Τον συναντήσαμε σε έναν εκ των χώρων δουλειάς του, όπως τον χαρακτήρισε. Φιλόξενα μας δέχτηκε και μας άφησε λίγο, αλλά αρκετό χρόνο ελευθερίας, ούτως ώστε να παρατηρήσουμε τη στέγη των συνθέσεων του.

Ομολογουμένως η επιλογή ενός επιθετικού προσδιορισμού όπως το «εντυπωσιακός» θα ήταν αισθητά φτωχότερος της αίσθησης που σου δημιουργούσε, τόσο λόγω των γοητευτικών ζωντανών και εναλλασσόμενων χρωμάτων στους τοίχους, όσο και λόγω της αγνής, ολίγον παιδικής προσέγγισης, του να έχεις διεισδύσει, έστω και για λίγο, στον κόσμο του Μανώλη Φάμελλου.

Πριν προλάβουμε να ανταλλάξουμε τις πρώτες μας κουβέντες, τα μάτια μας έπεσαν στις δύο χωρισμένες σε ομοιόμορφα ορθογώνια κουτιά, βιβλιοθήκες του. Οι τίτλοι από τα έργα των ποιητών ξεχώριζαν και το δέλεαρ του ξεφυλλίσματος ήταν μεγάλο. Πού να ξέραμε, ότι λίγο αργότερα θα παίρναμε μέσω του ίδιου, μία γεύση από τους καρπούς που έκρυβαν στο σπλάχνα τους. Το ζουμί παρόλα αυτά, βρισκόταν στα δικά του λεγόμενα. Ο Μανώλης Φάμελλος θυμήθηκε τα πρώτα του βήματα στην μουσική,  περιέγραψε στο www.3pointmagazine.gr συνολικά την πορεία του με μεγάλη δόση σαρκασμού, παραδεχόμενος δε πως ακόμα και τώρα νιώθει ένα μικρό τρέμουλο πάνω στη σκηνή. Μας σόκαρε δε, ισχυριζόμενος πως έχει συνηθίσει την… αποτυχία! Αυτή του η τοποθέτηση όμως, δεν αποτέλεσε τη μοναδική έκπληξη που μας επεφύλασσε…

Θέλουμε να πάμε αρκετά παλιά, όταν ήσουν ακόμα πιτσιρίκος. Πώς θυμάσαι τις πρώτες σου επαφές με την μουσική;

«Υπήρχε η μουσική στην οικογένεια μου. Ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι και ξεκίνησα να παίζω και εγώ δειλά- δειλά όταν ήμουν 8 χρονών περίπου. Η πρώτη κιθάρα, που ήρθε στα χέρια μου, ήταν του αδερφού μου. Σιγά-σιγά όμως, έχασα τον αρχικό μου ενθουσιασμό με το μπουζούκι και ασχολήθηκα πάλι, κάποια χρόνια αργότερα, γύρω στα 13-14. Τότε έπιασα την κιθάρα του αδερφού μου , που επίσης τα είχε παρατήσει και έμεινα με αυτό το όργανο. Αυτήν την κιθάρα, ακόμα την έχω στη Θεσσαλονίκη και όσα όργανα και αν έχουν περάσει από τα χέρια μου, τα περισσότερα τραγούδια μου τα έχω γράψει σε αυτήν. Βρέθηκε συμπτωματικά στα χέρια μου, ήταν ένα όργανο αφημένο σε μία γωνιά, που σκονιζόταν.

Έπειτα, όταν άρχισα να ασχολούμαι πιο σοβαρά, χρειάστηκε να αγοράσω μια ηλεκτρική κιθάρα. Υπήρχαν βέβαια οικονομικά μοντέλα στην αγορά, αλλά χρειαζόταν να αποταμιεύεις χρήματα για καιρό . Οι αναλογίες ήταν πολύ διαφορετικές σε σχέση με σήμερα. Ήταν σχετικά πιο δύσκολο να αποκτήσεις ένα όργανο σε σχέση με τώρα, στην δεκαετία του 80′. Δεν είχε αναπτυχθεί η αγορά και κυκλοφορούσαν και λιγότερα χρήματα, σε σύγκριση πάντα με την κατάσταση που επικρατούσε πριν λίγα χρόνια (γέλια).

