Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένας ευκατάστατος οικογενειάρχης. Ας πούμε ότι τον έλεγαν κύριο Τάκη. Είχε δουλέψει σκληρά στη ζωή του, είχε φτιάξει μία επιχείρηση και είχε αγοράσει ένα διαμέρισμα στο Κολωνάκι.

Αργότερα δούλεψε ακόμη πιο σκληρά, αγόρασε μία βίλα στην Εκάλη και μετακόμισε εκεί. Συνεχίζοντας την σκληρή δουλειά – και εισπράττοντας το νοίκι από το διαμέρισμα στο Κολωνάκι – κατάφερε να φτιάξει και ένα τριώροφο εξοχικό στην Πάρο.

Μετά ήρθε η κρίση. Οι φόροι των ακινήτων έγιναν αβάσταχτοι, ακόμη και για τον Τάκη που διατηρούσε ένα διόλου αμελητέο εισόδημα. Τόσα χρόνια όμως στη δουλειά, φρόντιζε πάντα να έχει καλό δικηγόρο και λογιστή. Αυτοί του βρήκαν τη λύση: θα μεταβίβαζε τα ακίνητα του Κολωνακίου και της Πάρου σε μία offshore εταιρία και θα κρατούσε ως πρώτη κατοικία τη βίλα στην Εκάλη. Έτσι κι έκανε. Ακριβούτσικη ιστορία, αλλά τα επόμενα χρόνια θα γλύτωνε πολλούς φόρους.  

Το 2010 η κυβέρνηση απαγόρευσε τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας για να προστατεύσει χιλιάδες δανειολήπτες. Τότε ήρθε στον Τάκη μια παλαβή ιδέα. Χρόνια τώρα του έλεγε η γυναίκα του ότι είχε βαρεθεί την Πάρο κι ότι ήθελε ποικιλία. Ζήλευε και τον φίλο του τον Χάρη, που είχε πάρει κοψοχρονιά μια σπιταρόνα στη Σαντορίνη, με πισίνα παρακαλώ. Η ρύθμιση της κυβέρνησης ήταν δώρο εξ ουρανού.

Κάθισαν λοιπόν πάλι με το δικηγόρο και το λογιστή και τα κανόνισαν. Πρώτα απ’ όλα, η επιχείρηση πέρασε στις δυο του κόρες, ενώ η βίλα στην Εκάλη μεταβιβάστηκε κι αυτή στην offshore. Ο Τάκης πήρε μία ταπεινή πρόωρη σύνταξη του ΤΕΒΕ. Κι έτσι, μετατράπηκε από εύπορο επιχειρηματία σε φτωχό συνταξιούχο χωρίς ακίνητη περιουσία.

tsamba2

Οι τράπεζες δεν έδιναν πια εύκολα στεγαστικά δάνεια, αλλά ο Τάκης είχε τις γνωριμίες του (εξάλλου ήταν πάντα καλοπληρωτής) και κατάφερε να εξασφαλίσει ένα σεβαστό ποσό. Κι έτσι, ο πρώην επιχειρηματίας και νυν άπορος συνταξιούχος  βρέθηκε στη Μύκονο, δηλώνοντας ως πρώτη -και μοναδική- κατοικία μία νεόδμητη κυκλαδίτικη μεζονέτα, άλλο πράγμα.

Ο Τάκης πλήρωσε τις δυο πρώτες δόσεις του δανείου του και μετά αφοσιώθηκε στις μόνιμες διακοπές του. Δεν πα’ να τον έψαχνε η τράπεζα, ο νόμος τον προστάτευε: την πρώτη του κατοικία δεν του την έπαιρναν. Κι όπως πολύ σωστά είχαν προβλέψει ο δικηγόρος και ο λογιστής, η ρύθμιση για την απαγόρευση του πλειστηριασμού έπαιρνε παράταση κάθε χρόνο, αφού η κρίση δεν περνούσε.

Κι έφτασε το φετινό καλοκαίρι, και του είπε ο Χάρης μια μέρα που είχε πεταχτεί από τη Σαντορίνη -πήρε και κότερο, ο πούστης- ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να άρει την απαγόρευση. Δεν ανησυχούσε; Ο Τάκης γέλασε.

«Βρε Χάρη μου», του απάντησε ανοίγοντας άλλη μια σαμπάνια, «δεν λένε ότι θα βάλουν εισοδηματικά κριτήρια; Δεν γίνεται να μη βάλουν. Τόσες χιλιάδες οικογένειες τί θα απογίνουν; Ας τα πάρουν πρώτα από τους πλούσιους και μετά χτυπάνε κι εμάς τους… συνταξιούχους. Κι αν έρθει η κακιά η ώρα, και σκεφτούν να διασταυρώσουν κανένα στοιχείο, βλέπουμε. Για πες τώρα, την κυπριακή σημαία για το κότερο πώς την παίρνεις;»

Σχόλια

X