του Λευτέρη Μπάιλα

Ο Νικολιός κοντοστάθηκε. Έκανε να μιλήσει μα το μετάνιωσε. Μετά το πήρε απόφαση.

Ξέρεις..καμιά φορά η μοναξιά, βαράει κατακέφαλα. Πειράζει το μυαλό του ανθρώπου. Υπάρχουν φορές που χάνει την επαφή με την πραγματικότητα και δεν μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από τα γεννήματα της φαντασίας.

Κάποιο βράδυ, μέσα στο Σεπτέμβρη, τότε που είχε κάνει κάνα δυό μεγάλες φουρτούνες, αφού άναψα το φάρο μου, έκατσα στην πολυθρόνα και ατένιζα το πέλαγο. Παράλληλα έφτιαχνα και τα ψαρικά μου, έτσι ώστε μόλις έσπαγε λίγο ο καιρός, να έριχνα καμιά πετονιά. Η ώρα περνούσε ευχάριστα και γρήγορα έτσι. Κάποια στιγμή ο φάρος έσβησε. Πράγμα που δεν μου είχε ξανατύχει. Έξω ο αέρας λυσσομανούσε και το κρύο σου τρυπούσε το στομάχι, αν και Σεπτέμβρης. Έβαλα λοιπόν ένα χοντρό πανωφόρι και βγήκα στο μπαλκόνι για να ανέβω στο κουβούκλιο. Προσπάθησα να ανάψω τον πυρσό μα δεν άναβε για κάποιο ανεξήγητο λόγο. Απελπισμένος ξεκίνησα να ξανακατέβω στο δωμάτιο συντήρησης να ελέγξω μήπως και είχαν μπλοκάρει οι τρόμπες. Μόλις όμως βγήκα από το κουβούκλιο, το μάτι μου πήρε στα ανοιχτά κάποιο φως. Κοίταξα καλύτερα και συνειδητοποίησα ότι το φως προερχόταν από ένα πλοίο. Και μάλιστα καθόλου συνηθισμένο πλοίο. Ήταν μια γαλέρα!”

Ο Πέτρος κάγχασε.

Εμένα δεν μου φάνηκε καθόλου αστείο φίλε μου. Σου λέω την πάσα αλήθεια. Τουλάχιστον όπως την έζησα εγώ. Ένα γαμημένο πειρατικό πλοίο, πιο παλιό και απ’ τις παλιότερες ελιές, έπλεε μέσα στον χαμό, παράλληλα με το νησί προς τα Ανατολικά. Αλλά το χειρότερο που διαπίστωσα καθώς το παρατήρησα προσεκτικότερα, ήταν αυτό που έκανε τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκωθούν. Τα πανιά του φαίνονταν στο σκοτάδι. Ξεχώριζαν σαν να φωσφόριζαν ελαφρά. Ξεσκισμένα πανιά κι όμως τόσο φουσκωμένα απ’ τον λυσσασμένο αέρα με τα ρετάλια να παίζουν σαν τρελά στις άκρες τους σαν χέρια νεκρών που προσπαθούν να ξεφύγουν απ’ την τιμωρία τους.

Η τελική παράλυση ήρθε όταν κατάλαβα ότι το ρημάδι ταξίδευε κόντρα στον άνεμο με απίστευτη ταχύτητα. Στα αυτιά μου έφταναν φωνές. Ουρλιαχτά! Ο αέρας τα έπαιρνε και τα ξανάστελνε πίσω λες κι έπαιζε μαζί μου σαν την γάτα με το ποντίκι. Τα ουρλιαχτά έκαναν τον σκύλο, που είναι δεμένος δίπλα στο κοτέτσι να αλυχτά σαν λύκος. Σε λίγο ένα φως ξέκοψε απ’ το πλοίο και άρχισε να πλησιάζει στο Σκαλάκι. Πάγωσα. Ποιος μπορούσε να περάσει με τέτοια φουρτούνα από τις ξέρες σώος με ένα βαρκάκι; Θα τσακιζόταν το δίχως άλλο πάνω στα βράχια μέχρι να πεις κύμινο. Το φως όμως έφτασε και ξανάφυγε χωρίς καθυστέρηση. Κινούταν λες και η θάλασσα ήταν λάδι. Γρήγορα έφτασε τα κωλοφάναρα της γαλέρας που συνέχιζε την πορεία της μέσα στα ουρλιαχτά. Πίσω η καμπίνα του καπετάνιου ήταν κατάφωτη.

