Είμαι ένας αξιοσέβαστος πολίτης, με καλή ανατροφή και οικονομικά ανεξάρτητος. Με τους γείτονες μου οι σχέσεις μας βρίσκονται σε αρίστη κατάσταση. Κάθε διαφορά μεταξύ μας λύνεται με ειρηνικό τρόπο, με το σύλλογο που ιδρύσαμε, όπου όλοι σχεδόν ανήκουμε. Όλα τα τακτοποιούμε με σύμφωνα. Ως τώρα όλα πάνε περίφημα. Εγώ έχω την ελευθερία μου και τις εμπορικές συναλλαγές μου, έχω τους φίλους μου και τους πελάτες μου, κρατώ τις αρχές μου και εκτρέφω γουρούνια.

Έτσι μπράβο, τώρα να καθίσουμε ωραία, ωραία, μικρό μου, να πλύνουμε τα τριανταφυλλένια αυτάκια σου να ‘ναι καθαρά και, όταν θα ‘ρθουν οι πελάτες να φαινόμαστε γεροί, χαρούμενοι κι ορεκτικοί. Κι όταν θα ‘μαστε φρόνιμοι και θα τρώμε με τάξη, τότες ασφαλώς κάτι καλό θα ‘χουμε να κερδίσουμε στη ζωή κι ο πελάτης θα πει: Μα! Αυτό είναι ένα ωραίο και καλό γουρουνάκι! Γιατί, τι άλλο επιθυμείς, τι θέλει η μικρή σου καρδιά; Να πουληθείς! Ω! Είσαι έξυπνο εσύ! Κι αν καμιά φορά νοιώσεις το παραμικρό, ότι δεν σε φροντίζω, ότι ξεχνώ για μια στιγμή τι λαχταράει η καρδιά σου, αμέσως με το γρύλισμα σου μου το θυμίζεις. Φτάνει να περάσει κάποιος, που δείχνει πως δεν έφαγε ακόμα κι αμέσως γρυλίζεις. Έτσι είμαι κι εγώ ήσυχος πως… (το γουρούνι γρυλίζει – Ο Ντάνσεν κοιτάζει χαρούμενα γύρω του)

Τι συμβαίνει, τι συμβαίνει; Λες να ‘ρχεται κάποιος; Πλησιάζει κανένας πελάτης;

(Σιμώνει ένας οπλισμένος άντρας, γλιστρώντας και κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω του, με κατεβασμένο το καπέλο βαθειά στη μούρη του. Σταματά μπρος στην πόρτα του μαγαζιού και βγάζει ένα μάτσο αντικλείδια απ’ την τσέπη του παντελονιού του. Τα δοκιμάζει ένα ένα, χαμογελώντας συγχρόνως του Ντάνσεν, που τα μαλλιά του αρχίζουν να ορθώνονται. Τελικά ο διαρρήκτης χάνει την υπομονή του και μπαίνει απ’ το παράθυρο, κρατώντας ένα μεγάλο πιστόλι στο χέρι. Αμέσως ακούγονται τρομεροί θόρυβοι μέσ’ απ’ το σπίτι. Φωνές βοήθειας. Ο Ντάνσεν σηκώνεται αλαφιασμένος, βαστώντας το γουρούνι κάτω απ’ τη μασχάλη, τρέχει σα χαμένος δώθε-κείθε. Ύστερα πάει στο τηλέφωνο).

Σβέντσον! Σβέντσον! Τι να κάνω; Μέσα απ’ το περίπτερο φωνάζουν βοήθεια. Ένας άγνωστος ήρθε και μπρος στα μάτια μου έσπασε την πόρτα του σπιτιού δίπλα… Τι, ακούγονται οι φωνές ίσαμε σένα; Φυσικά, δεν μπορώ να επέμβω, δεν έχω το δικαίωμα να μπω σε ξένο σπίτι. Τι θα κάνω όμως όταν ξαναβγεί; Τρέμω σύγκορμος από αγανάκτηση!… Α, σ’ αυτό να ‘σαι σίγουρος! Θα του πω την καθαρή μου γνώμη. Ξέρεις, άλλωστε, τις αρχές μου… Όχι, δεν εννοώ τις χρηματικές μου συναλλαγές, της ηθικές μου αρχές εννοώ (κοιτάζει προσεχτικά γύρω του και σιγοτραγουδά στο τηλέφωνο):

Σ’ όλες τις χώρες και τα βασίλεια
όπου ένας Ντάνσεν βγαίνει μπροστά
πολεμάει με μέτωπο καθάριο
Για κείνα που θαρρεί τίμια και σωστά

Με λίγα λόγια, θα του πετάξω στα μούτρα όλη μου την απέχθεια. Τρέμω ολόκληρος από αγανάκτηση.

Το παραπάνω απόσπασμα αποτελείται από έναν μονόλογο του Ντάνσεν, με τον οποίο ξεκινά το ομώνυμο έργο. Το μονόπρακτο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ντάνσεν, αποτελεί μια άτυπη «συνέχεια» του Πόσο Κοστίζει το Σίδερο, γραμμένα και τα δυο το 1939 στη Σουηδία και τη Δανία, επίκαιρα κομμάτια της εποχής εκείνης: Παραβολές για την καταραμένη ουδέτερη στάση απέναντι στο φασισμό που τελικά ευνοούσε τις ληστρικές εκστρατείες του Χίτλερ και τις ενίσχυε. Και τα δυο αυτά έργα του Μπρεχτ κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα σε μια συλλογή με τίτλο Μονόπρακτα (1η έκδοση από τις Εκδόσεις Βιβλιοθήκη των Νέων, 1976, σε μετάφραση της Μαρίας – Λουίζας Κωνσταντινίδη), όπου συμπεριλαμβανόταν και τα Φως στα Σκοτάδια, Μικροαστικοί Γάμοι και Ο Ζητιάνος ή Το Ψόφιο Σκυλί.

Σχόλια

X