της Μαρίας Σιδηροπούλου

Ξυπνούσε στις 4 το πρωί, κάθε μέρα. Κάποιες φορές ξυπνούσαμε μαζί του και τον ακούγαμε να φτιάχνει τον πρωινό φραπέ του. Κάποιες άλλες ξυπνούσαμε όλες, στην ώρα μας, και δεν ήταν εκεί. Σαν να μην είχε περάσει το βράδυ σπίτι.

Ο πατέρας μου είναι αμμοβολιστής. Μικρή δεν ήξερα τι σήμαινε αυτή η λέξη. Έλεγα σε όλους, ο μπαμπάς μου δουλεύει στα καράβια. Τον νομίζανε για ναυτικό, αλλά εγώ επέμενα ότι δεν ταξίδευε. Θα το ήξερα αν ήταν ναυτικός.

Αργότερα κατάλαβα ότι η δουλειά του είναι βρώμικη και σκληρή. Γι’αυτό επέστρεφε σπίτι ολόκληρος μαύρος, φορώντας αυτές τις φόρμες, που όσο και να τις έπλενες δεν καθάριζαν ποτέ. Πετρελαιοφόρα καθαρίζει. Αλλά το πετρέλαιο και τα χημικά δεν βγαίνουν με νερό. Μόνο με σωλήνες που ξερνάνε άμμο με τεράστια πίεση βγαίνουν.

Στα 29 μου χρόνια δεν κατάφερα να πάω να τον δω να δουλεύει. Να δω πώς είναι αυτά τα τάνκια, που το καλοκαίρι λιώνουν οι εργάτες στους 60 βαθμούς. Όλοι μου έλεγαν «καλοπληρωμένη δουλειά» αυτή που κάνει ο μπαμπάς σου. Πόσα άραγε πρέπει να παίρνει κανείς για να αισθάνεται ότι αξίζει να δουλεύει με τον κίνδυνο ανα πάσα στιγμή να τραυματιστεί, ή ακόμη και να σκοτωθεί. Ακόμη αναρωτιέμαι.

Ενώ λοιπόν, πόσταραστα σόσιαλ μίντια μία πολύ καλή έρευνα για το πώς θα επηρεάσει η πετρελαιοκηλίδα του Αγία Ζώνη ΙΙ, τις ζωές μας, ξαφνικά βλέπω σχόλιο της μητέρας μου (φυσικά και έχει facebook): «Αύριο θα πάει στη Γλυφάδα ο μπαμπά σου, με τα μηχανήματα για να καθαρίσουν!»

Την επόμενη μέρα κανόνισα να πάω να τον βρω. Δούλευε επιτέλους πιο κοντά. Όχι Σκαραμαγκά, ούτε Ελευσίνα. Ήταν Γλυφάδα, στην παραλία μπροστά από ένα από τα γνωστά κέντρα που έχουν κόψει παράνομα την πρόσβαση στη θάλασσα.

Μόλις με είδε, χαμογέλασε πλατιά! «Ήρθε η κόρη μου να με δει, να δει πώς δουλεύει ο μπαμπάς» έλεγε στους συναδέλφους του, όλο χαρά. Όλοι αμέσως σήκωσαν για λίγο το βλέμμα από τα φτυάρια, με κοίταξαν  και τα άσπρα δόντια τους  μου φώναξαν «Γεια Μαρία!». Ύστερα χαμήλωσαν πάλι και συνέχιζαν το φτυάρισμα. Είχαν να μαζέψουν πολλά κιλά μαζούτ ανακατεμένο με άμμο που άπλωναν  κάθε δευτερόλεπτο τα κύματα στην παραλία.

Σοκαρίστηκα. Σαν να μην υπήρχε νερό. Σαν να έβλεπα μια απέραντη δεξαμενή πετρελαίου.

«Καθαρίσαμε τη μισή παραλία από τα χοντρά, και η άμμος φαινότανε κάπως καθαρή, λίγο ψιλό μόνο είχε μείνει. Αλλά άλλαξε ο αέρας και τα ξανάφερε εδώ.»

Το πετρέλαιο καταφθάνει σε δόσεις στην παραλία. Στα σημεία που είναι πιο αραιό, στην όχθη, οι εργάτες το μαζεύουν με φτυάρια. Στα σημεία που είναι πιο πυκνό, το ρουφάνε με κάτι σωλήνες ενωμένους με ένα κομπρεσέρ, και καταλήγει σε μικρές δεξαμενές που αργότερα έρχονται και τις παραλαμβάνουν βυτιοφόρα για να τις πάνε στα διυλιστήρια. Παράλληλα δοκιμάζουν να ρίχνουν με πίεση νερό από μία μάνικα, το οποίο καταφέρνει να διαλύσει κάποια κομμάτια που έχουν κάτσει στο βυθό και είναι παχύρευστα. Τα κομμάτια χορεύουν μέσα στο βυθό σαν τεράστιες μαύρες μπουρμπουλήθρες. Έτσι καταφέρνουν να τα ξεβράσει και αυτά η θάλασσα και να καταλήξουν στο φτυάρι ενός εργάτη.

«Εδώ ο μεγαλύτερος εργάτης, είναι ο Βλαδίμηρος, Ουκρανός, φοβερό παιδί. Ο νεότερος είναι 19 χρονών, πέρασε φέτος οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Έχω και πέντε Αλβανούς, και οι ντόπιοι μαζί με τους δύο Πόντιους από τη Ρωσία, είναι εννιά. Όλοι τίμια παιδιά. Δουλεύουμε μαζί στα βαπόρια, είμαστε ομάδα, τους ξέρω. Βγάζουν δουλειά. Κάποιοι δεν ήρθαν, τους φάνηκε λίγο το μεροκάματο. Αυτοί που είχαν ανάγκη, εδώ είναι τους βλέπεις.»

