Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο Μάκης γυρίζει στο καινούριο του διαμέρισμα. Είναι μεγαλύτερο από το προηγούμενο και βρίσκεται σε πιο ψηλό όροφο. Επίσης, ο ιδιοκτήτης του έχει δώσει τα κλειδιά για την ταράτσα, ώστε να πηγαίνει να φωτογραφίζει όποτε το θελήσει. Είναι ο τρόπος του να χαλαρώνει από τη δουλειά. Απαθανατίζει το φεγγάρι, τον Λυκαβηττό και το εκκλησάκι πάνω στον Λυκαβηττό.

Πριν πάει για τη φωτογράφηση, κάθεται μπροστά από τον υπολογιστή. Κατεβάζει μουσική, παρακολουθεί τις ειδήσεις, περισσότερο τις αθλητικές. Οι θόρυβοι από το ανοικτό παράθυρο είναι η επαφή του με την αύρα της πόλης. Το τασάκι αριστερά του, φιλοξενεί τις στάχτες της τελευταίας αγωνίας από τη δύσκολη μέρα στο γραφείο. Και στην ευθεία ο ορίζοντας σταματά στη ντουλάπα του δωματίου από το απέναντι διαμέρισμα. Υπάρχει όμως η ταράτσα.

Ο απέραντος ουρανός του δίνει την αίσθηση ελευθερίας που δεν αισθάνεται ούτε στο γραφείο, μα ούτε και στο ίδιο του το σπίτι. Στα ρεπό του μπορεί να τραβά τις φωτογραφίες του, προλαβαίνοντας τον ουρανό γαλάζιο. Το κατάλευκο εκκλησάκι του θυμίζει τις αγαπημένες του Κυκλάδες, όπου έχει περάσει πολλά όμορφα καλοκαίρια.

Σήμερα είναι μια άλλη μέρα. Ο Μάκης δεν πάει να φωτογραφίσει το αγαπημένο του φεγγάρι, ούτε τον Λυκαβηττό, ούτε το εκκλησάκι πάνω στον Λυκαβηττό. Μια σταγόνα καφέ στο πάτωμα, είναι όσο χρειάζεται για να ξεχειλίσει το δικό του ποτήρι. Βρίσκεται σε απόγνωση. Φωνάζει, σχεδόν ουρλιάζει.

Οι γείτονες βγαίνουν στα μπαλκόνια και προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Ο Μάκης καταφέρνει και παύει να είναι αόρατος. «Φωτογραφήστε με», φωνάζει ξανά και ξανά με υψωμένα χέρια. «Φωτογραφήστε με, φωτογραφήστε με, ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΤΕ ΜΕ!». Μέχρι που κάποιος το κάνει. Ο Μάκης ηρεμεί. Αφού τον ευχαριστεί, σταματά να φωνάζει, κάθεται στην καρέκλα του γραφείου του και κοιτάζει χαμογελώντας στο πάτωμα. Είχε καταφέρει για λίγο να γίνει τρελός και αυτό να καταγραφεί.

Ο Μάκης κοιμάται χαρούμενος. Είναι ακόμα ορατός για τον υπόλοιπο κόσμο, χρησιμοποιώντας μονάχα τη φωνή του. Αφού φαίνομαι υπάρχω, σκέφτεται. Και ηρεμεί. Η καθημερινότητά του, χωρίς επαφές με τους γύρω συνεχίζεται απτόητη. Δουλειά, μουσικές, αθλητικά, φωτογράφηση. Ο ίδιος κύκλος κάθε μέρα. Μέχρι να ξεπέσει πάλι μια σταγόνα καφέ στο πάτωμα, να ουρλιάξει για να ακουστεί και να νιώσει ότι υπάρχει σε μια πόλη με εκατομμύρια σπίτια και εκατομμύρια ανθρώπους που δεν θα γνωρίσει ποτέ όσο δυνατά και αν φωνάξει.

Σχόλια

X