του Λευτέρη Μπάιλα

αθώς ο Δράκος πλεύριζε την μικρή προβλήτα στα Δυτικά του νησιού, το Σκαλάκι όπως το έλεγαν, ο Πέτρος σάλταρε απ’ το καΐκι για να πιάσει τον κάβο. Τον έδεσε σε μια μικρή δέστρα που υπήρχε πάνω στο μόλο και αφού σιγουράρισε το σχοινί το τράβηξε για να φέρει το καΐκι κοντά. Πήδησε και πάλι μέσα για να πάρει τα πράγματά του.

Φορτωμένος με τους μπόγους που περιείχαν τα φαγητά της Ορτανσίας και το σακίδιό του περασμένο στους ώμους, έκανε να φύγει, μα ο γέρος τον σταμάτησε.

Περίμενε. Είναι και αυτά εδώ. Χωρίς τα σύνεργά σου πως θα δουλέψεις τον φάρο.”

Ο Δράκος με βιαστικές αλλά σίγουρες κινήσεις, έλυσε έναν μπόγο και ξεσκέπασε έναν σωρό από τενεκέδες και μικρότερους μπόγους.

Τι είναι όλ’ αυτά;”

Τι θες να είναι; Η ψυχή του φάρου! Δεν είπαμε ότι όλα έχουν ψυχή; Πετρέλαιο, προσανάμματα, λάδια και πάει λέγοντας. Πως θαρρείς ότι θα τον βάζεις μπρος; Θα προσεύχεσαι;”

Τα γέλια του Δράκου ακούστηκαν μέχρι τον φάρο, ο οποίος βρισκόταν σε σχετικά μικρή απόσταση.

Και αν θαρρείς ότι θα τα κουβαλήσω όλα μόνος μου είσαι γελασμένος. Είπαμε ότι αντέχω, αλλά όχι ότι είμαι και κουτορνίθι. Εμπρός βάλε ένα χεράκι.”

Ο Πέτρος έβγαλε μια βαθιά ανάσα απελπισίας και άρχισε να μοιράζει τα πράγματα στα δύο για να τα φορτωθούν. Καθώς τελείωνε την μοιρασιά, σήκωσε το κεφάλι και παρατήρησε να έρχεται από το ρέμα που οδηγούσε στο φάρο μια αχνή φιγούρα. Στην αρχή του έμοιαζε με μεγάλο ζώο. Μα καθώς η φιγούρα πλησίαζε, η όψη της καθάριζε. Σε λίγο ο Πέτρος μπορούσε να ξεχωρίσει στα είκοσι μέτρα, έναν μετρίου αναστήματος, στρουμπουλό άντρα να περπατάει με βιαστικά βήματα, άτσαλα προς το μέρος τους.

Ο άντρας φώναζε με σηκωμένο το χέρι, ενώ το βλέμμα του εστίαζε κυρίως κάτω, λίγο πιο μπροστά του, για να μην σκοντάψει σε καμιά πέτρα ή σφηνώσει το πόδι του σε κάποια σχισμή των βράχων και βρεθεί κάτω.

Έρχομαι, έρχομαι!”

Συνέχισε να φωνάζει ο άντρας. Όταν έφτασε κοντά τους, πήγε να μιλήσει αλλά η φωνή του δεν έβγαινε με τίποτα. Λύγισε τα γόνατα και ακούμπησε πάνω τους τις παλάμες του σκύβοντας. Απ’ το κατακόκκινο πρόσωπό του, έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας, μέχρι που συναντούσε τις δίπλες του σαγονιού του και έσταζε στα βράχια. Φορούσε μια μπλούζα με μακριά μανίκια, με μπλε και άσπρες ρίγες, σαν στολή φυλακισμένου, που το πάχος της κοιλιάς του την έκανε να φαίνεται μικροσκοπική επάνω του, τόσο που στο τελείωμά της, ξεπρόβαλλε ο αφαλός του. Ένα παντελόνι από καραβόπανο, ανέμιζε φαρδύ πάνω από τα αδύναμα, δυσανάλογα με το υπόλοιπο σώμα, πόδια του, που ήταν απορίας άξιον το πώς μπορούσαν να ισορροπούν τον υπόλοιπο όγκο του. Τα λιγοστά μαλλιά στην κορυφή του κεφαλιού του, είχαν πέσει στην μια πλευρά του κρανίου του κολλώντας απ’ τον ιδρώτα. Ο Πέτρος σκέφτηκε ότι αυτός ο συμπαθητικός άνθρωπος δεν πρέπει να μετρούσε περισσότερα από σαράντα πέντε χρόνια.

Με πιάσατε πάνω στο φαϊ! Είδα ότι καθυστερούσατε και είπα να βάλω κάτι στο στόμα μου.”

Αν και κάτι μου λέει ότι όποια ώρα και να ερχόμασταν, στο φαϊ θα σε πιάναμε!”

Σκέφτηκε ο Πέτρος από μέσα του και ένα αόρατο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Αμέσως όμως το έπνιξε.

Έβαλε καιρό και μας καθυστέρησε. Άντε βρε Νικόλα, θα σκάσεις καμιά ώρα μωρέ κι έχεις και γυναίκα με παιδί να αφήσεις πίσω.”

Αστειεύτηκε ο Δράκος.

Όποιος τρώει, ποτέ του δεν πεθαίνει καπετάνιο.”

