Εξαιτίας του πατέρα μου τον αγάπησα. Σε μια μακρινή εκδρομή. Δυο ενενηντάρες κασέτες και ο δρόμος με στροφές, κακοτράχαλος. Στην αρχή αγριεύτηκα. Παιδί ήμουνα και οι μπάσες φωνές τρόμαζαν τα παιδικά αυτιά μου. Μα σε λίγα λεπτά παρακαλούσα τους συνεπιβάτες για λίγη ησυχία.

Έσβησε αέρας το κερί,
που κράτουνα στη χέρα
κι είναι για μένα η ζωή,
σκοτίδι νύχτα μέρα.

Και με αυτό αγάπησα την Κρήτη, την ντοπιολαλιά της, τη μουσική, τα στιχάκια της. Κι έψαχνα τρόπο να σμίξω τη ζωή μου με τραγούδια, με πόνο, με σεβντάδες και αναστεναγμούς. «Όποιος αγαπά υποφέρει. Ο έρωτας είναι πόνος, κοπελιά. Να το κατέχεις. Αλλιώς γύρευε τη δουλειά σου». Κι αντάμωσα έρωτες σε χαράκια, σε βίγλες, σε χειμαδιά, σε μιτάτα, στην αγριάδα του τόπου και του καιρού, σε φαράγγια, σε σαλεμένα μυαλά από την αρρώστια του έρωτα. Ήπια κρασί και ρακή και μέθυσα και ανατρίχιασε φορές και φορές το κορμί μου, τα μαλλιά μου, το είναι με τη φωνή του. Στεντόρεια και σίγουρη. Ερχόταν από τον Άδη κι έφτανε ψηλά στον Ψηλορείτη κι εκείνος έπαιρνε τη μορφή του Δία και μέσα στο αστραποβρόχι φιλιόνανε οι άνθρωποι και αγαπούσανε πιο πολύ.

Έχει η Κρήτη τα σύμβολα της. Τούτο το σύμβολο κουβαλούσα πάντα μαζί μου, τον ταξίδεψα μέχρι τα Ιωάννινα και τους έπεισα όλους να τον αγαπήσουν, να αφουγκραστούν την παράξενη φωνή του, τους αυτοσχεδιασμούς, την τρέλα, την επανάσταση της καρδιάς. Βάζαμε ρακή κι ακούγαμε το Δία να τραγουδά και νιώθαμε πάντα πως η καρδιά μας ανήκει εκεί ψηλά στην κορφή με τα χιόνια και την κακοτραχαλιά του βουνού και την πρωτόγονη αλήθεια των ανθρώπων.

Η μια μεριά του φαραγγιού
δε σμίγει με την άλλη
και λαχταρούνε το σεισμό
ν’ αγκαλιαστούνε πάλι

Στο πέταμα του γερακιού
τ’ άλλα πουλιά ζηλένε
γιατί πετούνε χαμηλά
αν θένε κι αν δε θένε

Τον Ψαραντώνη τον αγαπάς στο μέγιστο. Αλλιώς δεν έχει αξία. Τον ακολουθείς, τονε γρικάς να σε συμβουλεύει σαν τον πιο γνήσιο αντάρτη που ξεχάστηκε στο σήμερα. Τραγουδά τον έρωτα, το θάνατο, σε σμίγει με φόβους, με κεραυνούς, με αστραπές. Οι ρίζες του είναι στη μάνα γη, στο βουνό, στη μουσική. Τούτος ο Φολκλόρ τύπος μοιάζει πιότερο με ροκά με τη μυσταγωγία της λύρας, με τα δοξάρια με τα κουδουνάκια νικά το θάνατο και πνίγει το βαρκάρη. Ζωή και θάνατος σε ένα αρχέγονο χορό αγκαλιάζονται και πετούν τους φόβους από τις ζωές μας.

Σε περιβόλι αμοναχό
πως ζεις καημένε κρίνε.
Σαν το καημό τσ’ αμοναξιάς
άλλος καημός δεν είναι.

Τον Ψαραντώνη τον σέβομαι για όλη τη σοφία που κουβαλεί στα μακριά μαλλιά, στα γένια, στην κορμοστασιά, στο κεφάλι του μα πιο πολύ σέβομαι και αγαπώ τη λύρα, το παίξιμο του, τους ήχους. Όταν τραγουδά πρέπει να κλείνεις τα μάτια, να αφήνες την καρδιά λεύτερη να ζήσει, την ψυχή αμοναχή να αγαπήσει εκείνο που ποθεί χωρίς πρέπει, χωρίς χειροπέδες, χωρίς μαντήλι στα μάτια.

να μην αφήνεις γιασεμι
να κοβουνε τσ’ αθούς σου
χερια που δε κατεχουνε
και σπουνε τους βλαστους σου

Εμείς τους έρωτες τους τραγουδούμε, τους ζούμε τους πονούμε. Κι έχουμε παρέα τη φωνή ετούτου του ορεσίβιου θεού που γεννήθηκε στα Ανώγεια και τραγουδά τον Ερωτόκριτου με όλο το πάθος που του πρέπει.

“Kάλλιά ‘χω εσέ με θάνατον, παρ’ άλλη με ζωή μου,
για σένα εγεννήθηκε στον κόσμον το κορμί μου”

Στέλνουμε την αγάπη μας από την Κρήτη με την ευχή να καταφέρουμε να κάμουμε πολλές ταραχές μέχρι το τέλος της ζήσης μας. Γιατί :

Η μόνη κόντρα που μπορείς να κάμεις του θανάτου
Είναι σαν έρθει να σε βρει να ‘σαι του πεταμάτου….

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X