Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ από ένα κόμμα της Αριστεράς σε ένα ξεκάθαρα μνημονιακό κόμμα οδήγησε στον κίνδυνο της πλήρους ρήξης με τον κομματικό ιστό και την εκλογική βάση του κόμματος.

Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, που παρουσιάζονται σαν να αποτέλεσαν την έγκριση του εκλογικού σώματος στους χειρισμούς της κυβέρνησης και στην υπογραφή του τρίτου μνημονίου, του αριστερού μνημονίου όπως βαφτίστηκε, έγιναν με αυξημένη αποχή (500.000 δεν προσήλθαν στις κάλπες σε σύγκριση με τις εκλογές του Ιανουαρίου της ίδιας χρονιάς, αλλά και με το δημοψήφισμα του Ιουλίου) και μάλλον κατέδειξαν ένα ταβάνι στην εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ.

Το αμέσως επόμενο διάστημα άρχισαν τα δύσκολα: Η πλήρης εφαρμογή του μνημονίου που είχε υπογράψει ο Τσίπρας, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με την εξαφάνιση την επόμενη ημέρα των χρημάτων των ταμείων που συνέβαλλαν στην ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας Αττικής, αλλά και στην πλήρη εξαφάνιση της αξίας των μετοχών όλων των τραπεζών μετά την κατάρρευσή τους στο χρηματιστήριο, το γενικό ξέσπασμα της φτώχειας, η κατάρρευση της υπόσχεσης περί παραλλήλου προγράμματος και ισοδυνάμων μέτρων για κάθε επαχθές μέτρο που η κυβέρνηση σύμφωνα με τις προεκλογικές εξαγγελίες δε θα έπαιρνε, το γενικό ξεπούλημα της περιουσίας του δημοσίου, οδήγησαν στην εξαφάνιση και της υποστήριξης των λαϊκών στρωμάτων, αυτών που είχαν στηρίξει τις ελπίδες τους στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία από το 2010 και μετά.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση ήταν απαραίτητος και ένας επαναπροσδιορισμός της στρατηγικής του κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ δε μπορούσε πια να στηρίζεται στην αντιμνημονιακή ρητορική. Αφενός γιατί ο ίδιος είχε υπογράψει το πιο επαχθές μνημόνιο, αφετέρου γιατί η συμφωνία προέβλεπε ότι για να μπορέσει να περάσει το μνημόνιο στο λαό με τις λιγότερες αντιδράσεις έπρεπε ο ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει την ιδιοκτησία του προγράμματος. Τέρμα ο αντιμερκελισμός, τέρμα η αντιευρωπαϊκή ρητορική, τέρμα οι συγκρούσεις με τους θεσμούς.

Όμως αν θέλεις να μακροημερεύσεις στην πολιτική δε μπορεί να θεωρείς ότι θα περάσεις με το πάτημα ενός κουμπιού ανέξοδα από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, χωρίς να σε πάρει και να σε σηκώσει. Γιατί η εκλογική πελατεία του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή που πλήττεται βάναυσα από τις μνημονιακές πολιτικές και όσο και αν αυτές ωραιοποιηθούν δε θα πάψουν να είναι το ίδιο δολοφονικές.

Έπρεπε λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει ένα κομμάτι από την παλιά του φυσιογνωμία, όσο κι αν αυτό έμοιαζε ψεύτικο. Και αυτό το κομμάτι βρέθηκε πολύ εύκολα: τα Δικαιώματα. Σε συνδυασμό με την επίθεση στα υπόλοιπα κομμάτια της αριστεράς με γκεμπελίστικες μεθόδους και ψεύτικα δημοσιεύματα τα οποία έγιναν σωρηδόν την προεκλογική περίοδο του Σεπτεμβρίου του 2015, αλλά και λόγω του κατακερματισμού της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να παρουσιαστεί σαν η μοναδική εναλλακτική πρόταση εξουσίας της αριστεράς και με αυτόν τον τρόπο να διατηρήσει σημαντικό κομμάτι από την εκλογική του πελατεία, που δε θα είχε εναλλακτική.

