Ο Τζέημς Τζόυς αποτελεί έναν από τους πιο πολυσυζητημένους συγγραφείς του 20ου αιώνα λόγω, πέραν της συγγραφικής του ικανότητας, του ιδιαίτερου τρόπου και γλώσσας γραφής του. Το πρώτο του σημαντικό έργο ήταν οι Δουβλινέζοι, μια συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 1907 και αποτελεί ένα μωσαϊκό της αστικής ζωής του Δουβλίνου της βικτοριανής εποχής. Οι δεκαπέντε σύντομες ιστορίες του βιβλίου συνδέονται μεταξύ τους όχι από τους ήρωες αλλά από το θέμα και το ιστορικό φόντο. Πηγή της έμπνευσης των ιστοριών υπήρξαν οι νεανικές εμπειρίες του συγγραφέα, οι οποίες σκιαγραφούν με μια δόση σάτιρας άλλα και μεγάλο ρεαλισμό το τέλμα της Ιρλανδίας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το τελευταίο διήγημα της συλλογής, Ο Νεκρός, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη.

Η ψυχρή ατμόσφαιρα της κάμαρας πάγωνε τους ώμους του. Τεντώθηκε με προσοχή και ξάπλωσε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, πλάι στη γυναίκα του. Όλα, ένα ένα, γίνονταν σκιές. Καλύτερα να περάσεις θαρραλέα σε κείνον τον άλλο κόσμο, μέσα στην αποθέωση κάποιου μεγάλου έρωτα, παρά να σβήνεις και να μαραίνεσαι με τα γεράματα. Σκέφτηκε πως είχε κλείσει μέσα στην καρδιά της τόσα χρόνια, η γυναίκα που κοιμόταν πλάι του, την εικόνα των ματιών του αγαπημένου της, όταν της είχε πει πως δεν ήθελε να ζήσει.

Μεγαλόψυχα δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Γκάμπριελ. Ποτέ δεν είχε νιώσει έτσι για καμιά γυναίκα, αλλά καταλάβαινε πως αυτό ήταν η πραγματική αγάπη. Τα δάκρυα μαζεύτηκαν πιο πυκνά στα μάτια του, και μέσα στο μισοσκόταδο φαντάστηκε πως έβλεπε τη μορφή ενός νέου να στέκεται κάτω από ένα δέντρο που έσταζε. Άλλες μορφές ήταν εκεί κοντά. Η ψυχή του είχε πλησιάσει σε εκείνη την περιοχή που κατοικούν τα πλήθη των νεκρών. Αντιλαμβανόταν τη δύστροπη, τρεμουλιαστή ύπαρξη τους, αλλά δεν μπορούσε να την κατανοήσει. Η ίδια του η οντότητα ξεθώριαζε μέσα σ’ έναν γκρίζο άυλο κόσμο: ακόμη κι ο στέρεος κόσμος που αυτοί οι νεκροί είχαν κάποτε οικοδομήσει κι είχαν ζήσει μέσα του, διαλυόταν και χάνονταν.

Ανάλαφρα χτυπήματα πάνω στο τζάμι τον έκαναν να γυρίσει το κεφάλι του προς το παράθυρο. Ξανάρχιζε να χιονίζει. Κοιτούσε νυσταγμένος τις νιφάδες, ασημιές και θαμπές, να πέφτουν λοξά στο φως του φαναριού. Είχε έρθει γι’ αυτόν ο καιρός να ξεκινήσει για το ταξίδι του προς τα δυτικά. Ναι, οι εφημερίδες είχαν δίκιο: χιόνιζε παντού, σ’ ολόκληρη την Ιρλανδία. Έπεφτε σε κάθε μεριά του σκοτεινού κεντρικού κάμπου, στους άδεντρους λόφους, έπεφτε μαλακά στο Μπογκ οβ Άλεν, κι ακόμα πιο πέρα δυτικά, έπεφτε μαλακά στα θολά, ανταριασμένα κύματα του Σάνον. Έπεφτε ακόμα και σε κάθε μεριά του ερημικού κοιμητηρίου πάνω στο λόφο, εκεί που κειτόταν θαμμένος ο Μάικλ Φάρεϋ. Στοιβαζόταν πυκνό πάνω στους γυρτούς σταυρούς και τις ταφόπετρες, πάνω στα κάγκελα της μικρής πόρτας, πάνω στα ξερά αγκάθια. Το είναι του ατονούσε σιγά σιγά, όσο άκουγε το χιόνι να πέφτει ανάλαφρα πάνω στο σύμπαν, να πέφτει ανάλαφρα σαν ερχομός του οριστικού τέλους πάνω σε όλους τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

Σχόλια

Αρθρογράφος

3pointmagazine.gr

To 3pointmagazine.gr είναι αυτοδιαχειριζόμενο μέσο που δεν έχει εκδότες και διευθυντές σύνταξης, ούτε κομματικές και οικονομικές εξαρτήσεις. Ένα μικρό πείραμα που μεγαλώνει διαρκώς, φιλοδοξώντας να ανταγωνιστεί τα κυρίαρχα, παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.

Σχετικά Άρθρα

X