Θέλει να μου τα πει όλα. Κρυφά αγχώνεται όμως μήπως γίνει κάποια παρατήρηση που είμαι εκεί, αλλά συνεχίζει να μου μιλάει.

«Σοκαρίστηκα κι εγώ όταν πρωτοήρθαμε. Έχουμε συνηθίσει στο μαζούτ και στο πετρέλαιο στα βαπόρια, αλλά αυτό είναι οικολογική καταστροφή. Τώρα βέβαια αφού έγινε, τι να κάνεις; Μεροκάματο. Δεν μου αρέσουν τέτοιες δουλειές, αλλά αφού έγινε η ζημιά…»

Μιλάμε περπατώντας κατά μήκος της παραλίας. Έχω ιδρώσει, ενώ έχω ντυθεί ελαφριά. Τον βλέπω με τη μακριά φόρμα, και είναι σαν να μην νιώθει ζέστη, σαν να έχει εκπαιδεύσει τον εαυτό του να μην νοιάζεται. Να μην αισθάνεται.Τον ρωτάω αν κουράστηκε.

«Έχω πιεί σήμερα 8 λίτρα νερό. Φοράμε τις φόρμες που μας δίνει η εταιρία, φόρμα μίας χρήσεως, γαλότσες και γάντια πετρελαίου. Αυτά μας τα παρέχει κάθε μέρα η εταιρία. Εμείς είμαστε συνηθισμένοι, γιατί στα βαπόρια έχουμε πολύ χειρότερα. Για εμάς είναι και λίγο παραλία. Όταν είσαιστο τάνκι με 38 βαθμούς έξω και 60 μέσα, και δεν μπορείς να αναπνεύσεις…Εδώ είναι κάπως καλύτερα.»

Βλέπω το μαγαζί που είναι πάνω στην παραλία. Στρώνουν τραπέζια στα λευκά. Φοβερή αντίθεση με την άμμο και τη θάλασσα. Καταλαβαίνω ότι ετοιμάζονται για γαμήλια δεξίωση, και δεν μπορώ να μην σκεφτώ το πώς θα το πάρουν οι καλεσμένοι και το ζευγάρι. Οι σερβιτόροι συνεχίζουν να στρώνουν. Πιο μακριά, μερικά τραπέζια με θαμώνες του μαγαζιού που πίνουν τον καφέ τους. Τί περίεργο να επιλέξεις σήμερα να πιείς καφέ εδώ ακριβώς. Είμαστε σκλάβοι της συνήθειας τελικά.

«Ναι δουλεύει κανονικά το μαγαζί. Απλώς δεν κάνουν μπάνιο. Μας ρωτούν πώς βλέπουμε τα πράγματα. Και τους λέμε, σίγουρα θα ήταν καλό του χρόνου να μην κάνετε μπάνιο. Βέβαια, ανάλογα με το χειμώνα και το τι θα ξεβράσει η θάλασσα. Συνέχεια θα καθαρίζει. Έχει πολύ δουλειά ακόμη. Να καταλάβεις, πρέπει να ξαναπλύνουμε μία μία τις μεγάλες πέτρες, τους βράχους, με ζεστό νερό. Κάποιοι σίγουρα θα κάνουν μπάνιο βέβαια. Και η αλήθεια είναι ότι δε θα φαίνεται το μαζούτ. Αλλά όταν θα πατάς στο βυθό…»

Αρχίζει και τον φωνάζει ένας συνάδελφος. Μιλάνε, και ο μπαμπάς μου αρχίζει να φωνάζει σε κάποιον να έρθει να τον βοηθήσει. Η φωνή του πάντα με τρόμαζε. Ήταν πάντα βροντερή, και πάντα τον ακούγαμε πριν μπει στην πολυκατοικία, από τον πέμπτο όροφο, γιατί όλο και με κάποιον γείτονα θα αντάλλαζε κουβέντα. Τώρα καταλάβαινα ότι η φωνή του εδώ, αλλά και στα βαπόρια, είναι εργαλείο. Είναι σαν την φόρμα, τις γαλότσες, τα γάντια πετρελαίου.

«Θα έρθουν δημοσιογράφοι τις επόμενες μέρες. Θα γίνει συνέντευξη τύπου. Δεν ξέρω πότε ακριβώς. Νομίζω περιμένουν να καθαρίσει κάπως, για να έχουν κάτι να δείξουν. Μέχρι και ο υπαρχηγός του λιμενικού ήρθε, υπουργοί, υφυπουργοί. Θα πέσαν τηλέφωνα. Είναι και το μαγαζί εδώ βλέπεις.»

Τον αφήνω και γυρνάω στη μαμά. Εκείνη όλο χαρά: «Τον είδες τον πατέρα σου; Μου καθάρισε την παραλία που πάω για μπάνιο;»

Η αγαπημένη άσκηση της μαμάς είναι το κολύμπι. Της εξηγώ ότι καθάριζαν σε άλλο σημείο, αλλά ό,τι και να κάνουν, οι παραλίες θα αργήσουν να καθαρίσουν. Με κοιτάει με απογοήτευση, και αργότερα της εξηγώ το μέγεθος της καταστροφής. «Δεν είχα καταλάβει ότι είναι τόσο σοβαρό.»

Μία από τις επόμενες μέρες, παίρνω τηλέφωνο κατά τις 9 το βράδυ να δω τι κάνει ο μπαμπάς.

«Ο πατέρας σου κοιμάται, γύρισε πριν μία ώρα. Ήταν πτώμα. Είχε πάει από τις 7 στη Γλυφάδα.

Α, και να σου πω. Γράφτηκα κολυμβητήριο!»

 

 

 

 

 

Σχόλια

X