UntitledΤην τελευταία τετραετία στην Ελλάδα άλλαξαν πολλά. Συνήθως προς το χειρότερο. Οι εικόνες με ανθρώπους να βρίσκουν στέγη σε χαρτόκουτα, άλλους να ψάχνουν φαγητό στα σκουπίδια και άλλους να αυτοκτονούν επειδή δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα, αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας.

Μαζί με τα χρήματα, ευτυχώς δεν πήγε περίπατο κι η αξιοπρέπεια. Κανείς δεν ζητά λύπηση. Κανείς δεν ζητά έλεος. Απλώς το δικαίωμα να ζει.

«Δεν είμαι ζητιάνος, πουλάω αναπτήρες»
Ένας ηλικιωμένος προσπαθεί να διασχίσει το γεμάτο από κόσμο βαγόνι. Πουλά αναπτήρες. Η φωνή του ίσα-ίσα που καταφέρνει να βγει. Αρκετοί είναι εκείνοι που δείχνουν εντυπωσιασμένοι. Ακόμα και σήμερα, δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι βλέπει τον παππού του και τη γιαγιά του, να υποχρεώνονται σε πολύωρες περιπλανήσεις για να ζήσουν. Κάποτε υπήρχε σύνταξη. Τώρα υπάρχει η εξαθλίωση.

Κάποτε επίσης οι άνθρωποι άνοιγαν πιο εύκολα το πορτοφόλι τους. Ο παππούς δυσκολευόταν να πουλήσει τους αναπτήρες του αν και η τιμή τους ήταν χαμηλή. Καθώς ετοιμάζεται να βγει τον σταματούν δύο φίλοι. Του δίνουν τα χρήματα, που ζητά αλλά δεν δέχονται να πάρουν τους αναπτήρες. Ο παππούς τούς επιστρέφει τα λεφτά. «Αν θέλετε να με βοηθήσετε θα πάρετε τους αναπτήρες. Δεν παίρνω έτσι χρήματα». Χάρη σε αυτά θα μπορούσε πιθανότατα να πάρει κάτι να φάει. Να πάει πιο γρήγορα να ξεκουραστεί. Παρόλα αυτά αρνήθηκε. Η τιμή δεν έχει τιμή. Οι φίλοι το κατάλαβαν και αγόρασαν κανονικά τους αναπτήρες.

Γύρισε για δύο ευρώ…
«Σίγουρα θες να μου τα δώσεις;» λέει στον Τάσο ένας νεαρός άστεγος στο Νέο Ηράκλειο. Μόλις συνειδητοποίησε ότι αυτή τη φορά στη χούφτα του δεν κρατούσε κάποιο εικοσάλεπτο, αλλά ένα κέρμα των δύο ευρώ τα επέστρεψε. Ο Τάσος του χαμογέλασε και του είπε «Σίγουρα». Αρκούσε η χειρονομία. Τη στιγμή που εκείνος πεινούσε, σκέφτηκε ότι μπορεί να έγινε λάθος και να στερεί τα χρήματα από έναν άνθρωπο που θέλησε να τον βοηθήσει. Δείγμα πραγματικής αλληλεγγύης.

«Μη μου το δίνεις, μάθε με να το φτιάχνω»
Το φαινόμενο της φτώχειας δεν αποτελεί… προνόμιο μόνο του κέντρου της Αθήνας. Στα Μέγαρα συναντά κανείς επίσης συχνά περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν χάσει τα πάντα και βρίσκονται στο δρόμο. Λίγο έξω από γνωστό φαστφουντάδικο βρίσκεται τυλιγμένος με μια κουβέρτα ένας άνδρας. Του προσφέρεται ένα χάμπουργκερ. Ευγενικά αρνείται. «Είμαι μουσουλμάνος, δεν τρώω χοιρινό», εξηγεί, αλλά πριν προλάβουν να φύγουν εκείνοι που το έδωσαν, τους ζητά μια χάρη. «Δεν θέλω ο κόσμος να μου δίνει φαγητό, αλλά να με μάθει να το φτιάχνω».

Η κοινωνία μας δεν χωρά ανθρώπους που θέλουν να είναι χρήσιμοι. Είναι αφιλόξενη για τους  συνταξιούχους, για τους νέους, για τους μετανάστες, για τους Έλληνες, για τους άπορους, για τους αδύναμους οικονομικά. Τους περιθωριοποιεί και τους συνθλίβει. Τους μετατρέπει σε νομάδες στην ίδια τους την πόλη. Η κοινωνία όμως σε ποιον ανήκει; Στα συμφέροντα ή σε όσους την αποτελούν;

 

Κώστας Παπαντωνίου

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ξεκίνησε να δημοσιογραφεί το 2009, ως μπασκετικός ρεπόρτερ στo sport.gr όπου έμεινε μέχρι το 2011. Στη συνέχεια συμμετείχε στο trollradio.gr ως μουσικός παραγωγός για ένα χρόνο. Τον Μάρτη του 2012 δημιούργησε μαζί με φίλους και συναδέλφους το αυτοδιαχειριζόμενο διαδικτυακό περιοδικό 3pointmagazine.gr και από το καλοκαίρι του '12 εργάζεται στην εφημερίδα Αυγή.

Σχετικά Άρθρα

X