Υπάρχει πάντως και μία ιστορία πίσω από όλο αυτό. Είχαμε αγοράσει μία κιθάρα από κοινού με ένα φίλο μου, πολύ μικρή σε μέγεθος, στην οποία δεν μπορούσαμε να παίξουμε και πολλά πράγματα. Αποφασίσαμε έτσι να την πουλήσουμε, σε ένα παιδί που δούλευε στα ψιλικά στη γειτονιά για ένα πολύ ευτελές ποσό. Τον πείσαμε, άλλα ήθελε να του δείξουμε πως να παίζει. Εκείνες τις εποχές έπαιρνες απλά το μουσικό σου όργανο σε μία καφετέρια και έπαιζες, ήταν πολύ χύμα όλα. Του έδειχνα λοιπόν τις χορδές τις κιθάρας “αυτό είναι το σόλ ,το μι,το σι” και με ρωτάει το “το νι που είναι”; Νόμιζε, ότι κάθε χορδή αντιστοιχούσε σε μία συλλαβή!»

Δεν σου άρεσε περισσότερο εκείνη η εποχή που περιγράφεις; Δεν σου λείπει αυτή η αίσθηση της χαμένης αγνότητας;

«Δεν είναι ότι μου άρεσε περισσότερο , δεν υπήρχε μέτρο σύγκρισης. Αισθανόμουν ότι κάτι περίεργο γινόταν, κάτι λάθος. Είχα θέμα με το να παίζω μουσική σε δημόσιο χώρο και να εκτίθεμαι και ακόμα τα έχω κατά κάποιο τρόπο».

Ήσουν αυτοδίδακτος μουσικός ή μάθαινες μουσική με κάποιο δάσκαλο;

«Στην αρχή, προσπάθησαν να με εντάξουν σε κάποιο πρόγραμμα ενός ωδείου, αλλά δεν τα κατάφερα και πολύ καλά. Στη συνέχεια μάθαινα με τον πατέρα μου και μετά εγκατέλειψα. Όταν ξεκίνησα να παίζω σοβαρά κιθάρα, εκεί μάθαινα μόνος μου και πολύ σύντομα μεταπήδησα στο μπάσο».

Γενικότερα, τάσσεσαι υπέρ ή κατά των ωδείων;

«Δεν είμαι απόλυτος σε τέτοια θέματα. Υπάρχουν σίγουρα και καλοί και κακοί δάσκαλοι στα ωδεία, αυτό που κάνει τη διαφορά είναι ο άνθρωπος. Υπάρχουν άνθρωποι που “εκ κατασκευής” χρειάζονται να τους δείξεις το μονοπάτι. Και μόλις βαδίσουν αυτό το μονοπάτι γίνονται δημιουργικοί και αναπτύσσεται η φαντασία τους και δίνουν πίσω ό,τι τους έχει δοθεί. Από την άλλη, υπάρχουν και αυτοί που βραχυκυκλώνουν με τα κατασκευασμένα προγράμματα .Δεν υπάρχει κανόνας.

Εγώ έμαθα να παίζω μουσική με τους φίλους μου και με κάποια συγκροτήματα στο περιβάλλον του σχολείου και της γειτονιάς. Εκεί το αποτέλεσμα προκύπτει αυτοσχεδιαστικά. Αλλά νομίζω, ότι υπάρχουν και σήμερα ωδεία που προτείνουν τέτοιες μεθόδους διδασκαλίας. Αν είναι κάποιος δημιουργικός και με πάθος δεν θα αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα ούτε με το ωδείο, αλλά ούτε με την έλλειψη αυτού. Δεν μου αρέσει να απορρίπτω τα πράγματα χωρίς πρώτα να τα γνωρίσω και αυτός είναι ένας τομέας τόσο ευρύς που δεν γίνεται να τον γνωρίσω στο σύνολο του. 

