Αυτή η αντίθεση ονείρου και πραγματικότητας σε συνθλίβει.

Εγώ δεν το ξεπέρασα ποτέ. Και ξέρω πολύ κόσμο που δεν το έχει ξεπεράσει επίσης…

Ήταν 1η Δεκέμβρη του 1935 όταν γεννήθηκε στο Μπρούκλιν ο χαρισματικός και πολυτάλαντος σκηνοθέτης, ηθοποιός, σεναριογράφος και μουσικός Γούντι Άλεν. Τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα τα κάνει ως stand-up comedian ενώ το 1965 γράφει το πρώτο του σενάριο για το «What’s new pussycat». Την επόμενη χρονιά σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία με τίτλο «What’s up, Tiger Lily» και από τότε συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι απίστευτα δημιουργικός.

Ο Γούντι Άλεν έχει σκηνοθετήσει, έχει γράψει σενάρια αλλά έχει επίσης πρωταγωνιστήσει σε ένα πλήθος ταινιών, σε περισσότερες από πενήντα ταινίες. Τα τελευταία χρόνια, είναι εξίσου δημιουργικός και ως μουσικός αφού εμφανίζεται live με ένα συγκρότημα με το οποίο παίζουν τζαζ μουσική.

Πάντοτε ευρηματικός με το χαρακτηριστικά κοκκάλινα γυαλιά μυωπίας του, με έξυπνους διαλόγους, και ιδιαίτερο χιούμορ και στυλ σκηνοθετεί μοναδικά, ερμηνεύει με τον δικό του νευρωτικό τρόπο και γενικότερα νομίζω πως το σινεμά θα ήταν πολύ διαφορετικό αν δεν υπήρχε ο Γούντι. Είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος, με μεγάλες υπαρξιακές ανησυχίες τις οποίες πάντοτε τις περνά μέσω των ταινιών του, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, διανθίζοντας τες με σάτιρα, έρωτα και ατάκες που μένουν για καιρό στο μυαλό σου.

Οι ταινίες που με έκαναν να αγαπήσω τον Γούντι Άλεν:

Annie Hall (Νευρικός Εραστής, 1977)
Η ταινία αποτελεί μια κωμική ματιά στη σχέση ενός νεοϋορκέζου συγγραφέα τηλεοπτικών σεναρίων με μια ηθοποιό-τραγουδίστρια.

Manhattan (1979)
Η ζωή του Άιζακ, ενός διαζευγμένου τηλεοπτικού σεναριογράφου, που βγαίνει με μια έφηβη κοπέλα, ενώ ερωτεύεται την ερωμένη του καλύτερού του φίλου, είναι το θέμα που πραγματεύεται η ταινία. Ένας άνθρωπος συμβιβασμένος με μια επιφανειακή δουλειά, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες και παγιδευμένος στις επιλογές στις οποίες τον οδηγεί το ανικανοποίητο του εαυτού του. Η ταινία αναδεικνύει το πώς ο ίδιος ο σκηνοθέτης βλέπει τον εαυτό του, επισημαίνει η Guardian.

Hannah and her sisters (Η Χάνα και οι αδερφές της, 1986)
Πικρή κωμωδία ηθών, που πραγματεύεται την ιστορία της Χάνα. Ο σύζυγος της Χάνα ερωτεύεται την αδερφή της Λι, ενώ παράλληλα, αναζωπυρώνεται και η σχέση του πρώην συζύγου της με την αδερφή της Χόλι. «Όλα στην ταινία αυτή κυλούν με χρώμα, νοσταλγία και σοφία» αναφέρει η βρετανική Guardian.

Crimes and Misdemeanors (1989) 
Δυο ιστορίες ξετυλίγονται παράλληλα. Η μια είναι αυτή ενός γιατρού που προσπαθεί να αποτρέψει την ερωμένη του από το να αποκαλύψει τη σχέση τους στη σύζυγό του. Η δεύτερη αφηγείται τον έρωτα ενός κινηματογραφιστή ντοκιμαντέρ για μια επιτυχημένη γυναίκα της τηλεόρασης. «Η ταινία κάνει τις υπόλοιπες του Άλεν να φαίνονται πιο λίγες» σύμφωνα με κριτικούς της Guardian.

