Η Ριζούπολη είναι μία άγνωστη συνοικία, στα βορειοδυτικά όρια του Δήμου Αθηναίων. Την ξέρουν μόνο οι ποδοσφαιρόφιλοι λόγω του γηπέδου, κάποιοι μυστήριοι τύποι που ασχολούνται με την αξιοποίηση ερειπωμένων κτιρίων, λόγω της Columbia, και κάποιοι ακόμα πιο μυστήριοι τύποι που πάλευαν να μετατραπεί το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της «Θερμίδας» σε πάρκο (τα κατάφεραν μετά από 25 χρόνια).

Οι κάτοικοι είναι στην πλειοψηφία τους ηλικιωμένοι, που ζουν σε καθόλου γραφικά διώροφα ή μονόπατα σπίτια χουντικής αρχιτεκτονικής (ανύπαρκτη αυλή, κανένας συντελεστής δόμησης, σιδερένιο κάγκελο στο μικροσκοπικό μπαλκόνι και πλαστικό κεραμιδί παντζούρι). Στις πιο μοντέρνες χαμηλές πολυκατοικίες, που χτίστηκαν πριν σκάσει η φούσκα των ακινήτων, ζουν λίγες οικογένειες και ελάχιστοι φοιτητές. Η ησυχία είναι τρομακτική: μέσα στη νύχτα, μόνο ο θόρυβος που κάνει ο ηλεκτρικός διασχίζοντας το τούνελ του νεκροταφείου μάς θυμίζει ότι ζούμε στην πρωτεύουσα. Κατά τα άλλα, ακούγονται διάσπαρτα γαβγίσματα από τους σκύλους της γειτονιάς, νιαουρίσματα από τις γάτες που ταΐζει η κυρία Τούλα, και μια πάπια που ακόμα δεν έχουμε ανακαλύψει ποιος και γιατί διατηρεί ως κατοικίδιο. Με λίγα λόγια, η Ριζούπολη είναι ένα χωριό μέσα στην Αθήνα.

Όπως σε όλα τα χωριά, οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα με τα μονοπώλια: υπάρχει μόνο ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ (κι ένα ακριβό μπακάλικο). Τα πάνδεινα, όμως, τραβάμε ειδικά όσοι επιμένουμε να καπνίζουμε. Μέχρι πριν λίγο καιρό, στην όχι-και-τόσο-κεντρική οδό Ερμωνάσσης και σε λογική απόσταση από την οικία Απίκου, τσιγάρα πουλούσαν μόνο ένα ψιλικατζίδικο και «Ο Κώστας». Το ψιλικατζίδικο, που εκμεταλλευόταν τη στρατηγική του θέση δίπλα στη στάση «2η Ριζουπόλεως» της γραμμής 605, είχε κάποτε απ’ έξω ένα ψυγείο για παγωτά. Πάνω σ’ αυτό αραδιάζονταν τα πιο δημοφιλή έντυπα («Espresso», «TV Ζάπινγκ», «Ραδιοτηλεόραση», «Φίλαθλος», «Σκανδιναβικά Σταυρόλεξα»). Κάποια στιγμή, όμως, το ψυγείο μεταφέρθηκε μέσα, μαζί με τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Σα να μην έφτανε αυτό, στην πόρτα τοποθετήθηκαν κάγκελα με επιπλέον κλειδαριά: η ηλικιωμένη -και μονίμως στραβομουτσουνιασμένη- ιδιοκτήτρια σε κοιτούσε καλά- καλά, κι αν της έκανες για πελάτης, σηκωνόταν, ξεκλείδωνε και σου επέτρεπε να μπεις. Πρέπει να ήταν το πρώτο και μοναδικό ψιλικατζίδικο του γαλαξία που υιοθέτησε το face control. Όλα αυτά, για να διαπιστώσεις εννιά στις δέκα ότι ο καπνός που θέλεις δεν υπάρχει, ότι τα χαρτάκια τελείωσαν και ότι δεν φέρνει αναπτήρες Bic. Πολύ απλά, τόσα χρόνια οι παππούδες από το απέναντι καφενείο αγόραζαν μόνο Rothmans και Άσσο κασετίνα – «τι στριφτό, πουλάκι μου;». Έτσι είχε μάθει, και δεν τ’ άλλαζε για κάποιον μυστήριο νεαρό που δεν ήξερε από που κρατάει η σκούφια του. Άλλαξε μόνο την καγκελόπορτα γιατί «δεν βλέπεις στις ειδήσεις τί γίνεται, που μπαίνουν στα μαγαζιά και σε σκοτώνουν αυτοί οι Αλβανοί;». Τελικά, το ψιλικατζίδικο έκλεισε, μάλλον γιατί, όπως και στα club, η εποχή του face control πέρασε ανεπιστρεπτί.

