του Λευτέρη Μπάιλα

Ο καπτα’ Κωσταντής, έγνεψε ικανοποιημένος και έπειτα ρώτησε.

Ποιόν έκλεισε ο Λιμενάρχης να σε πάει αύριο;”

Δεν τον ξέρω. Ούτε κι εσύ νομίζω. Αν και μου είπε ότι είναι από τους πιο παλιούς καπτάνιους στο νησί. Το μόνο που μου είπε, ότι όλοι των φωνάζουν Δράκο.”

Ο καπτα’ Κωσταντής άνοιξε διάπλατα μάτια και στόμα, με ευχάριστη έκπληξη κι αμέσως έπεσε το αγκίστρι που κρατούσε στα χείλη του. Άρχισε να σιχτιρίζει και έψαξε ανάμεσα στα σκέλια του να το βρει. Αφού το βρήκε και τσίμπησε, στην προσπάθεια, τα αχαμνά του δυο τρεις φορές, ξαναγύρισε στον Πέτρο.

Τι μου λες; Είναι ο γέρο δράκος εδώ;”

Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε.

Τον ξέρεις; Εγώ μήτε τον είχα ξανακούσει.”

Ο καπετάνιος έγνεψε ενθουσιωδώς καταφατικά.

Αλίμονο να μην ήξερα τον γέρο δράκο.”

Και τι μέρος είναι του λόγου του;”

Να σου πω την αλήθεια, δύσκολα καταλαβαίνει κανείς. Έχω να τον δω πάρα πολλά χρόνια βέβαια. Είχα μείνει με την εντύπωση ότι τα είχε τινάξει. Αυτόν καλέ εγώ τον θυμάμαι γέρο, από όταν ήμουν λίγο πιο μεγάλος από σένα. Ε τον γέρο λύκο, αντέχει ακόμη; Φαινόταν γερό σκαρί. Αλλά δεν περίμενα κι έτσι!”

Πόσο είναι τώρα δηλαδή αυτός; Κατάλαβα, θα έχω να αντιμετωπίσω γεροντική μουρμούρα και συμβουλές για τρεις ώρες. Καταδικασμένος σε θάνατο, δια βαρεμάρας.”

Ο καπτα’ Κωσταντής γέλασε.

Βαρεμάρα….; Με τον γέρο δράκο…; Ε δεν θα ‘σαι καλά. Για να σου δώσω να καταλάβεις, δεν υπάρχει άνθρωπος στο νησί, που να ξέρει τον γέρο Δράκο και να μην τον έχει αγαπήσει.”

Και τι όνομα είναι αυτό… Δράκος; Μα τι σόι άνθρωπος είναι αυτός τέλος πάντων;”

Ε δεν είναι φαντάζομαι το πραγματικό του όνομα αυτό, αλλά μην με ρωτήσεις και ποιο είναι. Εγώ έτσι τον βρήκα και μάλλον δεν θα βρεις κανέναν στο νησί που να τον ξέρει αλλιώς. Νόμιζα που λες ότι είχε φύγει. Ή ταξίδι ή μεγάααααλο ταξίδι.”

Κούνησε το χέρι μακριά.

Δεν έμενε στο νησί. Ερχόταν συχνά. Έφερνε πράγματα σε δύσκολους καιρούς, όταν κλεινόμαστε για μήνες και οι άλλοι καπεταναίοι δεν ρίσκαραν να μας τροφοδοτήσουν. Όποτε έβλεπες φουσκοθαλασσιές, ήξερες ότι θα φανεί και ο Δράκος. Περίμενες καμιά δυο μέρες και να σου τον! Έσκαγε μύτη, με ένα καρυδότσουφλο. Πάντα γελαστός.

Το νησί τον ευγνωμονούσε. Κι όταν τον ρωτούσαν, μα δεν φοβάσαι μην χάσεις το σκαρί σου; Μας απαντούσε ότι τα τσόφλια δεν βυθίζονται και έσκαγε στα γέλια.

Αλλά όσο για το τι σόι άνθρωπος είναι, λίγο δύσκολο να σου πω για σίγουρα. Το μυαλό του παίρνει στροφές σαν του γερακιού και δύσκολα του παραβγαίνεις στο λόγο. Μπορεί να ξεκινήσεις μια συζήτηση που θαρρείς ότι σίγουρα την έχει χαμένη, πριν καν αρχίσει και χωρίς να το πάρεις χαμπάρι, να σε έχει φέρει τέτοια τούμπα, που ούτε που θα καταλάβεις το πότε βρέθηκες υπόλογος. Θα μπορούσες να τον πεις σοφό. Ναι, με τον δικό του τρόπο είναι σοφός.