Μια κίνηση πάνω στα βράχια απέσπασε την προσοχή μου απ’ το πλοίο. Έσμιξα τα φρύδια μου να δω καλύτερα. Κάτι πλησίαζε. Κάποιος πλησίαζε. Καθώς ήρθε πιο κοντά διέκρινα μια κοπέλα. Σταυροκοπήθηκα και άρχισα να τρέχω προς τα κάτω να της ανοίξω. Σίγουρα θα είναι εξουθενωμένη σκέφτηκα. Άγιο έπρεπε να είχε αφού κατόρθωσε να φτάσει ως εδώ με αυτό τον τρόπο. Ο φόβος όμως δεν με είχε αφήσει. Μόνο ένας τρελός σκεφτόμουν θα έκανε τέτοιο εγχείρημα.

Όταν έφτασα κάτω και άνοιξα την δυτική πόρτα, είχε κι όλας προσπεράσει το φάρο και κατευθυνόταν προς τα νότια του νησιού. Κι έπρεπε να ήταν όντως τρελή. Μες τη νύχτα, με τέτοιο κρύο κι εκείνη το μόνο που φορούσε ήταν ένα μαύρο αραχνοΰφαντο νυχτικό. Έμοιαζε σαλεμένη. Σαν χήρα που τα έχει χάσει. Της φώναξα μα εκείνη έκανε ότι δεν με άκουσε. Κινούταν γρήγορα και τα λευκά της μπράτσα λικνίζονταν μες το σκοτάδι. Της ξαναφώναξα και τότε σταμάτησε. Έκανα να πάω προς το μέρος της και τότε το αίμα μου πάγωσε. Καθώς γύρισε το κεφάλι, τα μάτια της γυάλιζαν τόσο έντονα! Δύο γατίσια μάτια, που έκαναν την καρδιά σου να πέφτει στις φτέρνες σου. Μαύρα μακριά μαλλιά μαστίγωναν τον παγωμένο αέρα κάνοντας δύσκολο να ξεχωρίσεις το λεπτό πρόσωπο. Όμως ένιωθα ότι αυτή η γυναίκα ήταν πανέμορφη. Το λεπτό της σώμα γύρισε προς το μέρος μου. Έμεινα εκεί που ήμουν. Όταν συνήλθα απ’ το σοκ, άρχισα να τρέχω σκουντουφλώντας προς τον φάρο. Μπήκα μέσα και κλειδαμπάρωσα την πόρτα. Υπολόγισα ότι αν είχε ξαναξεκινήσει, τώρα θα έφτανε περίπου εκεί που ήταν ο σκύλος. Κράτησα την ανάσα μου να αφουγκραστώ. Κανένας ήχος. Κανένα γαύγισμα. Ίσως ο σκύλος να την κατασπάραξε και αύριο να βρω τα απομεινάρια της σκέφτηκα.

Ύστερα θυμήθηκα τον πυρσό. Γρήγορα, γρήγορα ανέβηκα τη σκάλα κοιτάζωντας πίσω μου μήπως κάποιος ή κάτι είχε μπει στο φάρο και με ακολουθούσε. Όταν ανέβηκα στη συντήρηση έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ο φάρος είχε ανάψει από μόνος του και δούλευε κανονικότατα. Κλείδωσα πίσω μου την πόρτα και έκατσα κουκουλωμένος στην πολυθρόνα, έχοντας τα μάτια μου δεκατέσσερα. Ο φόβος με είχε κουράσει και ενώ πάλευα να μείνω ξύπνιος αποκοιμήθηκα.