«Ο Κώστας», από την άλλη, φαίνεται να επιβιώνει. Στεγάζεται μεν πιο μακριά από τη στάση του λεωφορείου, αλλά δυο βήματα από την συμβολή της Ερμωνάσσης με τον παράδρομο της Ηρακλείου, η οποία για τη Ριζούπολη αποτελεί το αντίστοιχο της γωνίας Κηφισίας και Αλεξάνδρας. Εξάλλου, έχει κι αυτός απέναντι καφενείο, ενώ στη σταθερή του πελατεία συμπεριλαμβάνονται και όσοι ταξιτζήδες σταματάνε για ένα γρήγορο έλεγχο στο παρακείμενο «ΦΡΕΝΑ-ΕΛΑΣΤΙΚΑ». Βέβαια, ούτε «Ο Κώστας» έχει πάντα τον καπνό μου, άσε που κλείνει κάθε βράδυ με τις κότες – στο τσακίρ κέφι μένει ανοιχτός μέχρι τις 10. Αλλά είναι πάντα ευγενικός: απολογείται για τις ελλείψεις στο στοκ, ενώ μια φορά μου χάλασε και 50ευρο χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Επιπλέον, διαισθανόμενος ότι το target group της επιχείρησης αλλάζει, με την προσθήκη αργόσχολων, ξενύχτηδων νεολαίων, σε ανύποπτο χρόνο έκανε μία έξυπνη επένδυση: δίπλα στο ψυγείο τοποθέτησε έναν αυτόματο πωλητή τσιγάρων.

Όταν το ψιλικατζίδικο στη στάση «2η Ριζουπόλεως» έκλεισε, φοβήθηκα ότι το μονοπώλιο του «Κώστα» θα οδηγούσε σε πτώση της ποιότητας στην παροχή υπηρεσιών, άνοδο τιμών, μεγαλύτερη έλλειψη φιλτρακίων και -ω μη γένοιτο- ακόμη και στην απομάκρυνση του θαυματουργού αυτόματου πωλητή, αφού ως γνωστόν, ελλείψει ανταγωνισμού, τα μονοπώλια έχουν την ευχέρεια να εκμεταλλεύονται τον απροστάτευτο χαρμάνη κατά βούληση. Αντίθετα, πριν λίγες ημέρες βρήκα ριγμένα κάτω από την εξώπορτα της πολυκατοικίας μερικά φυλλάδια. Για να είμαι ακριβής, ήταν απλά φύλλα Α4, τυπωμένα ασπρόμαυρα σε κάποιον οικιακό εκτυπωτή: «ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ ‘Ο Κώστας’ «, έλεγε με μεγάλα γράμματα, και από κάτω, με μικρότερα: «Τσιγάρα, αναψυκτικά, κρασί, περιοδικά, εφημερίδες, και άλλα πολλά… Ερμωνάσσης 3, Ριζούπολη. Τηλ. 210 25 33 559. Δωρεάν διανομή των προϊόντων μας μετά τις 6 μ.μ. απλά με ένα τηλεφώνημά σας!».

Η στραβομουτσουνιασμένη κυρία έκλεισε, γιατί απάντησε στην κρίση με κάγκελα, ξενοφοβία, απάθεια στην αλλαγή. Πίστευε ότι η μίζερη επιχειρησούλα της θα έπρεπε με κάποιο μαγικό τρόπο, χωρίς την παραμικρή προσαρμογή εκ μέρους της, να επιβιώσει το 2013, όπως επιβίωνε την εποχή που η γιαγιά μου αγόραζε για πλάκα δύο περιοδικά με το πρόγραμμα της τηλεόρασης.

«Ο Κώστας» δεν θα κλείσει. Γιατί, όσο η στραβομουτσουνιασμένη κυρία περίμενε από κάποιον σωτήρα να μειώσει τους φόρους στα τσιγάρα και να αυξήσει τη σύνταξη του συζύγου, «Ο Κώστας» έκανε marketing. Μάλιστα, μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες θέλουν το περίπτερο να αναβαθμίζεται με site, σύστημα on-line παραγγελιών, αλλά και σπιτικά κρύα σάντουιτς.

ΥΓ. Ο τηλεφωνικός αριθμός του απολύτως υπαρκτού και συμπαθέστατου Κώστα δημοσιεύεται για τους συντρόφους καπνιστές της Ριζούπολης, σε περίπτωση που δεν έχουν αντιληφθεί την επαναστατική προσφορά και τρέχουν ακόμη μέσα στο κρύο μέχρι τον Περισσό για τσιγάρα. Ζητώ την κατανόηση των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων για την έμμεση διαφήμιση.

Σχόλια

X