Είναι ιδιόμορφο πράγμα η ποίηση. Απ’ την μια επιβάλει να ακολουθείς αυστηρά αφηγηματικά μέτρα και απ’ την άλλη σου προσφέρεις μοναδικές στιγμές ελεύθερης γραφής. Από την εποχή της ώριμης Αναγέννησης ακόμα, η κριτική στον ποιητικό λόγο κινήθηκε γύρω από τον τρόπο που αναπτύσσεται ο τελευταίος, σχετικά με το ύφος, το μέτρο, τη θεματική, την λογοτεχνική απόδοση με λίγα λόγια.

Αυτό το πλαίσιο κριτικής, έστω και μετασχηματισμένο, ακολουθεί ακόμα και σήμερα τις πεζογραφικές κρίσεις. Και επειδή το θέμα δείχνει να «ανοίγει» επικίνδυνα, ας αρκεστούμε στην οπτική απόδοση του Γκρέγκορυ Κόρσο για το τι είναι ποίηση: «Ποίηση είναι οτιδήποτε μπορεί να απαντήσει ή να μην απαντήσει στο τι είναι ποίηση».

Τούτη η φράση που περικλείει μέσα της  το στοιχείο μιας ακανόνιστης ελευθερίας δείχνει να ‘ναι ικανός οδηγός ανάγνωσης για μια προσέγγιση (άναρχη ή μη δεν έχει σημασία) του ποιητικού λόγου.

Έτσι, όταν ξεκίνησα να διαβάζω την «Νυχτερινή Ταλάντευση» το πρώτο πράγμα που μου καρφώθηκε στο νου ήταν εκείνο το ελευθεριακό πλαίσιο (εικόνων, νοημάτων και φυσικά γραφών) που με μπόλιασε στον ποιητικό λόγο. Και για να είμαστε συγκεκριμένοι: δεν μιλάμε για μια ακαθόριστη πεζογραφική λειτουργία που παράγει λέξεις, φράξεις ή διανοήματα, αλλά για μια απόδοση συναισθηματικών εντάσεων, σκέψεων ή καταστάσεων, οι οποίες δίνονται στον αναγνώστη με την μορφή, άλλοτε σκόρπιων και άλλοτε τακτοποιημένων θυμήσεων.

Αυτό που αξίζει κανείς να προσέξει στην ποιητική γραφή της Κατερίνας Καραβία δεν είναι η ελευθεριακή γραφή δρόμου, η οποία μπορεί κινείται σε παράλληλους χρονικούς δρόμους, αλλά η γενική αισθητική σε συνάρτηση με το ύφος και την ποικίλη θεματική που τα διαπερνά. Έτσι, διαβάζοντας, λόγου χάρη, το ποίημα «καταγωγή των ειδών», μπορεί η ανησυχία να επικεντρώνεται στη αιώνια «θεϊκή αδικία» του δυνάστη δημιουργού, του δυνάστη ανθρώπου, του δυνάστη χρόνου, ενώ την ίδια στιγμή η σκέψη βασανίζεται με την ακαταμάχητη και καταστροφική θέλξη της μοναχικότητας… «μοναξιά».

Είναι ιδιόμορφο πράγμα ο ποιητικός λόγος, ενσωματώνει όλες εκείνες τις οπτικές, τις θεωρήσεις, τις συναισθηματικές φάσεις ή αντιφάσεις που θα μπορούσε να απλώνει μια νουβέλα ή μια συλλογή διηγημάτων. Η διαφορά, όμως, στην ποίηση, έγκειται στο ότι ο λόγος είναι πιο ελεύθερος και πιο μεταβλητός, στο σημείο, μάλιστα, που να προσαρμόζει ο αναγνώστης την συναισθηματική του φάση ή θύμηση στον μέτρο που ο ίδιος επιθυμεί. Διαβάζοντας την «σέχτα ονείρων» παρουσιάζονται στο νου εικόνες οι οποίες κινούνται μεταξύ (ακραίου) ρεαλισμού και έντονης συναισθηματικής φόρτισης σχετικά με την μαύρη (οπτικοποίηση) της κοινωνίας και την αδιέξοδη κατάσταση που μπολιάζει την σκέψη ενός νέου ανθρώπου.  Οργή…

Όπως και η ποιητική σύνθεση της «πόλης», που μπορεί να αλλάζει καταστάσεις, όψη και χρώμα, ανάλογα με την συναισθηματική κατάσταση του κοριτσιού που την γυρίζει, την τρέμει και την φοβάται, που την αγαπά και την μισεί, που ξερνά πάνω τις μελωδίες, χαμόγελα και φωτιά… Η πόλη σαν μια ανομοιόμορφη εικόνα, γεμάτη ατέλειες στην σχηματική της όψη, αλλά πλούσια σε χρωματικές αποχρώσεις λες και σμιλεύτηκε από το πινέλο του Σεζάν ή Γκωγκέν και που δίνει στην ποιήτρια την πρωταρχική και την τελική αιτία της κίνησης, της σκέψης, της γραφής…

Και αυτό ακριβώς αντιλαμβάνεται και τελικά ενσωματώνει η Κατερίνα Καραβία στην «Νυχτερινή Ταλάντευση»: την πολύμορφη και πολυδιάσταση ανάγκη της λογοτεχνικής επικοινωνίας με αυτόν που θέλει να κινηθεί, να σκεφτεί και γράψει παράλληλα με την συγγραφέα…

Σχόλια

X