Όταν ξεκίνησες να παίζεις μουσική μικρός, ένιωθες την ανάγκη να εκφράζεις κάποια πράγματα που υπήρχαν μέσα σου ή έπαιζες μελωδίες που τις είχες ξετρυπώσει από κάπου αλλού;
 

«Ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια έπαιζα αυτοσχεδιαστικά, δηλαδή έπληττα με το να μαθαίνω τραγούδια και έπειτα να τα παίζω. Υπήρχαν κάποια τραγούδια που μου άρεσαν ιδιαίτερα αλλά και σε αυτά αφού περνούσε κάποιο διάστημα τα επεξεργαζόμουν και απομακρυνόμουν από το πρωτότυπο».

Η οικογένειά σου σε στήριζε στην όλη σου προσπάθεια;

«Την κρίσιμη στιγμή με ενθάρρυνε το οικογενειακό μου περιβάλλον. Όταν δηλαδή αποφασίστηκε να ηχογραφήσω ένα δίσκο μετά από αρκετά χρόνια. Δεν συνάντησα καμία άρνηση, ούτε στο οικογενειακό άλλα ούτε και στο ευρύτερο περιβάλλον. Ήταν υπερβολικά θετικό το κλίμα, ενώ δεν θα έπρεπε να είναι τόσο. Έπρεπε να με συγκρατήσουν λίγο περισσότερο. Πιστεύω ότι βιάστηκα, θα έπρεπε να είχα δώσει στον εαυτό μου λίγο χρόνο παραπάνω πριν κάνω τον πρώτο μου δίσκο. Χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να δοκιμαστεί και δεν αναφέρομαι στα τραγούδια, αν και με αυτά διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις. Ο τρόπος που το διαχειρίστηκα και όχι το υλικό αυτό καθ αυτό. Έπρεπε να δυσκολευτώ λίγο περισσότερο».

Σου λείπει καθόλου το η πρώτη ματιά απέναντι σε κάποιες καταστάσεις και γεγονότα; Όπως για παράδειγμα  η πρώτη γνωριμία με κάποιο καλλιτέχνη, ή η στιγμή που έγραφες το πρώτο σου κομμάτι;
 

«Τίποτα δεν συγκρίνεται με την πρώτη φορά που ερχόμαστε σε επαφή με κάποια πράγματα, αλλά προσπαθώ να επιστρέψω εκεί τον εαυτό μου. Θυμάμαι κάποιες πρόβες και κάποια τραγούδια που άρχιζα να προκύπτουν όταν ήμουν έφηβος και θυμάμαι αυτό τον ενθουσιασμό, την έκσταση της στιγμής που είναι πιο δύσκολο να το νιώσω τώρα Δεν έχει να κάνει με το αποτέλεσμα αλλά ότι αντίκριζα πρώτη φορά στη ζωή μου κάποια πράγματα και επένδυα σε αυτά μια ενέργεια που υπήρχε μέσα μου. Υπάρχει αυτό ακόμα, απλά είναι πιο διάσπαρτο και πιο καλά κρυμμένο κάποιες φορές».

Όταν ξεκίνησες πάντως, η αλήθεια είναι ότι μας έδινες την αίσθηση πως τα τραγούδια σου, είχαν έναν πιο αισιόδοξο χαρακτήρα! Το “Χαμογέλα”, μάλλον αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα…
 

«Το “Χαμογέλα” δεν θα έλεγα ότι είναι αισιόδοξο κομμάτι, αλλά σαρκαστικό. Πριν πολλά χρόνια, δημιουργήθηκε με αφορμή μία έξοδο. Δεν είχα καλύτερη εναλλακτική επιλογή και σερνόμουν με μια παρέα που δεν είχα συνάφεια και αναγκαζόμουν να είμαι με ανθρώπους, που δεν ήθελα. Όντως υπάρχει μια θεμελιώδης παρεξήγηση με αυτό το κομμάτι όπως και με άλλα. Όταν το αναστοχάζομαι όμως, υπήρχε και χαρούμενη διάθεση και μία ανεμελιά που δεν την ομολογούσα στον εαυτό μου μαζί με την ειρωνεία και τον σαρκασμό. Απλά εγώ το είπα, χωρίς να το καταλάβω».

