«Αυτή την ταινία την όφειλα στον Ναπολέοντα» θα πει ο Παντελής Βούλγαρης για τη νέα του ταινία «Το τελευταίο σημείωμα» με θέμα την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών αγωνιστών από τους Ναζί κατακτητές στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.

Κεντρικός ήρωας ο κρητικός κομμουνιστής αγωνιστής Ναπολέων Σουκατζίδης. Η ιστορία του ενέπνευσε τον Βούλγαρη που θέλησε έτσι κανείς να μην ξεχάσει αυτόν και τους 199 άλλους κομμουνιστές που πέθαναν για την πατρίδα.

Κομμουνιστής ως το τέλος

«Ο Ναπολέων Σουκατζίδης, γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας το 1909. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Κρήτη και συγκεκριμένα στο Αρκαλοχώρι Ηρακλείου. Σπούδασε στη Μέση και Ανώτατη Εμπορική Σχολή και εργάστηκε ως λογιστής στο εργοστάσιο Μίνως. Ήταν φοβερά μορφωμένος και ήξερε 6 γλώσσες, Ρωσικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Τούρκικα και φυσικά Ελληνικά.

Υπήρξε στέλεχος του ΚΚΕ και πρόεδρος των Εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου με μεγάλη συνδικαλιστική δράση η οποία ήταν και ο λόγος της σύλληψής του από την Δικτατορία του Μεταξά με το «Ιδιώνυμο». Έτσι τον Απρίλιο του 1937 εξορίζεται στον Άη Στράτη. Δεν θα ξαναγυρίσει στον τόπο του ποτέ.

Άη Στράτης, Ακροναυπλία, Τρίκαλα, Λάρισα, Χαϊδάρι

Από εξορία σε εξορία και από φυλακή σε φυλακή ήταν η ζωή του Σουκατζίδη για 8 ολόκληρα χρόνια. Δύσκολα χρόνια που όμως δεν λυγίζουν τον Ναπολέοντα που με χαμόγελο και ελπίδα στέκεται δίπλα στους συντρόφους του, τους βοηθά, τους συμπαραστέκεται. Δίπλα του και η αρραβωνιαστικιά του Χαρά, η οποία τον επισκέπτεται από φυλακή σε φυλακή.

Η Βούλα Δαμιανάκου τον συναντά σε ένα από τα στρατόπεδα του μαρτυρίου και γράφει για αυτόν στο βιβλίο «Μνημόσυνο»:

«Μόνο τεχνίτης μεγάλος θα μπορούσε να ζωγραφίσει την όψη του την χαμογελαστή. Όψη που να χορεύουν πάνω της αγκαλιασμένες η πίστη και το θάρρος, η σεμνότητα κι η αξιοπρέπεια, η ευγένεια κι η μεγαλοσύνη, η αγάπη κ η συγκατάβαση και πάνω σ’ όλα η καλοσύνη. Τίποτα δεν είχε για όλους εμάς τους συγκρατούμενούς του τόση γοητευτική δύναμη όσο το φωτεινό του χαμόγελο που το σκόρπιζε άφθονο σε φίλους και σ’ εχθρούς, σε άδικους και δίκιους. Δεν είταν κρατούμενος που να μην ένιωσε το χάδι απ’ το βλέμμα του, τη ζέστα απ’ το χαμόγελό του, την προθυμία της απεριόριστής του συγκατάβασης. Είταν σαν να μάγευε και να θεράπευε μαζί.

Εμάλωνε με το χαμόγελο, έκανε σύσταση με το χαμόγελο, δεχόταν ή αρνιόταν κάτι με το χαμόγελο, τους αντιπάλους του με το χαμόγελο τους έβαζε στη θέση τους και την ακαταδεξιά του ακόμη και την περιφρόνησή του την έδειχνε με το χαμόγελο. Με το χαμόγελο αποχαιρέταγε τους συντρόφους του όταν τους παίρναν για εκτέλεση, κι αυτό του το χαμόγελο είταν ένα χαμόγελο σφαγμένο και πιο θλιμμένο από το κλάμα».

Το Κολαστήριο του Χαϊδαρίου

Ακόμα και όταν ο Μουσολίνι κηρύσσει πόλεμο την Ελλάδα και επιστρατεύονται οι πάντες, ο Μεταξάς αρνείται να απελευθερώσει τους κομμουνιστές από τις φυλακές, παρόλο που οι περισσότεροι με πάθος ήθελαν να πολεμήσουν για την Πατρίδα τους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όταν η Ελλάδα παραδίδεται στη Ναζιστική Γερμανία το καθεστώς του παραδίδει στους Γερμανούς τους φυλακισμένους αγωνιστές.