Το πρωί ξύπνησα και κατέβηκα κάτω δειλά δειλά. Έψαξα όλους τους χώρους αλλά δεν βρήκα κανένα σημάδι επισκέπτη. Βγήκα έξω και κατευθύνθηκα προς το σπίτι του σκυλιού. Από μακριά δεν έβλεπα κανένα του σημάδι, μα μόλις πλησίασα άκουσα κίνηση στο εσωτερικό του. Έσκυψα και είδα το σκυλί να με κοιτάζει τρομαγμένο. Το κακόμοιρο έτρεμε σύγκορμο. Έκανα πάνω από μισή ώρα να το συνεφέρω και να το φέρω έξω. Δίπλα οι κότες έβοσκαν ανενόχλητες.

Ο αέρας είχε κοπάσει και τώρα μόνο λίγα λευκά σύννεφα έτρεχαν βιαστικά προς το Νότο. Ήταν μια ευχάριστη μέρα. Έτσι αποφάσισα να κάνω μια βόλτα το νησί μήπως βρω κάποιο σημάδι της κοπέλας που είχα δει. Μάταια! Έψαξα παντού μα δεν βρήκα τίποτε απολύτως. Η ιδέα ότι είχα ζήσει ένα έντονο όνειρο άρχισε να μου μπαίνει για τα καλά. Το μόνο που δεν με άφηνε να πεισθώ εντελώς, ήταν η αντίδραση του σκύλου. Αλλά αν πάλι ήταν αποτέλεσμα του τόσου καιρού μοναξιάς, αυτό δεν μπορώ να το ξέρω.

Γι’ αυτό σου λέω. Ποτέ μην υποτιμάς κάτι που δεν έχεις ζήσει. Πάντα να περιμένεις το απρόσμενο.

Λοιπόν! Καλά σε κούρασα με την φλυαρία μου και να με συγχωράς, αλλά όπως σου είπα τόσο καιρό μόνος, είχα μήνες να μιλήσω με έναν άνθρωπο. Που ξέρεις; Μπορεί αύριο μεθαύριο να φλυαρείς εσύ σε κάποιον άλλο. Πήγαινε τώρα πάνω να φυλάς τον πυρσό να δεις αν μπορείς να το κουμαντάρεις κιόλας το πράγμα. Άλλωστε αύριο πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς, να σε ξεναγήσω στο νησί, να σου μάθω τα κατατόπια. Κατά το μεσημέρι πρέπει να έχουμε νετάρει γιατί θα έρθει το καΐκι που θα με πάρει.”

Ο Νικολιός άρχισε να μαζεύει το τραπέζι ενώ ο Πέτρος αφού καθάρισε τα δόντια του με μια οδοντογλυφίδα, σηκώθηκε και τράβηξε για το κουβούκλιο. Βγήκε στο κυκλικό μπαλκόνι, όπου διαπίστωσε ότι ο πυρσός δούλευε τέλεια. Το φως που εξέπεμπε ο πυρσός ήταν σχεδόν σταθερό. Λόγω της κατασκευής των φακών που ενίσχυαν την έντασή του, η περιστροφή το έκανε να μοιάζει ζωντανό. Αν το κοίταζε κανείς από μακριά, έβλεπε ένα φως που παλλόταν. Αναδευόταν με το μέσα και το έξω του να ανταλλάσουν θέσεις διαρκώς. Θα μπορούσε να είναι ένα φως που κοιτάζεις μέσα από νερό. Κοίταξε τριγύρω. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Τα μάτια του δεν είχαν συνέλθει ακόμη απ’ το φως του φάρου. Αφουγκράστηκε. Ο μόνος ήχος που συλλάμβανε, ήταν ο παφλασμός των κυμάτων στα βράχια. Πάνω, η συννεφιά είχε σπάσει και ο έναστρος ουρανός, άφηνε την θερμότητα της Γης να διαχέεται ανενόχλητη στο διάστημα, δημιουργώντας ένα τσουχτερό κρύο.