Husbands and Wives (1992)
Η ιστορία δυο παντρεμένων ζευγαριών, που αναθεωρούν τις σχέσεις τους και γνωρίζουν διάφορες συναισθηματικές και δραματικές διακυμάνσεις.

Match Point (2005)
Ο Κρις, καθηγητής τένις με αριβιστικές προθέσεις, παντρεύεται την αδελφή ενός λονδρέζου αριστοκράτη, παρότι έχει κρυφό ερωτικό δεσμό με την αρραβωνιαστικιά του τελευταίου. Όταν η ερωμένη του μένει έγκυος, ο Κρις μπαίνει στο δίλημμα αν θα πρέπει για χάρη της να θυσιάσει την κοινωνική του άνοδο.

Vicky Christina Barcelona (2008)
Δυο Αμερικανίδες με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα ξεκινούν τις διακοπές τους στην Ισπανία και εμπλέκονται συναισθηματικά με ένα γοητευτικό, μποέμ ζωγράφο. Τα πράγματα μπερδεύονται περισσότερο όταν εμφανίζεται η πρώην σύζυγός του, με την οποία εκείνος διατηρεί μια παράξενη, παθιασμένη σχέση.

Midnight in Paris (2011)
Ένας Αμερικανός σεναριογράφος, λάτρης της ρομαντικής και μποέμικης ζωής, επισκέπτεται με την πραγματίστρια γυναίκα του το Παρίσι. Ένα βράδυ, όταν το ρολόι χτυπήσει μεσάνυχτα, θα βρεθεί ξαφνικά πίσω στην Belle Époque.

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Γούντι Άλεν για τον Γούντι Άλεν»

Γεννήθηκα την 1η Δεκεμβρίου του ’35. Οι γονείς μου άρχισαν να με παίρνουν μαζί τους στο σινεμά όταν ήμουν περίπου πέντε χρονών. Μαγεύτηκα. Ζούσαμε σε μία μικροαστική γειτονιά του Μπρούκλιν και πρέπει να υπήρχαν 25 κινηματογράφοι στους οποίους μπορούσα να πάω με τα πόδια. Περνούσα λοιπόν ατελείωτες ώρες στο σινεμά. Εκείνη την εποχή τα στούντιο έβγαζαν πάρα πολλές ταινίες κάθε χρόνο. Σ’ έναν μήνα μπορούσε να δει κανείς ταινίες με τον Τζέιμς Κάγκνεϊ, τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, τον Γκάρι Κούπερ, μιούζικαλ με τον Φρεντ Αστέρ, κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϊ – ήταν απίστευτη η πληθώρα, η ποικιλία των επιλογών.

Μεγαλώνοντας, παρατηρούσα ότι οι γονείς των άλλων παιδιών στη γειτονιά δεν τα άφηναν να βλέπουν ταινίες. Τα καλοκαίρια συνήθως τους έλεγαν «Πηγαίνετε να παίξετε έξω στον ήλιο, στο φρέσκο αέρα, κινηθείτε, κολυμπήστε». Υπήρχε και όλη αυτή η παραφιλολογία εκείνη την εποχή ότι οι ταινίες σού καταστρέφουν τα μάτια και τέτοιες ανοησίες. Οι γονείς μου δεν έδιναν σημασία σ’ αυτά, ούτε με απέτρεψαν ποτέ από το να πηγαίνω σινεμά. Από την άλλη, κι εγώ σιχαινόμουν το καλοκαίρι – σιχαινόμουν τη ζέστη, τον ήλιο που έκαιγε. Η καλύτερή μου ήταν να βρίσκομαι σ’ έναν κινηματογράφο με κλιματισμό. Και υπήρχαν φορές που πήγαινα τέσσερις, πέντε, έξι φορές τη βδομάδα, ή και κάθε μέρα ακόμα, ανάλογα με το χαρτζιλίκι μου. Επίσης, οι κινηματογράφοι τότε έπαιζαν δύο ταινίες μ’ ένα εισιτήριο. Η καλύτερή μου! Το χειμώνα βέβαια, με το σχολείο, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Μπορούσα να πηγαίνω μόνο τα σαββατοκύριακα. Συνήθως πήγαινα Σάββατα, Κυριακές και πολλές φορές και Παρασκευές κατευθείαν μετά το σχολείο…