Κάπως έτσι βρέθηκε ο Σουκατζίδης στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Χαϊδάρι μαζί με εκατοντάδες άλλους αγωνιστές. Βασανιστήρια, καψόνια, ανακρίσεις και τέλος εκτελέσεις ήταν κάτι το καθημερινό στο κολαστήριο του Χαϊδαρίου.

Ο Σουκατζίδης διατελεί χρέη διερμηνέα εκεί καθώς γνωρίζει Γερμανικά. Μια θέση που απαιτεί τεράστιο ψυχικό σθένος, καθώς οι Ναζί δεσμώτες τον ξεχωρίζουν για την μόρφωση και το ήθος του και του συμπεριφέρονται με εύνοια κάποιες φορές που θα τον φέρνει σε δύσκολη θέση απέναντι στους συντρόφους του ενώ παρευρίσκεται και στις ανακρίσεις των αγωνιστών, από την άλλη ο ίδιος έχει χρέος απέναντι στους κρατουμένους να τους προστατεύει, να τους βοηθά και να μεταδίδει τυχόν πληροφορίες που άκουγε από τους Γερμανούς.

Αλύγιστος

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που μας παραδίδει ο Φλούντζης. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ο τρομερός Radomski επέβλεπε μία ομάδα Εβραίων που μετέφεραν μπάζα και αντιλήφθηκε ότι ένας από τους εργάτες δεν είχε εντελώς γεμάτο τον ντενεκέ του και βάδιζε με πιο αργό βήμα. Ο «Σύρμας» έβαλε τις φωνές και ζήτησε από τον Σουκατζίδη να τον χτυπήσει. Εκείνος, φυσικά, αρνήθηκε με επιμονή, πράγμα που εξαγρίωσε τον διοικητή.Έτσι, άρχισε να χτυπά με μεγάλη αγριότητα τον διερμηνέα. Εν τω μεταξύ ο Εβραίος έφυγε. Όταν το είδε αυτό ο Radomski, είπε στον Ναπολέοντα ότι ο άνθρωπος που υπεράσπιζε ήταν τεμπέλης και θρασύς. Έτσι, του ζήτησε ξανά να τον χτυπήσει. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε και αναγκάστηκε να υποστεί νέο ξυλοδαρμό από τον βάναυσο διοικητή.

 

Η λίστα των μελλοθάνατων

Στις 27 Απριλίου του 1944, στους Μολάους Λακωνίας, διμοιρία του ΕΛΑΣ υπό τον Μανώλη Σταθάκη επιτίθεται κατά του γερμανού Διοικητή Φράντς Κρεχ σκοτώνοντας αυτόν και 4 μέλη της συνοδείας του. Η τακτική των Ναζί ήταν γνωστή κατά το τέλος του πολέμου. Για κάθε νεκρό Γερμανό θα εκτελούνται 50 Έλληνες ως αντίποινα. Έτσι λοιπόν αποφασίστηκε η εκτέλεση 200 αυτή τη φορά κρατουμένων του Χαϊδαρίου.

Ο Σουκατζίδης είναι αυτός που θα αναγνώσει τα 200 ονόματα. Ένας ένας φωνάζει παρών. Μπρος το θάνατο και οι διακόσοι χαμογελούν.

Ανάμεσα στη λίστα ο Σουκατζίδης θα πει και το δικό του όνομα. «Παρών». Ο ίδιος αποδέχθηκε τη μοίρα με ένα χαμόγελο και παρέδωσε τη σφυρίχτρα και τα χαρτιά του στον βοηθό διερμηνέα Θανάση Μερεμέτη λέγοντάς του:

«Θανάση, μη ξεχνάς ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και εξυπηρετείς Έλληνες αγωνιστές. Να είσαι πάντα καλός και μαλακός μαζί τους. Στο πρόσωπό σου τους αποχαιρετώ όλους».

Ο διοικητής Καρλ Φίσερ δίνει στον Ναπολέοντα την ευκαιρία να σώσει την ζωή του, και να εκτελεστεί στη θέση του κάποιος άλλος.

Όπως χαρακτηριστικά λέει η Δαμιανάκου, ο Σουκατζίδης ανταπαντά: «Θέλεις να μ’ αντικαταστήσεις όχι από εχτίμηση, αλλά μόνο και μόνο για να με κάμεις από Σουκατζίδη τίποτα. Μ’ αν πραγματικά μ’ εχτιμάς, η μόνη χάρη που μπορείς να μου κάμεις είναι να μ’ αφήσεις να πεθάνω σαν όλους στη θέση μου, γιατί ο συνεπής αγωνιστής δεν αλλάζει τη θέση του με τίποτε και για κανέναν λόγο, μάλιστα όταν η θέση του αυτή είναι μπροστά στο πολυβόλο».

