Ήμουν επτά χρόνων. Είχα μάθει τα πρώτα γράμματα που πάλευα να είναι ολοστρόγγυλα με όμορφα κατσουνάκια, αραδιασμένα στην ίδια γραμμή σα στρατιωτάκια. Πάλευα μερόνυχτα για να μην ξεφεύγουν από τη σειρά. Εγώ έγραφα, η μάνα μου έσβηνε. «Τι είναι τα γράμματα, παιδάκι μου; Πουλιά; Φαντάσου τα σαν ανθρωπάκια. Στη σειρά, με ίδιο ύψος. Λες και κάνουν παρέλαση». Και δώστου αυτή να σβήνει κι εγώ να γράφω και τούμπαλιν.

Η μάνα μου με την κοιλιά στο στόμα να παλεύει για τα στοιχισμένα γράμματα κι ο πατέρας μου να κρεμάει σημαίες στο μπαλκόνι. Άσπρες σημαίες με ένα πράσινο μισό ήλιο. Γεμάτο το χωριό. Όλα τα μπαλκόνια ένας πράσινος ήλιος. Παιδί ήμουνα, μπερδεύτηκα κι εγώ κι άρχισα τον ήλιο στις ζωγραφιές να τον βάφω πράσινο. Μετά του σχημάτισα και χέρια και του έβαλα ένα μπουκάλι κρασί να ‘χει να πίνει αφού έτσι κι αλλιώς αυτό τραγουδούσαν όλοι στα καφενεία. Άνοιγαν το ραδιόφωνο, κάθονταν ομάδι και συνόδευαν ένα συμπαθητικό κύριο με βραχνή φωνή που τραγουδούσε:

«Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο, σίγουρα, ναι

Θα τον τρελάνουμε τον φίλο, σίγουρα, ναι

με το νταούλι και με το ζουρνά, καλημέρα ήλιε, καλημέρα»

Αναβρασμός στο χωριό. Έρχονταν κι έφευγαν «βουλευτάδες». Ζητούσαν την ψήφο των χωριανών, την υποστήριξη τους. Κι εκείνοι χάριζαν χέρια απλωμένα και γροθιές που έσφιγγαν κι έδιναν υποσχέσεις. Τους θυμάμαι πάνω σε φορτηγά στοιβαγμένοι σα πρόβατα να αναχωρούν για τη μεγάλη συγκέντρωση του Αντρέα στη χώρα. Και οι γυναίκες να τους χαιρετούν και να φωνάζουν: «Με τη νίκη, Αντρέα, προχώρα σε θέλει όλη η χώρα». Ο κύριος Αντρέας ήταν ένας φαλακρός, καλοψωμωμένος κυριούλης που σήκωνε το χέρι για να χαιρετήσει τα πλήθη και να υποσχεθεί τον ουρανό με τα άστρα. Και, αν είχα καταλάβει καλά, τον ήθελε όλη η χώρα. Ήταν ένας καλός οικογενειάρχης με τέσσερα παιδιά και μια Αμερικανίδα σύζυγο, την κυρία Μαργαρίτα, η οποία μιλούσε για ισότητα ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Τα ελληνικά της ήταν μάλλον φτωχά κι εγώ συνέπασχα μαζί της γιατί καταλάβαινα πόσο θα δυσκολευόταν κι εκείνη να στοιχίσει τα γράμματα.

Ιστορικές στιγμές ζούσαμε στο “new village”. Δε μας έφτανε ο Αντρέας, είχαμε και τον Παντελή. Δεν ήταν δυνατό να μην εμφανιστεί και στα μέρη μας. Παντελής Φραγκιαδάκης και ΟΛΚΕ (ολοκληρωμένη κοινωνική ένωση). Γυρνούσε με ένα φορτηγάκι και μια ντουντούκα και μοίραζε υποσχέσεις με το «τσουβάλι». Μεγάλος αντίπαλος του κυρίου Αντρέα. Κι εδώ που τα λέμε πώς να συναγωνιστείς ένα ΟΛΚΕ που έταζε δωρεάν διακοπές και spa για τις κυρίες του χωριού!

18 Οκτωβρίου 1981 ο κύριος Αντρέας βγήκε πρωθυπουργός κι ένας άλλος κύριος, ο Γεώργιος Ράλλης, δήλωσε στην τηλεόραση ότι «θα έπινε αυτό το πικρόν ποτήριον». Προς μεγάλη τιμή του Αντρέα η μάνα μου έφερε στον κόσμο την αδερφή μου λίγες μέρες μετά κι έτσι όλοι έμειναν ευχαριστημένοι.

Και μη νομίζετε πως οι περιπέτειες για όλους τους «πρασινοφρουρούς» σταματούν στη νίκη του ’81. Ο αγώνας έπρεπε να συσπειρωθεί και στις εκλογές του ’85 να πάρει ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό. Ο Αντρέας είχε γίνει για όλους ο μακρινός θείος από την Αμερική, ο φίλος μας, ο γείτονας, ο θεός με το μαγικό ραβδάκι. Η φωτογραφία του υπήρχε σε όλα τα σπίτια με διαστάσεις 1,50 Χ 1. Το πρωί τον καλημέριζαν και το βράδυ του ευχόνταν όνειρα γλυκά.

Τότε ήρθε και η μεγάλη ρήξη με τη μάνα μου. Ένα βράδυ εμφανίστηκε ο πατέρας μου κρατώντας το τεράστιο κάδρο. Ετοιμαζόταν περιχαρής να το στολίσει στο σαλόνι σε περίοπτη θέση αφαιρώντας το κάδρο με τα παγώνια που στέκονταν αντικρυστά με απλωμένα φτερά. Σπουδαίο έργο τέχνης! Ένα χρόνο το έπλεκε η Θεονύμφη και όταν κατάφερε να το τελειώσει καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι. Φουριόζος και υπερήφανος για το απόκτημα ο Δημήτρης έκανε τη μοιραία κίνηση να κατεβάσει τα παγώνια και να κρεμάσει τον «αετό». Και τότε ακούστηκε η μάνα μου: « Αν τολμήσεις χωρίζουμε και στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσω Μητσοτάκη». Βαριά κουβέντα είχε ξεστομίσει. Πήρε το κάδρο και το στόλισε στην αποθήκη.

Ένας Παπανδρέου νικήθηκε από δυο παγώνια!

 

Σχόλια

X