Ποιος ήταν  ο λόγος που σταμάτησε  να υφίσταται το σχήμα με τους Ποδηλάτες. Ήταν δική σου απόφαση και επιλογή ή κάτι που προέκυψε αναγκαστικά;

«Δεν ήταν κάποιο συγκρότημα που είχε σταθερή σύνθεση. Έπαιξε 7 χρόνια και από αυτό πέρασαν πάνω από 25 μουσικοί. Ήταν μία ομάδα εργασίας. Με τα χρόνια κάποιοι σταθεροποιήθηκαν αλλά με αυτούς συνέχιζα να παίζω και αργότερα .Επίσης δεν ήταν και δική μου απόφαση. Προέκυψε αναγκαστικά κάποια στιγμή από τα παιδιά λόγω του ότι είχαν άλλες βιοποριστικές προτεραιότητες και έτσι εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό». 

Το συναίσθημα του να τελειώνεις ένα δίσκο, ποιο είναι;

«Αγαλλίαση, ανακούφιση, χαρά είναι τα συναισθήματα που νιώθεις στην γραμμή του τερματισμού. Όσο απομακρύνεσαι από αυτή, κοιτάζεις προς τα πίσω και τα συναισθήματα εξαρτώνται από το αποτέλεσμα. Πάντα κάνω δεύτερες σκέψεις, όταν απομακρύνομαι λίγο, νιώθω ότι κάποια πράγματα έπρεπε να είχαν γίνει διαφορετικά. Η αίσθηση του ανολοκλήρωτου είναι αυτή που με πιέζει να δοκιμάζω νέα πράγματα. Αν δεν υπήρχε αυτό θα έκανα τον ίδιο δίσκο συνέχεια, κάτι που νομίζω ότι δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα».

Από δίσκο σε δίσκο σκέφτεσαι ότι θα ήθελες να δώσεις έμφαση σε διαφορετικά όργανα; Για παράδειγμα στο βιολί ή σε ήχο με λιγότερα κρουστά.

«Ναι το σκέφτομαι αυτό, αλλά είναι το υλικό που μου έδινε και δίνει τη γραμμή πλεύσης».

Η «τροφή» σου για τους ιδιαίτερους ομολογουμένως, στίχους σου από που προέρχεται;

«Από το γίγνεσθαι γενικότερα, από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Από αυτά που ζω, που παρατηρώ γύρω μου, από αυτά που βλέπω ότι βιώνουν οι άνθρωποι διπλά μου. Από τον “αέρα” γενικότερα. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πηγή. Το είχε πει κάποτε και ο Κοέν “αν ήξερα από που προέρχεται το τραγούδι θα πήγαινα συχνότερα εκεί”. Το θέμα είναι από που θα προκύψει το πρώτο ξάφνιασμα, μπορεί να προέρχεται και από ένα άλλο τραγούδι που άκουσα στο ραδιόφωνο, για παράδειγμα. Κάποια στιγμή με ένα μαγικό τρόπο αυτό σου δίνει την αίσθηση ότι μπορείς να διηθηθείς μία ιστορία ή να φωτίσεις μία πλευρά της πραγματικότητας ή της φαντασίας.

Ο τελευταίος σου δίσκος, «τι υπάρχει πιο πέρα» έχει ένα πιο προσωπικό χαρακτήρα;

«Με όλους τους δίσκους συμβαίνει αυτό. Αυτός είναι ακόμα πιο αυτοβιογραφικός και ίσως ακόμα πιο μυθοπλαστικός γι αυτό τον λόγο».

Με τη δουλειά σου αυτή, νιώθεις ότι κλείνεις ένα κύκλο και ότι θες να ξεκινήσεις κάτι καινούριο στη συνέχεια;

«Εγώ ένιωσα περισσότερο σαν να ανοίγω ένα κύκλο, δεν ξέρω τι ισχύει όμως. Δεν μου είναι ξεκάθαρο ακόμα επειδή πολλά από αυτά τα τραγούδια υπήρχαν για χρόνια. Και εγώ δεν αισθανόμουν έτοιμος να τα ηχογραφήσω ή ένιωθα ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Τα έγραφα στο παρελθόν κάνοντας παράλληλα και άλλα πράγματα. Είμαι από τους ανθρώπους που οργανώνονται και οργανώνουν το υλικό τους γύρω από ένα ζητούμενο. Σχηματίστηκε σαν ζητούμενο αυτός ο δίσκος και γύρω από αυτό το αίτημα οργανώθηκε το υλικό». 