1

Εχει ειπωθεί ξανά στο παρελθόν ότι, αν υπάρχει μία θεματική που διατρέχει όλες τις ταινίες μου, είναι η αντίστιξη πραγματικής ζωής και φαντασίας. Αυτή η πάλη κυριαρχεί στο έργο μου. Νομίζω τελικά ότι όλα πηγάζουν από το γεγονός ότι μισώ την πραγματικότητα. Και το κακό είναι ότι μόνο εκεί μπορεί κανείς να απολαύσει μία ωραία μπριζόλα. Πιστεύω ότι αυτό το κουβαλάω από τα παιδικά μου χρόνια, όταν συνεχώς δραπέτευα μέσα από το σινεμά. Από μικρός εντυπωσιαζόμουν πολύ εύκολα κι, επιπλέον, μεγάλωνα την αποκαλούμενη «Χρυσή Εποχή του Κινηματογράφου», την εποχή όλων αυτών των υπέροχων ταινιών. Θυμάμαι να βγαίνει η «Καζαμπλάνκα» στα σινεμά, «Ο Ουρανός της Δόξας», όλα αυτές οι μεγάλες αμερικανικές ταινίες, τα έργα του Πρέστον Στάρτζες και του Φρανκ Κάπρα, αυτά αποτελούσαν τη διαφυγή σου από την πραγματικότητα. Μπορούσες να αφήσεις πίσω σου το φτωχικό σου σπίτι, μαζί με όλα σου τα προβλήματα με το σχολείο και την οικογένειά σου και να μπεις στον κόσμο του σινεμά. Εκεί όπου όλοι έμεναν σε ρετιρέ με λευκά τηλέφωνα, οι γυναίκες ήταν υπέροχες, οι άντρες μιλούσαν με έξυπνα ευφυολογήματα, κι όλα ήταν αστεία, κι όλα έβρισκαν λύση στο τέλος, και υπήρχαν πραγματικοί ήρωες και όλα ήταν τέλεια. Νομίζω λοιπόν ότι αυτό δεν με εντυπωσίαζε απλώς, αλλά είχε σαρωτική επιρροή πάνω μου. Και ξέρω πάρα πολλούς συνομήλικούς μου που δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσει αυτή την επιρροή. Που έχουν πρόβλημα με τη ζωή τους, γιατί ακόμα και σήμερα –στα πενήντα και τα εξήντα τους- δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι η πραγματική ζωή δεν λειτουργεί έτσι, ότι όλα όσα μεγάλωσαν να πιστεύουν, να νιώθουν και να ονειρεύονται, θεωρώντας τα πραγματικότητα, δεν ήταν αληθινά, αλλά αντιθέτως η ζωή είναι πολύ πιο σκληρή και πολύ πιο άσχημη.

Όταν καθόσουν απέναντι στην μεγάλη οθόνη νόμιζες ότι αυτός είναι ο κόσμος. Δεν σκεφτόσουν ποτέ ότι αυτός είναι «ο κόσμος του σινεμά». Σκεφτόσουν απλά ότι αυτός δεν είναι ο δικός σου κόσμος. Ο δικός σου κόσμος ήταν στο Μπρούκλιν σ’ ένα φτωχοδιαμέρισμα, όμως ο κόσμος εκεί έξω ζούσε όπως στις ταινίες: έκανε ιππασία, γνώριζε πανέμορφες γυναίκες, και τα βράδια έπιναν κοκτέιλ. Ζούσαν μία διαφορετική ζωή από σένα. Κι αυτό συνηγορούσε και με όσα διάβαζες στις εφημερίδες, όπου κάποιοι πλούσιοι όντως ζούσαν σ’ ένα διαφορετικό, ευτυχισμένο κόσμο, όπως αυτό των ταινιών. Αυτή η αντίθεση ονείρου και πραγματικότητας σε συνθλίβει. Εγώ δεν το ξεπέρασα ποτέ. Και ξέρω πολύ κόσμο που δεν το έχει ξεπεράσει επίσης…

 

Σχόλια

X