Προκειμένου να κοιμηθεί λίγο, ανέβηκε στο κουβούκλιο και κούρδισε τον μηχανισμό που εξασφάλιζε την περιστροφή, όπως του είχε δείξει ο Νικολιός. Γύρισε στο δωμάτιο συντήρησης και έκατσε στην πολυθρόνα. Την βρήκε αρκετά αναπαυτική και αυτό τον ικανοποίησε. Κατά την διάρκεια της νύχτας ξύπνησε άλλες δύο φορές και κούρδισε τον μηχανισμό.

Πριν ακόμη βγει ο ήλιος είχε κι όλας σηκωθεί. Καθώς ταλαντευόταν με την πολυθρόνα, απολάμβανε την ομορφιά της χαραυγής. Το νερό γύρω έμοιαζε ακίνητο, στερεό. Θα ορκιζόταν ότι αν κατέβαινε στο Σκαλάκι, θα μπορούσε να περπατήσει επάνω του. Καθώς το φως δυνάμωνε, η γυαλάδα της θαλάσσιας επιφάνειας, έσπαγε σε διάφορα σημεία και γινόταν άγρια. Η θάλασσα ξυπνούσε κι εκείνη και ήταν η πρωινή της ανατριχίλα που φαινόταν τώρα να ενοχλεί την επιδερμίδα της. Καθώς κοιτούσε γύρω, ο Πέτρος διαπίστωσε γιατί ήταν τόσο δύσκολη η πρόσβαση στο νησί και έπρεπε να γίνεται με προσοχή και μόνο από μικρά σκάφη. Όλο το νησί, περιβαλλόταν από ξέρες. Σε πολλά μέρη, οι ξέρες ξεπρόβαλλαν απ’ το νερό. Στο μεγαλύτερό τους μέρος όμως, πρασίνιζαν λίγα εκατοστά κάτω από την επιφάνειά του. Όταν πλησίαζαν την προηγούμενη μέρα με τον Δράκο, η αντανάκλαση δεν του είχε επιτρέψει να δει πόσα βράχια περνούσαν κάτω από το καΐκι. Συνειδητοποίησε ότι ο έμπειρος ναυτικός, είχε περάσει με αρκετή ταχύτητα από πάνω τους χωρίς να βρει ούτε μία φορά.

Σε λίγο χτύπησε η πόρτα. Ο Πέτρος άνοιξε και είδε το Νικολιό να χασμουριέται.

Βλέπω και του λόγου σου πρωινός είσαι. Άντε σβήσε τον φάρο και κατέβα κάτω να φάμε πρωινό.”

Με φαϊ σε άφησα χθες, με φαϊ θα σε βρω και σήμερα.»

Όπως ανοίγει κανείς την μέρα του πρέπει και να την κλείνει.”

Σε λίγη ώρα ο Πέτρος ήταν ήδη κάτω. Αφού έφαγαν στα γρήγορα το πρωινό τους, που αποτελούταν από τηγανιτά αυγά με τυρί και παξιμάδια, ξεκίνησαν για την ξενάγηση στο νησί. Ο ήλιος που είχε πάρει ύψος και το ελαφρό αεράκι που ερχόταν απ’ την θάλασσα, συνέθεταν μια ιδανική ατμόσφαιρα για περίπατο.

Στο φώς της ημέρας, το νησί πρόδιδε όλα του τα μυστικά. Η δυτική του πλευρά, με εξαίρεση το σκαλάκι, διατρεχόταν ολόκληρη από απόκρημνα βράχια με ύψος μέχρι και τριάντα μέτρα. Κοφτερές πέτρες και βράχοι γεμάτοι γούβες και εξογκώματα, περίμεναν το βλέμμα που κοίταζε από ψηλά. Τα βράχια βυθίζονταν καθώς απομακρυνόσουν από το νησί για να συνεχίσουν υποβρυχίως, αν και κοντά στην επιφάνεια του νερού, για αρκετά μέτρα μέσα στη θάλασσα.

Ώρες ώρες αισθάνομαι ότι βρίσκομαι πάνω σε φρούριο.”

Είπε ο Πέτρος.