Το επόμενο διάστημα είχαμε τα τραγελαφικά αποτελέσματα υπουργοί και βουλευτές που έκαναν τα πάντα προκειμένου να βρεθούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην παρέα της εξουσίας, να διορίσουν την εκλογική τους πελατεία σε βουλευτικά και υπουργικά γραφεία και διοικήσεις οργανισμών, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι με την πολιτική τους τσακίζονται ζωές γενεών ολόκληρων, ταυτόχρονα να ομνύουν στα δικαιώματα ως έναν βασικό πυλώνα πολιτικής που κάνει τη διαφορά από όλες τις προηγούμενες δεξιές κυβερνήσεις. Τα δικαιώματα στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ από το Σεπτέμβριο του 2015 μέχρι σήμερα, απεκδύθηκαν την ταξική τους διάσταση και βρέθηκαν αυτά να αποτελούν το άλλοθι μιας κίβδηλης προοδευτικότητας που εντέλει είναι τόσο δεξιά όσο και οι προηγούμενες. Δηλαδή είχαμε την πλήρη αποστασιοποίηση από το αφήγημα της ριζοσπαστικής αριστεράς σύμφωνα με το οποίο τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποτελούν μόνο ατομικές διεκδικήσεις, αλλά και συλλογικές και τα απελευθερωτικά τους προτάγματα στρέφονται ενάντια σε δομές εξουσίας αιώνων που βοηθούν τον καπιταλισμό να αναπαραχθεί, ενώ τα σχετικά κινήματα βρίσκονται σε πλήρη αλληλεγγύη με το εργατικό κίνημα.

Μέχρι που ακόμα και εκεί είχαμε την κατάπτυστη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας και τη σημερινή κατάσταση στα κέντρα κράτησης, που άνθρωποι πεθαίνουν από το κρύο το χειμώνα και από τη ζέστη το καλοκαίρι, για να καταλάβουμε για ακόμα μια φορά ότι ο πολιτικός αμοραλισμός περισσεύει και μπροστά στην πολιτική επιβίωση της κυβέρνησης κανένα όριο δεν υπάρχει.

Σε αυτό το πλαίσιο την ημέρα της γυναίκας διάλεξε η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου για να κάνει γνωστό στο πανελλήνιο το πρότυπό της. Και αυτό δεν είναι άλλο από την αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης Ηλέκτρα Αποστόλου, τη γυναίκα που από τα 14 της χρόνια συμμετείχε ενεργά στο κομμουνιστικό κίνημα της εποχής της, εξορίστηκε, φυλακίστηκε, δραπέτευσε και οργάνωσε το κίνημα της αντίστασης στην Αθήνα της κατοχής, για να βρει τελικά το θάνατο από τα χέρια των δωσιλόγων της κρατικής ασφάλειας σε συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές.

Οποιαδήποτε πολιτική σύγκριση με την ίδια την υπουργό βεβαίως είναι υπεράνω κάθε λογικής. Έχοντας συμμετάσχει ενεργά στην ομάδα που διαπραγματεύτηκε το μνημόνιο αλλά και ετοίμασε το νόμο Κατρούγκαλου για το ασφαλιστικό με βάση τον οποίο κόβονται συντάξεις και περιορίζονται δικαιώματα, η Αχτσιόγλου διαδέχθηκε έπειτα τον προϊστάμενό της στην υπουργική θέση μετά τον ανασχηματισμό. Είναι εν ολίγοις μια γυναίκα που αναδείχθηκε στα κλιμάκια της εξουσίας σε απευθείας διάλογο και συναίνεση με τους θύτες των λαϊκών στρωμάτων και χωρίς κανένα πολιτικό έρεισμα πέρα από τη δύναμη της στήριξης των εντολέων της, την πολιτική των οποίων εφαρμόζει πιστά και απαρέγκλιτα.

Για την κυρία Αχτσιόγλου όμως η ταύτιση με την αγωνίστρια Ηλέκτρα Αποστόλου είναι ανέξοδη και ψαρεύει σε θολά νερά. Είναι ένα απότοκο της κουλτούρας του διαδικτύου που θεωρεί ότι οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι ένα άβαταρ, ένα εικονίδιο στην οθόνη, που όσο πιο ευφάνταστα σχεδιασμένο είναι, τόσο πιο εύκολα προσελκύει την προσοχή και την οποιαδήποτε στιγμή αν το βαρεθείς το πετάς, το αλλάζεις, το σβήνεις. Όταν είσαι στην αίθουσα της Βουλής και θέλεις να το παίξεις αριστερή φεμινίστρια, βάζεις ως εικόνα του avatar την Ηλέκτρα Αποστόλου, ενώ όταν διαπραγματεύεσαι με τους θεσμούς βάζεις την εικόνα της Θάτσερ. Η οποιαδήποτε σύνδεση με την ιστορία, ειδικά όταν αυτή δεν είναι πολύ γνωστή και σχετικά μακρινή, παραφράζεται κατά το δοκούν και η ταύτιση με σύμβολα μπορεί να γίνει για να ξεπλύνει τις πολιτικές αβελτηρίες μιας ελίτ που κυνικά ακολουθεί το δρόμο του προσωπικού της συμφέροντος, μακριά από αυτούς που την εμπιστεύθηκαν.

Σχόλια

X