Όσοι είναι εξοικειωμένοι με το λογοτεχνικό στυλ του Δημήτρη Τσεκούρα θα γνωρίζουν πως ο γεννημένος το 1967, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα αλλά και πολύ παραγωγικός σαν συγγραφέας και αρθρογράφος είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες –και συνάμα πιο χαρισματικές- πένες «εκεί έξω». Οι συχνές επαναλήψεις λέξεων και φράσεων –επαναλήψεις που δείχνουν άτεχνες αλλά είναι στην πραγματικότητα όχι μόνο σκόπιμες αλλά και καλοδουλεμένες και καίρια τοποθετημένες στο εκάστοτε κείμενο-, το υποδόριο, απρόβλεπτο χιούμορ, οι σουρεαλιστικές παρεκκλίσεις και οι αξιοσημείωτες, αποφθεγματικές ρήσεις που βρίσκονται διάσπαρτες στις νουβέλες και τα θεατρικά του δείχνουν έναν λογοτέχνη που διαθέτει όραμα (υφολογικό και άλλο), αλλά έχει επίσης καταβάλει κόπο προκειμένου να κάνει το όραμα αυτό πραγματικότητα.

Συνεχίζοντας στο δρόμο που χάραξε το προηγούμενο βιβλίο του (Η Φθορά του 2013, επίσης από τις Εκδόσεις Εξάρχεια – γνώρισε και θεατρική διασκευή από τον Ορέστη Τάτση, με πρωταγωνιστή τον Στάθη Κόκκορη, αρχικά στο ιστορικό καφενείο «Η Μουριά»), ο Τσεκούρας στήνει στην Κοιλιά έναν ιδιαίτερο, ελαφρώς παραληρηματικό μονόλογο με αφηγητή έναν άνθρωπο του οποίου δεν γνωρίζουμε ούτε το όνομα ούτε τις άλλες ιδιότητες (πέραν του ότι είναι αρχιτέκτονας). Με αφετηρία μια σύντομη παραπομπή στο βιβλικό μύθο του Ιωνά, το κυρίως κείμενο αφορά την αγαπημένη συνήθεια του ανώνυμου ήρωα: τα άσκοπα (;) ταξίδια στον ηλεκτρικό, από την Κηφισιά στον Πειραιά και πάλι πίσω («Ο προορισμός του ηλεκτρικού είναι εν μέρει μια τεράστια κοροϊδία. Γιατί ο προορισμός του ηλεκτρικού είναι να γυρίσει πίσω» διαβάζουμε στη σελίδα 57). Ως στάσιμος flaneur μέσα σε ένα κινούμενο όχημα (ή «εν κινήσει τόπο», όπως διαβάζουμε στη σελ. 28) κι ένα συνεχώς εναλλασσόμενο πλήθος, αλλά και ίσως ως ένας μακρινός συγγενής του πρωταγωνιστή του ντοστογιεφσκικού «Υπογείου», ο ήρωας του Τσεκούρα, αποξενωμένος, ενίοτε αυτοκτονικός ή πικρόχολος, αλλά και οξυδερκέστατος, πνευματώδης παρατηρητής, προσποιείται πάντα πως διαβάζει ένα βιβλίο, αλλά, στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί την ίδια τη μετακίνηση μέσω του τρένου αλλά και το πλήθος που επιβιβάζεται σε αυτό ως ένα θέαμα, ως μια αφορμή για διασκέδαση, ψυχαγωγία, περισπασμό – από την εμπειρία του να ζει, ως άλλος Ιωνάς, στην «Κοιλιά» του σπιτιού του. Συν τω χρόνω, η αφήγηση αυτή αποτελεί παράλληλα και αφορμή για καίριες παρατηρήσεις για την ανθρώπινη κατάσταση, ανοίκειες εξομολογήσεις, άπλετο χιούμορ, αφηγήσεις μέσα σε αφηγήσεις, πράγματα που, όλα μαζί, συνθέτουν ένα βαθιά ενδιαφέρον κείμενο.

Επιπλέον, η ικανότητα του Τσεκούρα για φράσεις που είναι αξιομνημόνευτες και σε επίπεδο μορφής και σε επίπεδο περιεχομένου καθίσταται σαφής και στην περίπτωση της Κοιλιάς. Μερικά παραδείγματα: «Απειλή είναι ένα είδος κακής εξωτερικής προειδοποίησης όταν πας να κάνεις κάτι καλό για τον εαυτό σου» (σελ. 18)˙ «Η πιο μεγάλη βρόμα είναι η βρόμα στα βλέμματα. Λεκιασμένα βλέμματα ανθρώπων και ο λεκές οφείλεται που δεν ήρθε μάλλον ποτέ κανένα άλλο βλέμμα να ακουμπήσει επάνω στο δικό τους βλέμμα. Τίποτε πιο σπάνιο από τη σύμπτωση βλεμμάτων» (σελ. 32)˙ «Τη σήμερον όλοι γράφουν κι από ένα βιβλίο. Γιατί όχι κι εγώ; Τη σήμερον, που λέτε, τα βιβλία έχουν καταντήσει σαν τις οικογένειες. Όλοι κάνουν από μία. Είναι πολύ ευπρεπές και πολύ καθώς πρέπει. Σε αποκαθιστά κοινωνικά. Κοινωνική αποκατάσταση είναι να μη διαφοροποιείσαι και πολύ» (σελ. 42-43)˙ «τα κακά αποτελέσματα οφείλονται σε αυτό το αιωνίως λεγόμενο τέλος πάντων» (σελ. 52)˙ «οι εκτροχιασμοί είναι αυτοί που καταγράφονται στην ιστορία» (σελ. 60).

Αυτό που φαντάζουν ασύνδετα, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, είναι η ιστορία ενός εγκλήματος που μπορεί να έγινε και που μπορεί να μην έγινε και το οποίο αναλύεται προς το τέλος του βιβλίου, υπό τη μορφή όχι πεζού αλλά ελεύθερου στίχου – άλλωστε, υπάρχουν διάσπαρτες στο κείμενο οι απευθύνσεις σε έναν αόριστο, ακατανόμαστο δικαστή. Εν τούτοις, αυτή η έλλειψη σύνδεσης δεν μειώνει τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου συνολικά˙ η Κοιλιά παραμένει μια ιδιαίτερη, πάντα ενδιαφέρουσα, ενίοτε και σπουδαία αναγνωστική εμπειρία.

Σχόλια

X