Τον γδύνει προσεχτικά. Με ευλάβεια τον βάζει μέσα στην μπανιέρα. Με το σφουγγάρι τρίβει τα ίχνη από τα χρόνια. Τα χιόνια στην κορφή του κεφαλιού. Βουνό που έχασε το ύψος του. Το κενό στο βλέμμα του. Μνήμες χαμένες. Στιγμές προδομένες.

Ανοίγει τη βρύση. Τον καθαρίζει. Τον ξεπλένει. Τον αγαπά. Είναι δικός της. Αυτή θυμάται. Φτάνει και για τους δυο η δική της ανάμνηση.

Τον σκουπίζει. Τον ντύνει. Τον ξυρίζει. Τον αγαπά. Είναι δικός της. Αυτή και για τους δυο.

Θα ρθουν τα παιδιά. Δε θέλει. Οι στιγμές μόνο δικές της. Εκείνος κι εκείνη. Να του μάθει τον κόσμο από την αρχή. Τη δική τους αλήθεια. Από την αρχή. Όσα προλάβουν. Να μη χαθεί ούτε ένα λεπτό.

Ως το τέλος της μνήμης…

Αυτή η εικόνα. Σε ένα σπίτι. Δυο ηλικιωμένων. Δυο ανθρώπων που έζησαν χρόνια μαζί. Δύσκολα χρόνια. Χαρούμενα χρόνια. Ερωτευμένα χρόνια. Απογοητευμένοι φορές και φορές ο ένας από τον άλλο. Άνθρωποι με διαφορετική στόφα. Δε φοβήθηκαν. Δεν τρόμαξαν. Σήκωσαν μαζί για χρόνια σακιά, φορτία, βαρίδια. Έφτασαν να έχουν ρόζους στα χέρια, σημάδια στο πρόσωπο, ραγισματιές στο βλέμμα.

Οι μνήμες θλίψεις. Οι μνήμες σωσίβια. Οι μνήμες εμείς. Κι όσα δε ζήσαμε πάλι εμείς.

Της λέω την ιστορία. Ψάχνουμε όλοι ένα σώμα άυλο να ακουμπήσουμε. Μια ψυχή να διηγηθούμε τις ιστορίες μας. Μια καρδιά να μας αποδεχτεί. Αυτό που είμαστε κι αυτά που θελήσαμε να γίνουμε μα δεν καταφέραμε.

«Ώρες και φορές νιώθω πως αιωρούμαι. Σα να μην πάτησα ποτέ τα πόδια στη γη. Όχι ότι ήμουν ανώτερη! Άυλη ένιωθα. Ήθελα να με αγαπούν. Μόνο αυτό. Εγώ αγαπούσα. Ποτέ δε φοβήθηκα. Μόνο που μια ψυχή δε βρέθηκε ποτέ να με ταξιδέψει. Αλαφροϊσκιωτη τους φαινόμουν. Τα καθημερινά και βαρετά ήθελα να ξορκίσω. Με πήραν και από νωρίς τα παραμύθια! Ο άνθρωπος θέλει να ξαλαφρώσει. Να γεμίσει τις τρύπες στην καρδιά. Ατακτοποίητος νους! Ο δικός μου ρετάλι! Κουρελού έφτιαχνα με τα ασυμμάζευτα. Οι προδοσίες μου στρωμένες στο πάτωμα. Χαλί που τις πατούσα ξυπόλητη. Πόσες ντροπές μου φόρτωσαν από τα γεννοφάσκια! Και τις πέταξα. Είπα πως εγώ θα αγαπώ και θα χαρίζομαι. Κι ακόμα το ίδιο.»

Μια γυναίκα κοντά στα πενήντα μόνη. Ένα ζευγάρι που κοιτάζει τη δύση. Η εποχή της σάρκας, της ευκολίας, της προσποίησης, του εγωισμού. Δυο άνθρωποι που αντέχουν να αγαπούν και να αγαπιούνται. Κι όλοι εκείνοι με παράπονα και αναπάντητα ερωτήματα. Με λάθος συμπεριφορές και φόβους. Με ένα παρορμητισμό που τον αναζητούν, τον βρίσκουν, τον κουρελιάζουν, το συναρμολογούν πάλι, τον χαρίζουν. Όλοι εκείνοι που τρομάζουν τους ανθρώπους με ένα αυθορμητισμό παιδικό, που δεν περιμένουν τίποτα πια, που ζουν τις στιγμές που φέρνει η κωλοζωή, τις λιακάδες που εμφανίζονται μέσα στο μούχρωμα της ζωής, τα φωτεινά μονοπάτια τα κακοτράχαλα που οδηγούν στα πιο όμορφα ξέφωτα! Εγώ με αυτούς θέλω να είμαι. Παίρνω το μέρος τους! Μόνο και μόνο γιατί η ψυχή τους είναι αρτιμελής και γιατί αγαπώ θα πει χάνομαι…

«Τι είναι αγάπη;
Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη.
Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονά κι αυτός που συμπονάει.
Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται.

Μα στην αγάπη είναι ένα.
Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα.
Δεν ξεχωρίζουν.

Το εγώ και εσύ αφανίζονται.
Αγαπώ θα πει ΧΑΝΟΜΑΙ.»
Νίκος Καζαντζάκης

*Ο τίτλος δανεικός από το Θανάση Παπακωνσταντίνου

Σχόλια

X