Το NBA είναι η λίγκα των καλύτερων. Ακόμα και σήμερα που δεν υπάρχουν οι αστέρες του παρελθόντος, με τις εξαιρέσεις (Κόμπι, Ντουράντ, Χάουαρντ κτλ) να επιβεβαιώνουν τον κανόνα, θεωρείται το κορυφαίο πρωτάθλημα τόσο σε ποιότητα όσο και σε κέρδη. Παρόλα αυτά, ακόμα και στις καλές του εποχές, υπήρχαν παίκτες που κέρδιζαν τη συμπάθεια του κοινού όχι χάρη στις σπουδαίες τους ικανότητες, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο!
Η αποχώρηση του Μπράιαν Σκαλαμπρίνι, ενός φόργουορντ που αγωνίστηκε ελάχιστα, που σκόραρε ελάχιστα, που δεν έχει να επιδείξει απολύτως τίποτα σε επίπεδο ατομικών επιτευγμάτων, αλλά κατόρθωσε να κερδίσει το δακτυλίδι του πρωταθλητή, ήρθε να μας θυμίσει πως στο ΝΒΑ δεν υπάρχει χώρος μόνο για τους σούπερ σταρ, αλλά και γι’ αυτούς που δεν έχουν και τόσο καλή σχέση με το… μπάσκετ. Το 3pointmagazine.gr σας παρουσιάζει τους 5, τουλάχιστον κατά τα δικά μας κριτήρια, χειρότερους παίκτες όλων των εποχών που αγωνίστηκαν στο μαγικό κόσμο της άλλης όχθης του Ατλαντικού.
Mark Madsen
Ως ασίσταντ κόουτς μάλλον τα πηγαίνει καλύτερα, διότι ως παίκτης η λέξη «διέπρεψε» δεν είναι αυτή που ταιριάζει στη σταδιοδρομία του. Αγωνίστηκε για 9 χρόνια στο ΝΒΑ (2000-2009) και στην καλύτερη του σεζόν (2004) είχε 72 συμμετοχές, 3.6 πόντους και 3.8 ριμπάουντ μέσο όρο. Όποτε σούταρε και η μπάλα κατέληγε στο καλάθι το κοινό τον αποθέωνε, όπως θα πανηγύριζε κανείς ένα γκολ. Είναι χαρακτηριστικό πως ο μέσος όρος των φάουλ που έκανε ήταν μεγαλύτερος από αυτόν των πόντων που είχε σε κάθε ματς.
Παρόλα αυτά κατόρθωσε να κατακτήσει δύο πρωταθλήματα με τη φανέλα των Λος Άντζελες Λέικερς, έχοντας μηδενική μεταφορικά, αλλά και… κυριολεκτικά συμβολή! Χαρακτηριστικά το 2002 ο Μάντσεν αγωνίστηκε σε 7 αγώνες πλέι οφ και είχε σε όλες τις στατιστικές κατηγορίες… κουλουράκι, εκτός αυτής των ριμπάουντ (0,3), για την οποία φημιζόταν και περισσότερο λόγω της δύναμής του. Όπως και αν έχει το όνομά του μπήκε στην ιστορία, αν και οι περισσότεροι θα θυμούνται τη φάση, που έψαχνε το… παπούτσι του την ώρα του αγώνα των Λέικερς με τους Πέισερς!
 

