Κέντρο. Κυριακή μεσημέρι. Δικαιοσύνης, Καλοκαιρινού, 1821! Τρίστρατο. Ζέστη. Οκτώβρης. Ξεράθηκαν οι δρόμοι. Ξεράθηκαν οι άνθρωποι. Στέκουν εκεί, γυμνά κλαδιά, πεσμένα φύλλα. Χάσκουν ανοιχτά στόματα.

Η ζωή που εκδικείται. Η ζωή που χρωστά. Τι σόι άνθρωποι είμαστε, που νομίζουμε πως όλοι μας χρωστούν! Μας καταπίνουν τα τσιμέντα. Μας καταπίνει η άσφαλτος.

Κέντρο. Άδειοι δρόμοι. Μια πόλη φάντασμα. Στερέψαμε. Ένας παππούς τραγουδά, μια γυναίκα κοιτάζει τις βιτρίνες, ένα αδέσποτο σκυλί γλύφει τις πληγές του, ένα άδειο κάθισμα πάνω στο πεζοδρόμιο. Με την αλήθεια έχουμε πάρει διαζύγιο εδώ και χρόνια. Σοκάκια στα μυαλά μας! Τόσα πολλά που δε μπορούμε να βρούμε τις ατόφιες σκέψεις μας.

Ένα άδειο κάθισμα πάνω στο πεζοδρόμιο. Πώς βρέθηκε εδώ; Φωνάζω τη σκέψη μου. Ένας περαστικός κοντοστέκεται. «Κάθε μέρα κάθεται μια γυναίκα. Κοιτάζει τους βιαστικούς. Το πρωί. Σήμερα δε φάνηκε».

Χάσαμε! Και τι δε χάσαμε! Άνθρωποι μόνοι. Σ’ αυτή τη μεγάλη πόλη. Στους τοίχους φυτρώνουν μοναξιές. Τις ποτίζουν οι χειμώνες, οι βροχές. Βλασταίνουν, βγάζουν κλαδιά, ραγίζουν ψυχές.

Κυριακή. Απόγευμα. Θάλασσα. Φταίει για την κατάθλιψη μας. Συνήθειες παλιές. Την κοιτάς και σκέφτεσαι το φευγιό. Πού να πας, μωρέ; Ρίζες στα πόδια, ρίζες και στα φτερά. Οι αποσκευές είναι πάντα ίδιες. Το μέσα μας να αλλάξουμε.

Στρίβω τσιγάρο. Κι άλλο. Κι άλλο. Ξεθάβω γόπες παλιές. Τις μαζεύω. Τη θυμάμαι να λέει: «Όσο τα γραφεία τελετών διανυχτερεύουν δε φοβόμαστε τίποτα». Άνθρωποι κολυμπούν. Με κοιτούν. Θα αναρωτιούνται τι κάνω εκεί με μποτάκια, μακρύ παντελόνι και ζακέτα. Στο μυαλό μου έχω ένα πικάπ. Παίζει συνέχεια δίσκους. Ακούω ένα τραγούδι.

«I see them snakes come through the ground
They choke me to the bone
They tie me to their wooden chair
Here are all my songs»

Μπαίνω με τα παπούτσια, τα ρούχα. Δε βρέχομαι. Λες κι έχω σοβά στο δέρμα μου. Βγαίνω στεγνή και φεύγω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Έχω παρκάρει πάνω στη στροφή του δρόμου. Καμιά ορατότητα. Έτσι κι αλλιώς… Ρισκάρω. Αναστροφή. Είμαι γελοία. Στο τσακ! Φλερτάρω με την τύχη μου. Βγαίνω εθνική. Τρέχω. Ανοιχτά παράθυρα. Άνθρωποι μόνοι. Σ’ αυτή τη μεγάλη πόλη. Καταδότες της ζωής όλοι μας! Τι σόι άνθρωποι είμαστε! Κι εκείνη κάθε πρωί στο άδειο κάθισμα να κοιτά τους περαστικούς!

Δεν ξέρω που πάω. Ξεχνάω το δρόμο. Μια ευθεία. Μπροστά. Ο ουρανός κόκκινος. Σαν αίμα. Οι άνθρωποι φτύνουν αίμα. Δε μιλούν. Ξέχασαν τις λέξεις. Ζουν και χρωστούν στη ζωή. Η μοναξιά τους έχει πάντα το ίδιο χρώμα. Σούρουπο! Το αδιαπραγμάτευτο μέσα μας…

…Τις Κυριακές κρύβω στις τσέπες χειροβομβίδες. Να δεις που μια μέρα χαμογελώντας θα μας ανατινάξω. Μήπως και γίνουμε χιλιάδες μικρά, μικρά κομμάτια και καταφέρουμε να τρυπώσουμε ο ένας στον άλλο…

*Ο τίτλος δανεικός από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X