Η αλήθεια είναι ότι το νησί έχει αυτή την ιδιαιτερότητα. Θαρρείς ότι φτιάχτηκε επίτηδες με αυτό το φυσικό τοίχος γύρω του για να φυλάει τα κοπάδια που έρχονται εδώ. Όλα αυτά που βλέπεις γύρω σου είναι καμωμένα από λάβα. Το ίδιο το νησί είναι φτιαγμένο από φωτιά. Το ξέρασε ένα υποθαλάσσιο ηφαίστειο. Θα μπορούσες να πεις ότι είναι ο καρπός της δουλειάς των καλύτερων μαστόρων της κόλασης. Κανένα μεγάλο σκαρί δεν θα μπορούσε να πλησιάσει ατιμώρητο. Ή αν πλησίαζε, δεν θα μπορούσε να ξαναφύγει. Το νησί θα το αιχμαλώτιζε.”

Συνέχισαν τον περίπατό τους προς τα νοτιοδυτικά. Εκεί το σκηνικό άλλαζε λίγο, με την χαμηλή βλάστηση να δίνει την θέση της σε μεγαλύτερους θάμνους, πυκνά σκοίνα και ελιές. Ο Πέτρος είδε και τρία πρόβατα που, είχε παραγγείλει ο Νικολιός, να βόσκουν ατάραχα. Πιο Νότια το νησί κατέληγε σε μια μικρή αμμουδιά η οποία, όπως εξήγησε ο Νικολιός είχε την ονομασία Μανδράκι. Καταγάλανα νερά έβρεχαν την ξανθή αμμουδιά. Χοντρά, λευκά βότσαλα ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί πάνω στην ψιλή άμμο, ενώ σε διάφορα σημεία μικροί λευκοί κρίνοι ταλαντεύονταν που και που στο χάδι της θαλάσσιας αύρας.

Στο τέλος της παραλίας ξεκινούσε πάλι το ίδιο σκηνικό με πριν. Τα βράχια άρχιζαν χαμηλά, για να ανέβουν απότομα μετά από μερική απόσταση, μέχρι τον επόμενο όρμο στην ανατολική πλευρά του νησιού. Εδώ όμως τα πράγματα έμοιαζαν αλλιώς. Περπατώντας δια μέσου της παραλίας τώρα, νόμιζες ότι βάδιζες στην επιφάνεια της σελήνης. Οι πέτρες είχαν σαφώς πιο μεγάλη στρογγυλάδα, μαρτυρώντας την ηφαιστειογενή τους προέλευση. Η λάβα είχε εκτοξευθεί σε σταγόνες, που είχαν ψυχθεί πάνω στην παραλία. Οι στρογγυλές πέτρες είχαν διάφορα μεγέθη και ήταν σκορπισμένες παντού, λες και κάποιο προϊστορικό πτηνό είχε παρατήσει τ’ αυγά του όπου λάχαινε. Κείτονταν τώρα σε μια πορτοκαλόχρωμη λάσπη, που είχε απομείνει καθώς το θαλασσινό νερό είχε αποτραβηχτεί. Σίγουρα όχι και το πιο ευχάριστο μέρος για να κολυμπήσει κανείς, αν και περπατώντας ξυπόλυτος στην άκρη του γιαλού, ο Πέτρος διαπίστωσε ότι το νερό ήταν αρκετά ζεστό. Το γυμνό του πέλμα βούλιαζε μέσα στο μείγμα θειάφης και χώματος, που υποχωρούσε σαν λάσπη κάτω απ’ το βάρος του σώματός του.

Αφού στην ουσία είχαν κάνει τον κύκλο του νησιού, γύριζαν στο φάρο απ’ τα ανατολικά, όπου πάλι τα βράχια ψήλωναν. Φτάνοντας στο χωράφι που φιλοξενούσε τον φάρο, ο Νικολίος οδήγησε τον Πέτρο στην βορειοανατολική του γωνία όπου είχε στήσει το μικρό κοτέτσι, με το σκυλόσπιτο δίπλα του. Το σκυλί, ένας γερμανικός ποιμενικός, στην αρχή έκανε να γαβγίσει μα μόλις γνώρισε τη φυσιογνωμία του Νικολιού, άρχισε να κουνάει την ουρά του, καθώς την χαμήλωνε μαζί με το κεφάλι, σε ένδειξη υποταγής. Ο Νικολιός πλησίασε και τον χάιδεψε με τα δυο του χέρια.

