Κάθε Κυριακή, ο πατέρας κάποιας απέναντι οικογένειας ανεβαίνει στην ταράτσα από νωρίς το πρωί και ετοιμάζει τη φωτιά. Ζητά την παρέα του γείτονα, πίνουν μαζί τον πρώτο καφέ και κάνουν αστεία. Κάποιες λέξεις ακούγονται πιο δυνατά. Είναι από τα πειράγματα που κάνουν ο ένας στον άλλο. Σαν εικόνα από το παρελθόν που μπορεί και να έζησαν μικροί, μπορεί και όχι. Θα μπορούσες ωστόσο να τους φανταστείς.

Οι ώρες περνούν, η φωτιά είναι έτοιμη, τα πιτσιρίκια ξυπνούν κι ανεβαίνουν στην ταράτσα με τα πιάτα στα χέρια για ν’ ακολουθήσει το ψήσιμο. Ο καφές γίνεται κρασί, οι μυρωδιές απλώνονται στη γειτονιά και τα γέλια των παιδιών ξυπνούν τους τελευταίους ξενύχτηδες.

Η μητέρα φωνάζει στα παιδιά να πλύνουν τα χέρια τους. Την αγνοούν πρόσκαιρα. Η μητέρα επιμένει, ο πατέρας «απειλεί» πώς θα χάσουν το μερτικό τους από τα μεζεδάκια. Τα παιδιά πείθονται, η οικογένεια κάθεται στο τραπέζι και από το ράδιο ακούγονται τα ρεμπέτικα 60αρη παραγωγού με βαθιά γνώση στο αντικείμενο.

Η φωτιά συνεχίζει να σιγοκαίει πάνω στα εναπομείναντα κάρβουνα. Η αίσθηση όμως της Κυριακής θα σβήσει πολύ αργότερα. Η χαλαρότητά της θα είναι στήριγμα για τις άλλες ημέρες και σκοπός τους. Διότι εκείνα που μετρούν και μας κρατούν είναι τ’ απλά, υπενθυμίζοντας αισθήσεις. Και πραγματικοί προορισμοί είναι οι Κυριακές και οι ανθρώποι μας, υπενθυμίζοντας όσα έχουμε όντως ανάγκη.

Σχόλια

X