Greg Kite
To όνομά του σημαίνει χαρταετός. Και η αλήθεια είναι πως το δικαίωσε. Κατόρθωσε να μείνει ψηλά για πολλά χρόνια. Αγωνίστηκε σε σπουδαίες ομάδες (Σέλτικς, Κλίπερς, Χόρνετς, Κινγκς, Μάτζικ και Πέισερς), κέρδισε τίτλους (1984 και 1986), αλλά ο ίδιος δεν κατάφερε ποτέ να παίξει μπάσκετ υψηλού επιπέδου. Αυτή τη φορά η γλώσσα των αριθμών δεν ψεύδεται. Ο Κάιτ είναι ένας από τους χειρότερους σέντερ που πάτησαν ποτέ τα παρκέ των γηπέδων του ΝΒΑ, έχοντας μετά από 12 χρόνια 1.717 πόντους και 2.607 ριμπάουντ. Δηλαδή 2,5 πόντους και 3,8 ριμπάουντ ανά αγώνα. Όπως και ο Madsen, ο Κite έβαζε την μπάλα στο καλάθι μόνο αν ήταν ελεύθερος και μπορούσε να έχει μια δεύτερη ή τρίτη προσπάθεια στη διάθεσή του!
Michael Ruffin
Το κακό για τον Ruffin, είναι πως εκτός των δικών του κάκιστων επιδόσεων, δεν μπόρεσε να κατακτήσει και κάποιο τίτλο. Ένας παίκτης που έπαιζε σκληρά, έκανε πολλά φάουλ, τα οποία συνολικά ήταν και περισσότερα από τους πόντους που σημείωσε (942 έναντι 716) στην καριέρα του και μάλλον προκαλούσε περισσότερο κακό από αυτά που προσέφερε. Ωστόσο, από το 2000 μέχρι και το 2009, έβρισκε πάντα ένα συμπαθητικό συμβόλαιο σε κάποια ομάδα του ΝΒΑ. Στην Ουάσινγκτον στέριωσε κιόλας, καθώς έμεινε για τρία χρόνια αν και κανείς ποτέ δεν κατάλαβε τον λόγο αυτή της επιμονής των Ουίζαρντς. Ο γεννηθείς στις 21 Ιανουαρίου του 1977, πάουερ φόργουορντ μπορεί να περηφανεύεται πάντως για δύο πράγματα. Το ένα είναι η θεαματική βελτίωση που είχε στο Σικάγο, στη δεύτερη χρονιά της θητείας του (από 3.5, μάζευε 5.8 ριμπάουντ ανά αγώνα και σκόραρε 2.6 πόντους αντί για 2.2), αλλά και το ότι στην τελευταία του χρονιά στο ΝΒΑ με τη φανέλα των Πόρτλαντ Μπλέιζερς είχε απόλυτη ευστοχία στις βολές. Απαραίτητη υποσημείωση για το τελευταίο, το ότι αγωνίστηκε μόλις σε 11 παιχνίδια…
Jim Mcllvaine
Όταν ήταν ακόμα στο κολλέγιο, οι προβλέψεις έκαναν λόγο για έναν παίκτη που θα μπορούσε να κάνει μια αξιοπρεπή καριέρα στο ΝΒΑ. Όπερ και εγένετο. Για 7 χρόνια (1994-2001) έβγαζε το ψωμί του στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου και μάλιστα εξασφάλισε μια πολύ καλή συμφωνία. Μια συμφωνία που χαρακτηρίστηκε… σκάνδαλο. Και αυτό διότι οι Σηάτλ του είχαν προσφέρει επταετές συμβόλαιο, με ετήσιες αποδοχές που άγγιζαν τα 5 εκατομμύρια δολάρια! Η πρόταση τότε των πανίσχυρων Σουπερσόνικς είχε βγάλει από τα ρούχα του ακόμα και τον Σόνι Κέμπ, που δεν πίστευε ότι ένας παίκτης των 2 πόντων και 3 ριμπάουντ ανά αγώνα θα μπορούσε να καλύψει το κενό που υπήρχε μέσα στη ρακέτα, πόσω μάλλον να σταματήσει επιτυχώς αντιπάλους όπως ο Σακίλ Ο ‘Νιλ. Δυστυχώς για το Σήατλ η κριτική που ασκήθηκε ήταν βάσιμη και ο Mcllvaine ήταν πάντα ο παίκτης των χαμηλών πτήσεων, αποχωρώντας με τη στάμπα ενός χαμένου ταλέντου.

 

Brian Scalabrine
Ο καλύτερος όλων, βάσει αριθμών τουλάχιστον, αλλά και ο αγαπημένος της εξέδρας. Όταν αποχώρησε από τους Σέλτικς με προορισμό τους Μπουλς, οι υποστηρικτές των πρασίνων, έφτιαξαν, πλακάτ, μπλούζες, σελίδες σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης με κεντρικό σλόγκαν «Δεν μπορείτε να μας τον πάρετε», με τους οπαδούς των Ταύρων να απαντούν αναλόγως. Προφανώς πρόκειται για ένα μεγάλο παιχνίδι ειρωνείας. Ο Scalabrine δεν ήταν ποτέ του σπουδαίος παίκτης.
Τα περισσότερα παιχνίδια τα έβλεπε από τον πάγκο, ενώ έχει αφήσει ιστορία με την ατάκα του ότι «πάντα θέλω να δίνω ό,τι έχω είτε παίζω ένα λεπτό, είτε 44». Βέβαια ένα παιχνίδι του ΝΒΑ έχει διάρκεια 48 λεπτά…  Μικρή και επουσιώδης λεπτομέρεια για τον 34άχρονο παλαίμαχο πια φόργουορντ, αλλά και δείγμα του πως αντιμετώπιζε και ο ίδιος τόσο την καζούρα που του γινόταν, όσο και το ότι δεν ήταν πρωταγωνιστής.
«Σε πέντε χρόνια κανείς δεν θα θυμάται τίποτα, σε δέκα θα είμαι ακόμα πρωταθλητής, σε 20 θα λέω στα παιδιά μου ότι ξεκίνησα βασικός και σε 30 θα τους πως ότι ήμουν MVP!» Πράγματι ο χρόνος σβήνει τα ίχνη. Ο Scalabrine, “white mamba”, όπως τον φώναζαν κατά παράφραση του “black mamba” (παρατσούκλι που συνοδεύει τον Κόμπι) αναδείχτηκε πρωταθλητής με τους Σέλτικς το 2008 και ας τον κορόιδεψαν και γι’ αυτό. «Ένα λεπτό: Ένα τίτλος», αυτή ήταν η ατάκα που σκέφτηκαν κάποιοι για να τον τσιγκλίσουν. Στην πραγματικότητα όμως αγωνίστηκε πολύ περισσότερο.
Αντιθέτως το ρεκόρ του… ενός λεπτού ανήκει σε έναν νεοαποκτηθέντα παίκτη του Παναθηναϊκού. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον Άντι Πάνκο. O αμερικανός άσος του τριφυλλιού αγωνίστηκε μια και μοναδική φορά με τη φανέλα των Ατλάντα Χοκς για λίγα μονάχα δευτερόλεπτα. Αν συγκρίνουμε βέβαια τους δύο παίκτες, μιλάμε για ξεκάθαρη αδικία. Γι’ αυτό και ο ένας πέρυσι αναδείχτηκε πολυτιμότερος παίκτης του καλύτερου ευρωπαϊκού πρωταθλήματος (ACB) και ο άλλος πάτωσε στην όχι και τόσο ισχυρή πια Μπενετόν Τρεβίζο…

Σχόλια

X