Απ’ όλα τα ζωντανά εδώ τριγύρω, αυτός θα γίνει η καλύτερή σου συντροφιά. Το όνομά του είναι “σκύλος”. Βλέπεις αλλάζει τόσο συχνά αφεντικά, που δεν είχε νόημα να του δοθεί κάποιο συγκεκριμένο όνομα. Το όνομα θα το έδινε κάποιος, μόνο αν το σκυλί έμενε μόνιμα μαζί του. Χάιδεψε τον και άσε να σε μυρίσει. Πρέπει να σε μάθει. Να! Σε εκείνη την γωνιά έχει ένα σακί με ξηρά τροφή. Βάλε λίγο στο χέρι σου και δώσε του να φάει απ’ τη χούφτα σου. Πίστεψέ με δεν θα ήθελες να μην τα έχεις καλά μαζί του.”

Ο Πέτρος έκανε όπως του είπε ο Νικολιός. Ο Σκύλος, έμοιαζε να προσαρμόζεται εύκολα στα καινούργια δεδομένα. Ήταν αλήθεια ότι είχε συνηθίσει τα αφεντικά του να αλλάζουν συνεχώς και έδειχνε να καταλαβαίνει κάθε φορά πότε ήταν η στιγμή. Συμπάθησε μονομιάς τον Πέτρο και καθώς τον χάιδευε, έβγαλε την πλατιά του γλώσσα, και γέμισε το πρόσωπο του σάλια.

Ο Πέτρος γέλασε.

Νομίζω ότι εμείς οι δύο θα κάνουμε πολύ καλή παρέα. Μα γιατί τον έχεις δεμένο;”

Επειδή εκεί που κάθεται, τεντώνει τα αυτιά του και ξαφνικά χάνεται απ’ τα μάτια μου σαν αστραπή. Όλο κάνει πως κάτι ακούει.”

Ε και τι φοβάσαι μην χαθεί; Που μπορεί να πάει; Δεν είναι δα και το αχανές νησί με την πυκνή του ζούγκλα και τα άγρια θηρία ε;”

Να μωρέ φοβάμαι μην τσακιστεί στα βράχια καμιά ώρα. Είναι και αυτή η μανία του με τα πουλιά. Του αρέσει να παίζει μαζί τους. Μόλις αντιληφθεί κάποιο, ξαπλώνει χάμω. Αρχίζει να σέρνεται με την κοιλιά και το πλησιάζει προσπαθώντας να μην τον πάρει χαμπάρι. Αν κάτι τέτοιο συμβεί σταματάει για κάμποση ώρα σαν άγαλμα. Μετά πάλι ξεκινάει να σέρνεται. Όταν θεωρεί ότι βρίσκεται σε ικανή απόσταση, ορμάει. Το πουλί πετάει κι εκείνος συνεχίζει να τρέχει με τα μάτια καρφωμένα πάνω του. Δεν κοιτάζει μπροστά του. Μια φορά μάλιστα είχε πέσει πάνω σε μια κοτρώνα με την μούρη και για πολλή ώρα μετά παραπατούσε ζαλισμένος. Γι’ αυτό φοβάμαι μην τσακιστεί καμιά ώρα.»

Καλά, καλά! Εγώ αγόρι μου θα σε αφήνω να τρέχεις να ξεδίνεις. Δεν τα πάμε καλά εμείς με τα δεσμά! Έτσι!”

Ο Σκύλος σαν να καταλάβαινε κουνούσε την ουρά ενθουσιασμένος.