Πολύ ήρεμος επίσης, απ’ όσο ξέρω. Δεν θυμάμαι ποτέ να τον έχω ακούσει να υψώνει την φωνή του. Πάντα αντιμετώπιζε τις καταστάσεις με πολύ ψυχραιμία και γαλήνη.

Όσο για τις ικανότητές του, που φαντάζομαι τώρα θα έχουν μειωθεί αρκετά, νομίζω ότι σου έδωσα ένα δείγμα με αυτά που είπα πριν. Ξέρει όσα κανείς για τη θάλασσα. Πότε θα γυρίσει ο καιρός και σε τι, πότε θα αγριέψει, ποιες μέρες μες τη βδομάδα θα κάνει μπουνάτσα, πού θα βρει κανείς ψάρια και τι είδους, τις ξέρες και τους υφάλους όλων των θαλασσών και άλλα πολλά.

Τα μάτια του ήταν αετίσια. Δεν του ξέφευγε το παραμικρό σημαδάκι στον ορίζοντα, είτε ήταν μέρα, είτε σκοτάδι. Στις πιο σκοτεινές νύχτες, που το φεγγάρι δεν καταδεχόταν να μας φέγγει, εκείνος μπορούσε να κάνει δύσκολες μανούβρες και πολλές φορές είχε φύγει μες τη μαύρη νύχτα, από κατασκότεινα λιμάνια, που άλλοι δεν πλησίαζαν ούτε με το φεγγαρόφωτο. Άλλα τι στα λέω; Θα τα δεις αύριο από πρώτο χέρι.

Θα κατέβω κι εγώ στο λιμάνι να τον δω τον γερομπαγάσα. Ξέρεις του έχω ιδιαίτερη αδυναμία, όπως και πολλοί άλλοι φαντάζομαι. Με είχε βοηθήσει σε πολλές δύσκολες στιγμές. Μη φανταστείς, δίνοντάς μου πράγματα ή κάνοντάς μου χάρες. Όχι. Δεν ήταν αυτός ο Δράκος. Αλλά, σε πολλές δύσκολες στιγμές, από μόνος του καταλάβαινε ότι βρισκόμουν σε περίεργη κατάσταση και μου έπιανε κουβέντα. Άρχιζε να μου λέει συμβουλές και βαθυστόχαστες σκέψεις. Και τα λόγια του ήταν πάντα τόσο γλυκά. Έσταζαν, σαν το λάβδανο πάνω στις πληγές και αμέσως όλα σου φαίνονταν λιγότερο αβάσταχτα. Έβλεπες πιο καθαρά. Ποτέ του δεν είχε ζητήσει αντάλλαγμα, για τις ώρες που αφιέρωνε στο να σε ακούει. Κι όταν του έλεγες ότι έχει κάνει τόσα για σένα χωρίς εσύ να έχεις ανταποδώσει, ο γέρο Δράκος σου απαντούσε, να κοιτάς τη δουλειά σου και να φτιάχνεις την ζωή σου, γιατί η ζωή είναι για να την χαίρεσαι και όταν έρθει η ώρα να του ανταποδώσεις, τα ξαναλέμε.”

Ο Πέτρος δεν ήξερε το γιατί, αλλά πολύ είχε ενθουσιαστεί με τον άνθρωπο αυτόν, απ’ όσα άκουσε και η περιέργεια να τον γνωρίσει φούντωνε μέσα του. Δεν ήταν όμως παράξενο; Ο Πέτρος που όλοι ήξεραν τις σχέσεις που ήθελε να έχει με τον κόσμο, να έχει ενθουσιαστεί τόσο, μόνο με κάποια λόγια που άκουσε. Κανονικά η απάντησή του θα έπρεπε να ήταν, «από μακριά κι αγαπημένοι».

Αλλά και τα λόγια του καπτα’ Κωσταντή, ο δικός του ενθουσιασμός και όλου του νησιού όπως φαινόταν τον ξεσήκωναν. Και ακόμη το βλέμμα που είχε πάρει τώρα. Ένα βλέμμα χαράς και νοσταλγίας, ένα βλέμμα ανακούφισης. Σαν να είχε ξανανιώσει. Έτσι έδειχνε ο θείος του.

Ο Πέτρος κοίταξε καλύτερα. Όντως! Ο θείος του φαινόταν νεότερος.

Σχόλια

X