Το αίτημα είναι “τι υπάρχει πιο πέρα’ γενικότερα;
 

«Έτσι επιγράφεται. Μπορείς να προσθέσεις υπότιτλους, δηλαδή “ποιος είμαι εγώ μέσα σε αυτό που συμβαίνει”. Ουσιαστικά προσπάθησα να μελοποιήσω κάποια όνειρα μου στην αρχή».

Σε προβληματίζει που βγήκε ένας προσωπικός δίσκος περισσότερο, ενώ η επικαιρότητα αφήνει πρόσφορο έδαφος για έναν περιεχόμενο δουλειάς, που θα εξέφραζε κάποιους κοινωνικούς προβληματισμούς, βάσει των όσων συμβαίνουν;
 

«Πιστεύω ότι οφείλω να κάνω αυτό που θέλω και να υπακούσω σε αυτήν την ανάγκη. Πριν κάποια χρόνια είχα κάνει ένα δίσκο που αναφερόταν εκτενέστερα στο “κοινωνικό γίγνεσθαι” και κάνοντας το αισθάνθηκα ότι δεν δόθηκε μεγάλη σημασία σε αυτό. Δεν έχω τη αίσθηση ότι ένα καλλιτέχνης οφείλει να σχολιάζει την επικαιρότητα σε “απευθείας μετάδοση”. Μίλησα για κάποια πράγματα που με απασχολούν και μιλάω για την κοινωνική πραγματικότητα αλλά αναφέρομαι αλληγορικά σε αυτό που συμβαίνει. Αυτός είναι ο τρόπος μου.

Προβληματίζομαι γιατί το έκανα και όχι αν θα έπρεπε να το κάνω αυτό ή όχι. Δεν έχω απαντήσει ικανοποιητικά σε αυτό, αλλά το έκανα γιατί έτσι ένιωθα, έτσι λειτουργώ πάντα. Οι προθέσεις σου δεν είναι φανερές όταν ξεκινάς να κάνεις ένα δίσκο, ύστερα φανερώνονται και αποκρυσταλλώνονται. Εργάζεσαι για να απαντήσεις το πως και το τι στον εαυτό σου. Ξεκινάς με το ερώτημα και την αμφιβολία και το κενό και προσπαθείς να το εμβαθύνεις αυτό και να δώσεις κάποιες ερμηνείες. Τώρα έχω μία πιο συνεκτική εικόνα του εαυτού μου, αλλά τα ερωτήματα παραμένουν, μεταμορφωμένα πλέον σε νέα ερωτήματα, που ίσως είναι πιο κοντά στη ρίζα του προβλήματος, Προβληματισμός από την πλευρά μου δεν υπάρχει χωρίς βέβαια να κατακρίνω και τις δουλειές που εντάσσονται σε αυτή την λογική. Εγώ αποφάσισα να κοιτώ τα πράγματα από αυτήν την πλευρά. Δεν υπάρχει κάποιος κανόνας».

Πώς ερμηνεύεται μία τρύπια μέρα;

«Μία τρύπια μέρα είναι αυτή η οποία σε κάνει να νιώθεις πως κάτι σε τραβάει πάντα προς τα κάτω, ότι κάπως χάνεται η ουσία του πράγματος. Οτιδήποτε και να κάνεις, υπάρχει μία δύναμη η οποία φαίνεται να είναι πιο δυνατή από εσένα και δεν ταιριάζει τίποτα με τίποτα. Και υπάρχουν και κάποιες μέρες που είναι πιο σπάνιες, πιο λίγες, οι οποίες είναι διαφορετικές.
Σαν να υπάρχει μια δύναμη η οποία ενορχηστρώνει τα πράγματα και «ανυψώνει» την πραγματικότητα. Αυτό το τραγούδι βεβαία («τρύπια μέρα») δεν είναι γι αυτές τις μέρες, είναι για τις άλλες, της πρώτης κατηγορίας. Γι’ αυτό μιλάει και το τραγούδι, για τις ατέλειωτες ώρες που είμαι εγώ με εμένα.. Ζούσα μόνος μου για πολλά χρόνια και αυτές είναι οι εντυπώσεις μου από τη «συμβίωση» με τον εαυτό μου.. Και σε αυτό αναφέρεται όχι μόνο αυτό το τραγούδι, αλλά και αρκετά ακόμα μέσα σε αυτό το δίσκο. Λίγο πολύ έτσι είδα τα πράγματα εγώ, όχι και τόσο ρόδινα. Αν και απολαμβάνω τη παρέα του εαυτού μου γενικώς..

