Ο Καίσαρ κοιτάει γύρω του νευρικά ίσαμε να κατέβει κάτω. Στο ερημωμένο άτριον πέφτει απάνω στον αγγελιοφόρο του Αντωνίου. Ο αποσταλμένος κι ο συνοδός του του διαβιβάζουν να μην πάει σήμερα στη Γερουσία. Απειλείται η προσωπική του ακεραιότητα. Ο Καίσαρ μηνάει στον Αντώνιο πως δεν θα πάει στη Γερουσία. Τραβάει για το άσυλο της Κλεοπάτρας, προσπερνώντας την ατέλειωτη καθημερινή ουρά αυτών που ζητάνε χάρες, μπρος στο παλάτι. Σκέφτεται μήπως η Κλεοπάτρα θα ‘θελε να χρηματοδοτήσει την εκστρατεία του. Αν ναι, δεν θα χρειαζόταν μήτε το Σίτυ, μήτε το λαό. Η Κλεοπάτρα λείπει. Το σπίτι κλειδωμένο. Όπως φαίνεται έχει φύγει από καιρό…

Γυρίζει πίσω στο παλάτι. Η μεγάλη πύλη ανοιχτή, πολύ παράξενο! Αποδείχτηκε ότι η φρουρά αποσύρθηκε. Ο Άρχοντας του Κόσμου σκύβει απ’ το σκεπασμένο φορεί του, να δει το σπιτικό του, που δεν τολμά πια να το πατήσει.

Θα μπορούσε να ζητήσει σωματοφύλακα απ’ τον Αντώνιο. Όμως υποψιάζεται μια τέτοιαν ασφάλεια. Καλύτερα χωρίς σωματοφύλακα, δεν θα ‘χει το άγχος του φόβου. Πού πάει; Δίνει διαταγή για τη Γερουσία.

Χώθηκε βαθιά στο φορείο του και δεν κοιτάζει μήτε δεξιά μήτε αριστερά. Τον πηγαίνουν στην Πύλη του Πομπηίου. Κατεβαίνει. Υπογράφει αιτήσεις. Πάει στο Ναό. Ψαχουλεύει με το μάτι μερικούς γερουσιαστές και τους χαιρετά. Σχετικές εθιμοτυπίες εκτελούνται. Κάθεται στην έδρα του. Μετά οι συνωμότες τον περικυκλώνουν, με κάποια δικαιολογία. Τα πρόσωπα τους κι ο λαιμός τους δεν έχουν τις λευκές πιτσίλες, όπως στο όνειρο του, πριν δυο μέρες. Όλοι τους έχουν τα πιο καλόπιστα πρόσωπα. Κάποιος απ’ αυτούς του δίνει ένα χαρτί να διαβάσει. Μέτα ρίχτηκαν όλοι επάνω του.

[Από την έκδοση Μπέρτολτ Μπρεχτ – Διηγήματα, μεταφρ. Μαρία-Λουίζα Κωνσταντινίδου/ Εκδόσεις Κοροντζή, 2007]

Σχόλια

X