Μια μαρτυρία λέει πως το στρατόπεδο σείστηκε από τα χειροκροτήματα των συγκρατουμένων και ότι οι Γερμανοί παγώσαν μπροστά στο μεγαλείο της θυσίας του Σουκατζίδη αλλά και των πανηγυρισμών των μελλοθάνατων που δεν έδειξαν στιγμή φόβο.

Από την άλλη ο Δ. Ψαθάς αφηγείται: «Κι εκεί στο Χαϊδάρι, διακόσια ονόματα φωνάζει ο στρατοπεδάρχης. Οι Ακροναυπλιώτες. Άνθρωποι που λιώσαν στα μπουντρούμια και τις εξορίες της τετάρτης Αυγούστου, που δεμένους χειροπόδαρα τους άφησε στον Γερμανό.
-Ναπολέων Σουκατζίδης

Βγαίνει κι ο Ναπολέων. Και ο στρατοπεδάρχης κομπιάζει μπροστά σ’ αυτόν τον ήρωα που μιλά εφτά γλώσσες και δέχεται μέσα στο Χαϊδάρι με θεϊκή γαλήνη τα μαρτύρια και κρατά στις καρδιές των μαρτύρων αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας και του αγώνα.

-Όχι εσύ, Ναπολέων!
-Γιατί όχι εγώ;
-Εσύ δεν θα τουφεκιστείς.
-Και πόσους θα τουφεκίσεις, αν εξαιρεθώ εγώ;
-Διακόσιους.
-Όχι. Δεν δέχομαι κανένας να μ’ αντικαταστήσει. Είμ’ Έλληνας!

Επιμένει ο στρατοπεδάρχης. Αλύγιστος ο Ναπολέων. Και βγαίνουν έξω απ’ τον σωρό οι διακόσιοι και στήνουνε χορό: Έχε γεια, καημένε κόσμε, έχε γεια, γλυκειά ζωή! Βλέπει ο Γερμανός στρατοπεδάρχης τούτους τους διακόσιους που απάνω τους βαραίνει ο ίσκιος του θανάτου να χορεύουν, να τραγουδούν και ν’ αποχαιρετάνε τους συντρόφους τους -σαστίζει. Τι είναι τούτο δω;

Αντηχεί ο αέρας από αντάρα αντρίκια:

-Έχετε γεια, παιδιά.
-Ζήτω η Ελλάδα!
-Σαν άντρες θα πάμε!

«Γεια σου Πατρίδα»

Ξημερώνει Πρωτομαγιά του 1944, και από το Χαϊδάρι φεύγουν 10 γερμανικά φορτηγά με κατεύθυνση την Καισαριανή. Μέσα στοιβαγμένοι 200 μελλοθάνατοι. Ο δρόμος γεμίζει σημειώματα, στη μάνα, στον πατέρα, στα αδέλφια, στους αγαπημένους, στους συναγωνιστές, παρακαταθήκη για αυτούς που έμεναν πίσω να συνεχίσουν την πάλη για την ελευθερία.

Στην Καισαριανή τα πολυβόλα έχουν στηθεί. Ανά 20 εκτελούνται. Οι εναπομείναντες αναγκάζονται να τους κουβαλήσουν μέχρι τα φορτηγά για να ταφούν αργότερα. Η μόνη τους επιθυμία να μην τους κλείσουν τα μάτια, τα τελευταία τους λόγια «Ζήτω η Ελλάδα!», «Ζήτω η λευτεριά!»

Το τελευταίο σημείωμα

Κάποια από τα σημειώματα που έριξαν στην διαδρομή οι μελλοθάνατοι σώθηκαν καθώς βρέθηκαν από περαστικούς:

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γράφει στον πατέρα του: «Φώτην Σουκατζίδην, Αρκαλοχώρι Ηρακλείου Κρήτης. Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου…».

Στην αρραβωνιαστικιά του Χαρά γράφει: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου».

«Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές» έγραψε ο Μήτσος Ρεμπούτσικας.

Ο Νίκος Μαριακάκης γράφει: «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος, N.Μαριακάκης Γεωπόνος Χανιά, 1-5-44, Όποιος το βρει να μην το καταστρέψει».

Με λιτό τρόπο ο Κώστας Τσίρκας συμπυκνώνει στο σημείωμά του τον ηρωισμό των πρωταγωνιστών της εποχής “Πρωτομαγιά. Γεια σας. Όλοι πάμε στη μάχη.”

Ενώ η ανήλικη δεκαεφτάχρονη Ηρώ Κωνσταντοπούλου αφήνει πίσω της το εξής τετράστιχο: “Υπομονή κι υπομονή, καρτέρι και καρτέρι, και τούτος ο Σεπτέμβριος τη λευτεριά θα φέρει.”

«Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί: κατάσαρκα φορώντας σημαίες –
η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς να ανοίγουν στο μέλλον. Εμείς
μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνο θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας»

Γ. Ρίτσος

 

Σχόλια

X