 

Αυτό το τραγούδι λοιπόν, χωρίς να το θέλω εγώ ή χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει υποστηρίζει την αντίθετη άποψη, άλλα χωρίς αυτό να ήταν και στις προθέσεις μου πριν προκύψει το τραγούδι.. Διευκρινίζουμε τον εαυτό μας και εμείς απέναντι σε ένα λευκό χαρτί, χωρίς να ξέρουμε τί θέλουμε να πούμε. Ξέρουμε βέβαια ότι θέλουμε να πούμε κάτι- αυτό που θέλουμε να πούμε όμως διαμορφώνεται στη πορεία με έναν τρόπο που τελικά καταφέρνει να εκπλήσσει και εμάς. Σαν να ζωγραφίζεις δηλαδή μια αυτοπροσωπογραφία και τελικά το αποτέλεσμα, που έχεις κάνει εσύ ο ίδιος, που είναι αυτό το πρόσωπο που βλέπεις κάθε μέρα στο καθρέφτη σου, να σε εκπλήσσει. Βρίσκουμε κάτι, μια σκοπιά του πράγματος που δεν είχαμε εντοπίσει μέχρι στιγμής, ή την υποψιαζόμασταν ή δε βλέπαμε ότι είχε τόσο βάθος.

Έχεις απογοητευτεί από το χώρο σου; Δεν είναι λίγοι οι συνάδελφοι, που νιώθουν ότι ο κόπος τους δεν αποφέρει κάποιο ιδιαίτερο αποτέλεσμα και το δηλώνουν συχνά-πυκνά…

«Για μένα είναι πιο εύκολη η διαχείριση της αποτυχίας. Πάντα η αποτυχία μου δίνει μία αίσθηση οικειότητας, σαν να είναι κάτι που γνωρίζω καλά και μπορώ να τη διαχειριστώ.. Όσες φορές μου συνέβη το αντίθετο, αισθανόμουν αμήχανα, αισθανόμουν ότι βρισκόμουν σε άγνωστα νερά. Η απογοήτευση είναι πάντα εκεί…»

Δηλαδή είσαι πάντα προετοιμασμένος για την αποτυχία;

«Μα δεν είναι μονάχα αυτό. η ίδια η αποτυχία είναι το ‘καύσιμο’ του πράγματος. Χωρίς αυτό δηλαδή δεν θα υπήρχε υλικό, δεν θα είχα με τι να πορευτώ!»

Η αποτυχία σου δημιουργεί δηλαδή, κάποια συναισθήματα που τα αντιλαμβάνεσαι σαν κίνητρο;

«Η δουλειά μου είναι αυτή, με αυτό είχα να κάνω. Καλά δεν είμαι και κανένας καταθλιπτικός τύπος (γέλια)! Καμιά φορά και αυτό προσφέρεται για μυθοποίηση, δηλαδή δεν είμαι ο «καταραμένος καλλιτέχνης», καμία σχέση με αυτό! Θα αισθανόμουν ντροπή να με ταξινομήσει κάποιος σε αυτή τη κατηγορία, αν υπάρχει δηλαδή…  Απλά ήμουν κάποιος ο οποίος από έξω του ένιωθε άσχημα, για κάτι το οποίο στην αρχή ήταν εντελώς ασαφές και χαοτικό και σιγά σιγά αυτός αποφάσισε να το περιγράψει, αυτή είναι όλη κι όλη η ιστορία…»

Έχεις αναλάβει και ένα άλλο πόστο, αυτό του παραγωγού. Ποιες είναι οι διαφορές που αντιμετωπίζεις με το αντίστοιχο του τραγουδοποιού και του μουσικού;

