τον 28χρονο. Ο ένας βγάζει κάποια κέρματα. «Πήγαινε δώσ’ τα», λέει του άλλου στα ελληνικά. Τα γέλια γίνονται δυνατότερα. Αρχίζουν να τον μιμούνται, σέρνονται από κολόνα σε κολόνα, με κατεβασμένο το βλέμμα και τους ώμους. Την ώρα που ξεκαρδίζονται, όσοι βρίσκονται δίπλα, απλώς αδιαφορούν. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

«Επόμενη στάση Πευκάκια», ακούγεται από τα μεγάφωνα. «Κατεβαίνουμε», λένε, ενώ δεν έχουν σταματήσει να κοροϊδεύουν. Φεύγουν από το σταθμό, κατεβαίνουν από την κυλιόμενη, περνούν απέναντι το δρόμο όπως μπήκαν, απλώς με τη στάθμη του καφέ λιγάκι κατεβασμένη. Απέναντί μου μια παρέα τριών πιτσιρικάδων γύρω στα 15, παίρνει τη σκυτάλη. Μόνο πού τώρα οι θύτες έγιναν θύματα.

Οι πιτσιρικάδες με τα σκέιτ δεν ενοχλήθηκαν βλέποντας ένα 28χρονο, ανήμπορο, που δεν αναρωτήθηκε κανείς πως και γιατί έπιασε πάτο, αλλά για το look των δύο Αλβανών. Τους χλεύαζαν επειδή ήταν δύο τύποι με φραπέ στο χέρι, σαγιονάρα, γυαλιά ηλίου, το μαλλί βουτηγμένο στο τζελ, βερμούδα και μπλούζα με γιακά που κάλυπτε το σβέρκο…

Πριν λίγες μέρες έγινε κάτι παρόμοιο με τον Ηλία Κασιδιάρη. Ευρωπαίοι ναζιστές τον κορόιδευαν σε φόρουμ επειδή έχει σκούρο δέρμα.»Μάλλον έχει αφρικανικές ρίζες. – Μοιάζει με Αιγύπτιο. – Μοιάζει με Βερβέρο. – Μοιάζει με Βραζιλιάνο μουλάτο, δεν είναι λευκός. – Φαίνεται σαν έχει νέγρικο αίμα, δεν θα τον συμπεριλάμβανα στους λευκούς. – Δεν έχει νέγρικο αίμα, αλλά θα μπορούσε να έχει αίμα από Ρομά από Τούρκους», ήταν μερικά από τα σχόλια τους.

Πριν το περιστατικό ο Κασιδιάρης, είχε απειλήσει πολλάκις ότι θα στείλει τους μετανάστες σε ξερονήσια, τους είχε αποκαλέσει λαθραίους, αλλά και κατώτερους της φυλής των Ελλήνων. Τώρα όμως έγινε ο ίδιος θύμα του ρατσισμού που με τόσο πάθος προσπαθεί να φυτρώσει σε κάθε γειτονιά.

Συμπέρασμα. Ο ρατσισμός δεν σπέρνει μόνο μίσος, αλλά και θερίζει. Μέσα από το παράδειγμα και τη «νομιμοποίηση». «Αφού το ‘κανες εσύ θα το κάνω κι εγώ» ή «Αφού το κάνεις και ‘συ, γιατί να μην μπορώ να το κάνω εγώ».  Κι ο Κασιδιάρης όπως και όλοι οι φασιστές, αλλά κι όλοι οι ρατσιστές, για κάθε βρισιά, για κάθε προσπάθεια να υποτιμήσουν τη διαφορετικότητα, σκάβουν την ίδια ώρα πιο βαθιά το δικό τους λάκκο…

ΥΓ: Ο πόνος του άλλου μοιάζει με εύκολο αντικείμενο για χλευασμό. Πριν όμως αρχίσουμε το καλαμπούρι, ας σκεφτούμε τι είναι χειρότερο. Ο τύπος που επαιτεί ή αυτός που τον κλωτσά και γελά μαζί του.

 

Σχόλια

X