Μέσα Σεπτέμβρη. Το Φθινόπωρο οι καρδιές μαζεύονται. Μπαίνουν σ’ ένα καβούκι και παλεύουν να βγάλουν τις αλήθειες τους. Εκεί στις μεγάλες μελαγχολίες ξεπηδούν τα όνειρα και υποκλίνονται στις ψυχές που είναι ζαρωμένες, αναποφάσιστες και φοβισμένες.

Την ώρα που σουρούπωνε. Την ώρα που ο ήλιος έκανε βουτιά και μας αποχαιρετούσε. Την ώρα που η παλέτα του ζωγράφου ήταν γεμάτη χρώματα. Καθήσαμε σε μια ξαπλώστρα που βρήκαμε δίπλα στη θάλασσα, παράταιρη από τις άλλες. Η κιθάρα ήταν πάντα η προέκταση του χεριού του. Σε μια θάλασσα τον πρωτοσυνάντησα. Με μια παρέα από εκείνες τις καλοκαιρινές που έχουν την ψευδαίσθηση πως η ζωή κρατάει για πάντα και είναι πάντα καλοκαίρι. Από μακριά ακουγόταν η φωνή του στεντόρεια, δυνατή, μελωδική. Νύχτα καλοκαιρινή, ελπιδοφόρα, με μια ψευδαίσθηση αθανασίας. Τα χέρια του χάιδευαν τα τάστα της κιθάρας σα να κρατούσε μια γυναίκα και φοβόταν μήπως την πληγώσει. Αυτό ήταν πολλά χρόνια πίσω. Τότε ήμασταν παιδιά.

Ο Δημήτρης δεν πήγε ποτέ σε ωδείο. Οι νότες ήταν πάντα μέσα του. Σκάρωνε τις μελωδίες κι έγραφε τραγούδια χωρίς παρτιτούρες. Η μνήμη εδώ λειτουργούσε άψογα. Κι αυτό είναι το αυθεντικό, το παρορμητικό, το αυθόρμητο. Εκείνο που κινείται από την καρδιά και δίνει δύναμη στα χέρια να παίξουν, να δημιουργήσουν, να μεγαλουργήσουν. Κι ο Δημήτρης από καρδιά άλλο τίποτα!

Εκεί δίπλα στη θάλασσα είπαμε τις πιο μεγάλες αλήθειες. Για τη μουσική που σου αλλάζει την όψη, τα κακοτράχαλα, που λειαίνει τις γωνίες αν την αφήσεις να σε αγγίξει, αν δεν την φοβηθείς. Για τη ζωή που είναι δύσκολη αλλά όμορφη γεμάτη μελωδίες και νότες. Για τα όνειρα που είναι πάντα πιο μεγάλα από το μπόι μας αλλά σε βοηθούν να σηκώνεις το κεφάλι και να κοιτάς ψηλά.

Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν αριστουργήματα και παραμένουν στο συρτάρι. Άνθρωποι που δεν ονειρεύτηκαν ποτέ μεγάλες πίστες και γεμάτα στάδια. Άνθρωποι που είναι ταλέντα αλλά και συγχρόνως ταπεινοί, μετρημένοι, προσγειωμένοι. Άνθρωποι που κάνουν καλύτερες τις μέρες μας γιατί η στόφα τους είναι αυθεντική και γνήσια. Άνθρωποι που η φωνή τους μιλάει απευθείας στις ψυχές μας, ξεσκονίζει τις μύχιες σκέψεις μας, σε κάνει να δακρύζεις, να γελάς, να ονειρεύεσαι, να ελπίζεις. Μια κιθάρα και μια φωνή. Με αυτά τα απλά και ταπεινά όπλα.

Ονομάζεται Δημήτρης Παγωμένος και διαθέτει την πιο ζεστή, οικεία φωνή. Είναι γενναίος, ωραίος, με μαγικά φωτάκια σαν αυτά που φαίνονται στη θάλασσα ξημερώματα καλοκαιριού και δείχνουν πως δεν είσαι μόνος. Σαν τα απογεύματα της άνοιξης που εύχεσαι να κρατήσουν λίγο ακόμα για να προλάβεις να δεις και να αποτυπώσεις όλα τα χρώματα. Γράφει τις μελωδίες του και τις αφήνει να βολτάρουν στον κόσμο και να χαϊδέψουν αυτιά και ψυχές, να μιλήσουν για όλα τα ανείπωτα και τα καταπιεσμένα, για όλα τα ρημαγμένα και ζόρικα που έγιναν βραχνάς. Να αποδείξει πως όλα τα σπουδαία αρχίζουν για πλάκα και εξελίσσονται και ριζώνουν και δημιουργούν παρέες με μεράκι κόντρα στην κρίση, με κοινό όραμα και κοινό κώδικα.

Αν ακούσετε ποτέ μια κιθάρα και μια φωνή νύχτα καλοκαιριού, μην προσπεράσετε. Αυτές είναι οι πιο γνήσιες αλήθειες που μπορεί να συναντήσετε. Γιατί η μουσική και οι μουσικοί μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο μας…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X