«Αυτό ξέρετε, είναι κάτι το οποίο με διάλεξε, δε το διάλεξα.. Δηλαδή δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο όταν φανταζόμουν τον εαυτό μου μέσα στη μουσική. Από μικρός είχα άγχος με τη σκηνή και δεν ήθελα να εκτίθεμαι, αυτός ήταν και ένας λόγος που όπως σας έλεγα ξεκίνησα να παίζω μπάσο, δηλαδή μετά τη πρώτη μου εμφάνιση και στο σχολείο όπου τα πράγματα πήγαν καταστροφικά, ένιωθα μεγάλη ντροπή γι αυτό που είχα κάνει. Και είπα ότι θα παίζω μπάσο και θα κάνω τραγούδια. Αυτό που χα κάνει μου φαινόταν ντροπιαστικό, με λίγα λόγια φανταζόμουν ότι δε θα τραγουδάω, αλλά ότι θα μου άρεσε να γράφω ας πούμε μουσική για τον κινηματογράφο ή και το θέατρο. Θα μου άρεσε πάρα πολύ. Κάτι που ωστόσο, τελικά δεν συνέβη…

Τώρα όσον αφορά με τη παραγωγή και εκεί επίσης σκεφτόμουν ότι με το τεχνικό μέρος δεν θα τα πήγαινα καλά… Εγώ είμαι περισσότερο άνθρωπος της θεωρίας, αλλά και σε αυτό τελικά έγινε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή δεν έχω κάνει μουσική ούτε για μία ταινία, ούτε για ένα θεατρικό ενώ έχω κάνει πάρα πολλά τραγούδια και έχω κάνει συζητήσεις πάνω σε αυτό. Μπορώ να σου πω ότι ήθελα μικρός, περισσότερο να κάνω κινηματογραφική μουσική, συμφωνική μουσική από το να γράφω τραγούδια, μικρός.

Τελικά έγινε κάτι το οποίο ούτε καν είχα φανταστεί, επειδή απλά προέκυψε… Δέχτηκα να το κάνω μία φορά επειδή δεν υπήρχε άλλος εύκαιρος.. και η μία φορά οδήγησε στην επόμενη και το έκανα αρκετές φορές. Τώρα όμως το έχω εγκαταλείψει και αυτό κι εφόσον δεν υπάρχει πια δισκογραφία δεν έχει και νόημα να το κάνω.. Τα περισσότερα πράγματα που σχετίζονταν με νέα παιδιά, τα οποία είτε είχαν μόλις ξεκινήσει, είτε θα ξεκινούσαν.

Μου προτάθηκε αυτό χωρίς να το επιδιώξω, επειδή εκείνη την εποχή αυτό συνέβαινε και ήμουν και σχετικά καλός στα οργανωτικά, μου εμπιστεύτηκε κάποιος αυτό το εγχείρημα. Κι έπειτα κάποιος άλλος και κάποιος άλλος ακόμη. Το έκανα μερικές φορές κι επέστρεψα εκεί από όπου είχα ξεκινήσει. Όπως λέει και ο t.s. eliot στο βιβλίο «Τέσσερα Κουαρτέτα» (από τα αγαπημένα του ποιήματα). Ότι ίσως ο σκοπός όλου αυτού είναι να επιστρέψουμε εκεί απ όπου ξεκινήσαμε και να τα αντικρίσουμε όλα σα να τα βλέπουμε για πρώτη φορά, με μια νέα ματιά.. Σε αυτό με βοήθησε και η παραγωγή.. μοιραζόμουν το όνειρο ενός άλλου και αυτό εξηγούσε και το δικό μου όνειρο ή το πήγαινε κι αυτό παρακάτω. Και το τραγούδι όταν το κάνεις και επιστρέφει σε σένα δεν είναι πια δικό σου τραγούδι, έχει και το όνειρο και τη ματιά του άλλου μέσα. Και το καταλαβαίνεις και εσύ διαφορετικά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα..

