Είναι ο ίδιος ο καφές που άφησες και την προηγούμενη φορά στο τραπεζάκι του σαλονιού, μαζί με το χαρτάκι από το μακιγιάζ σου, να μου θυμίζει πως το πρωί στάθηκες στη σειρά για να μου φέρεις πρωινό.

Είναι η ανάσα μου, που ακόμη προσπαθώ να πιάσω, που μαρτυρά τον έρωτα που μοιραστήκαμε λίγο πριν φύγεις. Όχι για να με αφήσεις, αλλά για να γυρίσεις το απογευματάκι.

Η μάνα σου σε έψαχνε στο τηλέφωνο. Η κλήση όμως ήταν υπεραστική στον μικρόκοσμο που είχαν φτιάξει τα κορμιά μας εκείνη την ώρα. Είχαμε ιδρύσει τη δική μας μικρή χώρα. Ένα βασίλειο ανοιξιάτικης επαφής, όπου κάθε ύψωμα που ενώνει τους ανθρώπους έχει θέα την ηδονή.

Το καλαμάκι από τον καφέ σου είναι δαγκωμένο κι έχει ακόμη λίγο από το κραγιόν σου. Τα παγάκια πλέον έχουν λιώσει. Κάνω να πιω την τελευταία σου γουλιά, για να βάψω κρυφά τα χείλη μου με όσο κραγιόν απέμεινε· κάτι σαν φιλί, που η φαντασία δημιουργεί απ΄ ό,τι άφησες από το πρωινό.

Πιάνω τον καφέ σου και τον σηκώνω απ΄ το τραπέζι. Τον ακουμπάω πάλι πίσω, βιαστικά. Δεν θέλω να αντικρίζω το σημάδι που έχει αφήσει το ποτήρι σου. Γιατί το σημάδι από το ποτήρι φαίνεται όταν μαζεύεις ό,τι τελείωσε. Μαζεύεις για να έρθει ό,τι έπεται. Κι εγώ σε θέλω εδώ, για λίγο ακόμη. Γιατί η στιγμή μας δεν τελείωσε ακόμη, γιατί κρατιέται από τον καφέ σου.

Θα σκύψω ευλαβικά να πιω την τελευταία σου γουλιά, δίχως να τον αγγίζω. Απαλά, όπως θα έψαχνα τα χείλη σου με τα μάτια κλειστά· πολύ νωρίς, αχάραγα σχεδόν, ένα καλοκαιρινό πρωί, δίπλα στο κύμα.

Θα κοινωνήσω την τελευταία μας στιγμή, πριν πας για τις δουλειές σου. Και θα προσεύχομαι, σιωπηλά από την ύπαρξή μου, η στιγμή αυτή ν΄ αναστηθεί στον επόμενο καφέ, το επόμενο πρωί.

Σχόλια

X