Είναι και μια φορά που πήρε δρόμο και τον έψαχνα τρεις μέρες. Είχα φάει όλο το νησί αλλά το σκυλί πουθενά. Σχεδόν σίγουρος ότι φουντάρισε και τον πήρε η θάλασσα, δεν ξαναέψαξα. Την άλλη, τον είδα από μακριά να έρχεται με την ουρά στα σκέλια. Τρύπωσε κατευθείαν στο σπίτι του. Σκέφτηκα ότι θα είχε λυσσάξει στην πείνα και κατέβηκα να του βάλω φαγητό. Όταν έφτασα, ήταν ακόμη λουφαγμένος κι έτρεμε σύγκορμος. Παρ’ όλο που του έτρεχαν τα σάλια όταν μύρισε το φαϊ, δεν βγήκε να φάει. Δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε πάθει. Να πω ότι φοβόταν εμένα; Ποτέ μου δεν τον είχα πειράξει, ότι παλαβομάρα κι αν είχε κάνει. Αυτό ήταν. Από ‘κει κι έπειτα τον έδεσα και μόνο με το σχοινί τον πήγαινα βόλτα να ξεμουδιάζει.”

Κοίταξαν τις κότες αν έχουν φαϊ και νερό και μάζεψαν ότι αυγά είχαν κάνει. Η ξενάγηση είχε τελειώσει. Ότι είχε να δείξει ο Νικολιός στον Πέτρο, το είχε δείξει. Άλλωστε δεν ήταν και πάρα πολλά πράγματα. Γύρισαν στον φάρο και ο Νικολιός άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Δεν άργησε να τελειώσει. Ένας μικρός μπόγος ήταν όλος κι όλος. Όπως και ο Πέτρος, δεν είχε φέρει μαζί του παρά μόνο μερικά ρούχα και τα απολύτως απαραίτητα. Άλλωστε στα υπνοδωμάτια, υπήρχαν αρκετά πράγματα. Ακόμη και χοντρές πατατούκες και πολλά ζευγάρια γαλότσες, σεντόνια, κουβέρτες, χοντρές κάλτσες και νιτσεράδες.

Καθώς η μέρα προσφερόταν, ανέβηκαν στο μπαλκόνι, κάτω απ’ το κουβούκλιο και συζητούσαν κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες, απολαμβάνοντας την ομορφιά του τοπίου. Καθώς κοιτούσαν την ήρεμη θάλασσα, ένα μικρό άσπρο σημαδάκι παρουσιάστηκε στον ορίζοντα. Καθώς περνούσε η ώρα, το σημαδάκι όλο και μεγάλωνε. Τώρα διαγραφόταν καθαρά το σχήμα ενός λευκού καϊκιού που πλησίαζε. Από πάνω του, ένα κοπάδι γλάροι το συνόδευε.

Μάλλον ήρθε η ώρα να σε αποχαιρετήσω. Ήρθε το μεταφορικό μου.”

Είπε ο Νικολιός.

Είχε κιόλας μεσημεριάσει. Οι δύο άντρες αφού έσφιξαν τα χέρια, αποχαιρετισθήκαν. Ο Πέτρος έμεινε ακουμπισμένος στην κουπαστή του κυκλικού εξώστη, να κοιτάζει το καΐκι που πλησίαζε, ενώ ο Νικολιός ξεκίνησε για το Σκαλάκι. Ο Πέτρος είδε όλη την σκηνή της φυγής του μέχρι πριν λίγο συναδέλφου του. Το σκάφος και ο Νικολιός έφτασαν σχεδόν την ίδια ώρα στον μικρό μόλο. Χωρίς να δέσει καν το καΐκι, μιας και το επέτρεπε ο καιρός, ο Νικολιός βρέθηκε με ένα σάλτο μέσα. Τώρα απομακρυνόταν, γνέφοντας στην μακρινή φιγούρα του Πέτρου και στα χείλη του είχε διαγραφεί ένα χαμόγελο, λες και ο Πέτρος μπορούσε να τον δει. Η μακρινή φιγούρα στον εξώστη, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.

Θεέ μου φύλαγέ το, το παλληκάρι. Έχε το καλά.”

Χωρίς να ξέρει γιατί, αυτά τα λόγια βγήκαν από τα χείλη του.

Σχόλια

X