Ο τόπος μικρός, άγονος, αφιλόξενος. Έξι παιδιά γέννησε η Σταυρουλίνα και τα τέσσερα πιάσανε τα «διάμπατα». Όλο τον κόσμο τροφοδότησε με εργάτες: Βέλγιο, Γερμανία, Καναδά, Αυστραλία. Τις κόρες τις κράτησε κοντά της. Είχε την ελπίδα πως θα τις παντρέψει με το γερό κομπόδεμα που θα έστελναν τα αγόρια από τα πέρατα του κόσμου. Θαρρούσε πως τα λεφτά τα χαρίζουν σε όλους τους τόπους εκτός από την Ελλάδα. Άλλα σχέδια είχε αυτή, κι άλλα της φανέρωσε ο Θεός.

Στην αρχή κάθε μήνα έφταναν τα γράμματα. Έβαζε το δάσκαλο του χωριού να της τα διαβάζει. » Μάνα, είμαι καλά και το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς. Η ζωή εδώ δεν είναι εύκολη. Μένω σε ένα καμεράκι που το μοιράζομαι με άλλους τρεις. Έναν Τούρκο, ένα Μαροκινό, έναν Αφγανό και έναν Ινδό. Νύχτα πάμε στη δουλειά και νύχτα γυρίζουμε. Κάνω υπομονή να μαζέψω τα φράγκα και να γυρίσω πίσω. Να με σκέφτεσαι μάνα και να δώσεις χαιρετισμούς στους χωριανούς.» Τέσσερα γράμματα πανομοιότυπα. Τα έβαζε σε ένα φάκελο και τα τοποθετούσε στο εικονοστάσι. Άλλη παρηγοριά δεν είχε. Ο Παυλής είχε ποθάνει από φυματίωση χρόνια πριν. Φόρτωσε στη ράχη όλους τους ρόλους και πορεύτηκε. Κι άρχισε να λυγίζει από τα βάρη και να σκύβει, να σκύβει, να σκύβει, μέχρι που ξεχάστηκε κι έμεινε να κοιτά τη γη.

Τα γράμματα αραίωσαν με τα χρόνια. Άλλαξε και ο δάσκαλος στο χωριό κι εκείνη ντρεπόταν να του ζητά κάθε τρεις και λίγο να γράψουν δυο λέξεις. Δεν είχε τα θάρρητα. Γραμματιζούμενος άνθρωπος να τον ενοχλεί συνέχεια με τα σεκλέτια της. Οι κόρες παρέμεναν ανύπαντρες μια και κομπόδεμα δεν ήρθε ποτέ. Κι ας ήταν όμορφες και λυγερόκορμες και με μακριά κουρλιά. Χωρίς προίκα δεν είχαν τυχερό.

Με τα χρόνια είχαν αρχίσει και τα προβλήματα υγείας. Κάθε μέρα ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Ο καημός του ξενιτεμένου είναι φορτίο αβάσταχτο. Τόσοι δρόμοι σκαμμένοι στο πρόσωπο της κι ούτε ένα δεν αξιώθηκε να περπατήσει. Δυο γεροντοκόρες και τέσσερα αγόρια στην άκρη του Θεού. Οι χωριανοί την έβλεπαν να κάθεται καμιά φορά σε ένα πεζούλι και να κρατεί την κεφαλή της. Μια καλημέρα έλεγε με το ζόρι.

Η γιαγιά έλεγε πως τη βρήκαν μπρούμυτα να επιπλέει στη μεγάλη στέρνα. Σαν αερόστατο έμοιαζε από μακριά. Πέταξε και η Σταυρουλίνα μια μέρα του Νοέμβρη κι αλάφρωσε η καρδιά της, η ψυχή. Κι έτσι όπως πέταξε είδε πάλι τον κόσμο που είχε ξεχάσει σκεβρωμένη όπως πορεύτηκε στη ζωή.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X