Από το «νέο αίμα» ξεχωρίζεις κάποιον;

«Θα ήθελα να μιλήσω περισσότερο για τα ελληνόφωνα πράγματα. Πέρα από τους Δραμαμίνη, που είναι «της οικογένειας»… μου άρεσε πάρα πολύ ο δίσκος που έκανε ο Θοδωρής Κοντάκος (Κυριος Κ). Γι αυτόν το δίσκο έπρεπε να γραφτούν πράγματα, έπρεπε να κινήσει το ενδιαφέρον του κόσμου, γιατί είναι ένας δίσκος, ο οποίος δε «χάνει» από πουθενά, αλλά αυτό ίσως να συμβεί στο μέλλον, γιατί τα πραγματικά ωραία πράγματα, θέλουν το χρόνο τους.»

Πώς ορίζεται η «επιτυχία» κ η «αποτυχία» ενός καλλιτέχνη;

«Νομίζω ότι και η επιτυχία και η αποτυχία «αντιστέκονται» στους ορισμούς.. Μπορεί να φτάσεις και να νιώσεις ότι έχεις εκπληρώσει όλους τους στόχους σου και τις απώτερες επιθυμίες σου και να νιώθεις όμως συντριπτικά ματαιωμένος, ενώ κάποιος ο οποίος δεν έχει φτάσει πουθενά, αλλά έχει ωφεληθεί βαθιά μέσα του από την προσπάθεια, να νιώσει λυτρωμένος, ολοκληρωμένος με αυτό. Οπότε πώς ορίζεται ο επιτυχημένος; Επιτυχημένος είναι αυτός που προσπάθησε αρκετά.. και ξέρει ότι ποτέ δεν είναι αρκετά!

Ο αποτυχημένος πάλι, έχει πολλές εκφράσεις…!(γέλια) Αυτή είναι και μια δική μου προσέγγιση, ότι κάποιος ας πούμε που είχε βάλει σαν σκοπό της ζωής του να πει μια μαλακία και κατάφερε και την «άπλωσε», αισθάνεται επιτυχημένος. Ως προς αυτό, την επίτευξη του «στόχου», είναι(επιτυχημένος)!
Επίσης αυτό είναι κάτι δυναμικό, δεν είναι κάτι που κρίνεται εκεί έξω..και τελειώνει! Είναι κάτι που δοκιμάζεται συνέχεια..

Δηλαδή, εγώ αν πάω «πίσω» και σκεφτώ τι ήθελα από τον εαυτό μου πριν από 20 χρόνια, θα έλεγε κανείς ότι τα περισσότερα από αυτά τα έχω κερδίσει. Εκπληρωμένος όμως δεν αισθάνομαι. Πολλές από τις μάχες που κερδήθηκαν, εγώ τις νιώθω σαν χαμένες, χωρίς να ξέρω το λόγο. Αντίθετα από τις χαμένες (μάχες) νιώθω ότι πήρα κάτι από αυτές!»

Άρα αν κοίταζες το παρελθόν ,αυτά τα 20-25 χρόνια, θα χαμογελούσες χαρούμενα ή σαρκαστικά;

«Δε με ενδιαφέρει να κοιτάξω το παρελθόν για το παρελθόν ας πούμε. Με ενδιαφέρει να κοιτάξω το παρελθόν για το «τώρα», για να δω τι έχει να μου πει για «τώρα», ή για «αύριο». Δεν έχει και νόημα ,να μετανιώσω γι αυτό που ήμουν στο παρελθόν. Θα μετανιώσω δηλαδή, θα αισθανθώ άσχημα, όταν κάποιο λάθος που έχω κάνει, διαπιστώσω ότι δε μου έμαθε τίποτα. Για το λάθος, ή για τα αλλεπάλληλα λάθη που έχω κάνει, θα χαρώ.. Όπως λέω συνήθως, το σωστό περνάει μέσα από το λάθος, δεν υπάρχει άλλος δρόμος! Δε μπορείς να φτάσεις εκεί (στο σωστό χωρίς το λάθος) δεν υπάρχει άλλος δρόμος, πρέπει να περάσεις μέσα από το λάθος. Κι επίσης αυτοί οι ορισμοί και πάλι δεν είναι τελεσίδικοι.. Κάτι που είναι ιδανικό τώρα, για παράδειγμα, θα είναι εντελώς άχρηστο μετά από 1 χρόνο και το αντίστροφο.»

Συνέντευξη στους: Χριστιάνα Βουκελάτου και Κώστα Παπαντωνίου

Σχόλια

X