Κα ΑΛΒΙΝΓΚ: Βρυκόλακες! Όταν άκουσα μέσα κει τη Ρεγκίνα και τον Όσβαλντ ένοιωθα ότι έβλεπα μπροστά μου Βρυκόλακες, πάστωρ Μάντερς. Δεν είναι μόνο τα όσα κληρονομήσαμε από τους γονείς μας που «κυριαρχούν» μέσα μας. Είναι κι όλες οι νεκρές ιδέες, όλες οι δίχως ζωντάνεια γερασμένες πεποιθήσεις και πάει λέγοντας. Αυτές τις βρυκολακιασμένες ιδέες δεν έχουμε τη δύναμη να τις πετάξουμε από πάνω μας. Όταν διαβάζω καμιά εφημερίδα νομίζω ότι βλέπω βρυκόλακες να χοροπηδούν ανάμεσα στις λέξεις. Όλη η χώρα φαίνεται ασφυχτικά γεμάτη από Βρυκόλακες, Βρυκόλακες σαν την άμμο της θάλασσας. Και να που τώρα φοβόμαστε με τόση κακομοιριά το φως.

ΜΑΝΤΕΡΣ: Α! Να λοιπόν τ’ αποτελέσματα των βιβλίων που διαβάζετε! Και τι αποτελέσματα! Ω, αυτά τα τρομερά, τα επαναστατικά βιβλία που εκθειάζουν την ελεύθερη σκέψη.

Κα ΑΛΒΙΓΝΚ: Κάνετε λάθος, αγαπητέ μου Πάστωρ. Εσείς μου εμπνεύσατε αυτή τη σκέψη και σας ευχαριστώ με όλη μουν την καρδιά.

ΜΑΝΤΕΡΣ: Εγώ;

Κα ΑΛΒΙΝΓΚ: Ναι -όταν με αναγκάσατε να υποστώ αυτό που ονομάζετε καθήκον και υποχρέωση· όταν επαινούσατε για σωστό και δίκαιο εκείνο που σιχαινόμουν μ’ όλη μου την ψυχή. Από τότε άρχισα να δυσπιστώ στο δόγμα σας. Από τότε κατάλαβα ότι ήταν κούφια λόγια και τίποτα παραπάνω.

ΜΑΝΤΕΡΣ (Ήρεμα και συγκινημένος): Αυτό ήταν λοιπόν το τέλος της σκληρότερης μάχης που έδωσα στη ζωή μου;

Κα ΑΛΒΙΝΓΚ: Πείτε καλύτερα της πιο αξιολύπητης ήττας σας.

Από το έργο του Χένρικ Ίψεν, Βρυκόλακες, σε μετάφραση του Μάριου Λαέρτη (Εκδόσεις Μαρή, 1977).

Σχόλια

X