Είναι κοινή παραδοχή πως τα απαγορευμένα πράγματα στη ζωή είναι και τα πιο ελκυστικά. Όταν απαγορεύεις σε κάποιον να κάνει κάτι, τότε αυτό το κάτι φαντάζει σαν το μήλο στον κήπο της Εδέμ. Έχοντας μάλλον άγνοια αυτής της παραδοχής, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφασίζει να απαγορεύσει την παρασκευή, διακίνηση, εισαγωγή, εξαγωγή και πώληση αλκοολούχων ποτών. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, η ιστορία δεν αφορά το σήμερα, αλλά χρονολογείται έναν περίπου αιώνα πριν.

Τότε που η Ευρώπη έκλεινε τις πληγές της από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι ΗΠΑ αποφάσιζαν με νόμο την απαγόρευση του αλκοόλ σε όλη σχεδόν την επικράτειά τους. Η αρχή είχε γίνει από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ένα συνεχώς αυξανόμενο κίνημα αμερικανών πολιτών, με προεξάρχουσες τις θρησκευτικές προτεσταντικές αρχές, διακήρυττε πως η απαγόρευση κάθε φύσης αλκοόλ θα μείωνε τους θανάτους, αλλά και την εγκληματικότητα. Στα επιχειρήματα των υπερασπιστών της ποτοαπαγόρευσης (Prohibition) ήταν και η «αντεθνική” χρησιμοποίηση δημητριακών για την παραγωγή αλκοολούχων ποτών και όχι τροφίμων, ενώ επιφανείς επιχειρηματίες (όπως ο Τζον Ροκφέλερ) υποστήριζαν ότι οι εργαζόμενοι θα ήταν πιο παραγωγικοί εάν απείχαν από το αλκοόλ.

Οι πρώτοι ‘σπόροι’
Στο πλαίσιο της προπαγάνδισης και της υπεράσπισης των θέσεων αυτών, συστήθηκαν δύο πανίσχυρες ενώσεις, η «Ένωση κατά των Σαλούν” (Anti-Saloon League) και η «Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια” (Women’s Christian Temperance Union), οι οποίες συνεργάστηκαν και εκπροσωπήθηκαν αμφότερες στο Κόμμα της Απαγόρευσης (Prohibition Party), που πήρε μέρος στις προεδρικές εκλογές του 1872, αλλά συγκέντρωσε μόλις 5.608 ψήφους.

Τις τρεις επόμενες δεκαετίες το κλίμα άρχισε να αλλάζει και η κοινή γνώμη να μετατοπίζεται υπέρ της απαγόρευσης, καθώς πολλές ζυθοποιίες είχαν ιδιοκτήτες γερμανικής καταγωγής, γεγονός που επαύξησε τα αντιγερμανικά αντανακλαστικά των Αμερικανών.

Η ψήφιση…
Στις αρχές του 1919 λοιπόν και αφού ο αγώνας των κινημάτων κατά του αλκοόλ είχε ενταθεί, το 75% των αμερικανών πολιτών τασσόταν υπέρ της απαγόρευσης, γεγονός που επέτρεψε στην κυβέρνηση του Γούντροου Ουίλσον να θεσπίσει νόμο που απαγόρευε την πώληση ή διακίνηση αλκοολούχων ποτών (16 Ιανουαρίου 1919). Ένα χρόνο αργότερα, στις 16 Ιανουαρίου του 1920, τίθεται σε ισχύ με το νόμο Βόλστιντ (Volstead Act).

… και οι συνέπειες
Όπως όμως σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, έτσι και σε αυτή, η απαγόρευση δημιούργησε ισχυρό δέλεαρ, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μη μειωθεί η κατανάλωση αλκοόλ, αλλά να ανθίσει η μαύρη αγορά και η αύξηση της ζήτησης. Παράλληλα με τη δημιουργία χιλιάδων αποστακτηρίων και παράνομων μπαρ, το οργανωμένο έγκλημα διογκώθηκε και άρχισε να παίρνει διαστάσεις τεράστιας συμμορίας, στην οποία εμπλέκονταν τοπικοί άρχοντες, κρατικοί φορείς και αστυνομικοί.

Τα φαινόμενα διαφθοράς αυξήθηκαν εντυπωσιακά, ενώ οι τοπικές συμμορίες άπλωναν τα δίχτυα τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, με αποτέλεσμα να ελέγχουν ακόμη και υποψήφιους προέδρους των ΗΠΑ.

Και ενώ στα πρώτα χρόνια της απαγόρευσης οι θάνατοι και οι ασθένειες που σχετίζονταν με το αλκοόλ είχαν μειωθεί, η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, καθώς η διάδοση των νοθευμένων ποτών οδήγησε εκατοντάδες ανθρώπους στην τύφλωση και την παράλυση. Παράλληλα τα έσοδα – ή μάλλον η έλλειψη εσόδων- από τη φορολόγηση του αλκοόλ, έκανε δυσχερέστατο το έργο της κυβέρνησης, η οποία έχανε κάθε χρόνο 500 εκατομμύρια δολάρια.

Το τέλος της απαγόρευσης
Και πάλι η κοινή γνώμη πραγματοποίησε ακόμα μία μετατόπιση, αυτή η φορά κατά της απαγόρευσης, μιας και οι συνέπειες μόνο ευεργετικές δεν ήταν για το σύνολο των πολιτών. Σε συνδυασμό μάλιστα με την «αδυναμία” στο μαρτίνι, του υποψήφιου προέδρου των ΗΠΑ, του δημοκρατικού Φραγκλίνου Ρούσβελτ, η ποτοαπαγόρευση έδειχνε ότι έπνεε τα λοίσθια.

Έτσι στις 5 Δεκεμβρίου του 1933, η ποτοαπαγόρευση ήρθη στο μεγαλύτερο μέρος των ΗΠΑ, μετά την υιοθέτηση από το Κογκρέσο της 21ης Τροποποίησης του Συντάγματος, βάζοντας τέλος σε ένα ατέλειωτο κυνηγητό παράνομων εμπόρων και αρχών, με το αλκοόλ να νομιμοποιείται, αλλά την παρανομία -σε άλλου είδους δραστηριότητες- να παραμένει.

Σχόλια

X