Ανταπάντησε χαμογελώντας ο Νικολιός, που έδειχνε να μην τον είχε πειράξει το σχόλιο για το πάχος του. Αφού είχε ξαναβρεί πλήρως την ανάσα του, στράφηκε στον Πέτρο και του έτεινε το χέρι.

Καλησπέρα είμαι ο Νικολιός, σας είδα απ’ το παράθυρο της κουζίνας και σκέφτηκα ότι μπορεί να χρειάζεστε βοήθεια. Γι’ αυτό άρχισα να τρέχω αλλά ανάθεμά με έτσι όπως έχω καταντήσει πιο καλά να κατρακυλούσα.”

Ο Νικολιός γέλασε και πάλι. Ο Πέτρος ανταπέδωσε την χειραψία.

Πέτρος! Ο αντικαταστάτης σου. Πάνω στην ώρα ήρθες Νικόλα γιατί ο φίλος μας από εδώ μου φιλούσε για το τέλος έκπληξη.”

Έδειξε με το βλέμμα πίσω του τον γέρο.

Άντε, βάλε και συ ένα χεράκι να μην χρειαστεί να κάνει κανείς δεύτερο δρόμο. Πάμε να σε συντροφέψουμε και στο φαγητό σου. Αυτό το ταξίδι μου άνοιξε την όρεξη.”

Πολύ ωραία. Έχω φτιάξει και μια φασολάδα, να γλείφεται τα δάχτυλά σας.”

Η μοιρασιά έγινε τώρα στα τρία. Μόλις τελείωσε, ο καθένας από την συντροφιά φορτώθηκε από έναν μπόγο και ξεκίνησαν για τον φάρο. Στην πορεία, ο Πέτρος διαπίστωσε ότι το νησί έβριθε από πουλιά. Όπου και να έπεφτε το βλέμμα του, κάτι πετάριζε.

Σε κάθε βήμα τους, κουτσομπόλικα μάτια τους παρακολουθούσαν. Λαιμοί που κατέληγαν σε περίεργα βλέμματα, ορθώνονταν απ’ το πουθενά. Πυροκότσυφες με κατακόκκινο στέρνο και θαλασσιά κεφάλια έστεκαν πάνω στις μεγάλες πέτρες. Τσαλαπετεινοί με ασπρόμαυρες φτερούγες και πορτοκαλιά λοφία, απογειώνονταν αθόρυβα δίπλα τους. Κορυδαλλοί με καφετιές κεραίες κελαηδούσαν καθώς έψαχναν στα χορτάρια για κάποιο σκουλήκι. Μικρές μαυρόπουλες χώνονταν στα σκοινάρια. Οικογένειες περδικών, παρέλαζαν στη σειρά. Μπροστά οι μητέρες περήφανες, ετοιμοπόλεμοι φύλακες, ορθωμένες και πίσω κατά σειρά ύψους, εφ’ ενός ζυγού, από το μεγαλύτερο ως το μικρότερο, τα περδικόπουλα με σκυμμένα τα κεφάλια να περπατούν άτσαλα.

Όλο το σκηνικό, θύμιζε κύριο τόπο σύναξης της φυσικής αεροπορίας. Σε αριθμό βέβαια υπερτερούσαν οι καλλικατσούδες, οι οποίες ήταν όμως κατά κύριο λόγο συγκεντρωμένες στα παράλια του νησιού.

Θα έλεγε κανείς ότι όλα αυτά είναι δικά σου Νικολιό.”

Έσπασε τη σιωπή ο Πέτρος δείχνοντας τα πουλιά.

Α! Μα τα θεωρώ δικά μου φίλε μου. Δεν ξέρεις τί συντροφιά μου προσέφεραν αυτά τα πουλιά. Είναι πραγματικά ευλογία. Και οι απαιτήσεις τους ελάχιστες ε; Μόνο νερό και λίγο φαγάκι χρειάζονται. Γι’ αυτό κι εγώ έχω αφήσει γύρω γύρω στο νησί ίσα με τρεις γούρνες, που σκάλισα στις πέτρες και τους βάζω νερό να έχουν να πίνουν και δίπλα τους αφήνω πάντα πάντα φαϊ. Αυτά πάλι μου δίνουν την συντροφιά τους και τα αυγά τους. Βέβαια προσέχω να παίρνω με μέτρο. Δεν είναι ανάγκη να τα ξεκληρίζω. Πολλές φορές κάθομαι και τους μιλάω και αυτά με ακούν με υπομονή. Ποτέ κανένα τους δεν μου έχει πει όχι. Τα έχω σαν παιδιά μου.

Με έχουν συνηθίσει τόσο πολύ που όταν πάω να ελέγξω τις ποτίστρες τους και να τους βάλω φαϊ, έρχονται κοντά. Δεν με φοβούνται. Θα δεις θα τα αγαπήσεις κι εσύ. Θα σε μάθουν. Βέβαια δεν είναι πάντα τόσα. Τώρα είναι η εποχή που μεταναστεύουν και άλλα που αναπαράγονται. Γι’ αυτό βλέπεις και ακούς αυτό το χαμό. Είναι όμως εντυπωσιακό το θέαμα δεν βρίσκεις; Σαν να είμαστε οι μοναδικοί μάρτυρες που βρέθηκαν στον παράδεισο μετά τους πρωτόπλαστους.”

Το μονοπάτι σερνόταν σαν φίδι. Περιτριγυρισμένο από πορφυρά φρύγανα, κατέληγε στην κορφή ενός χαμηλού υψώματος, που ξεχώριζε έντονα από το υπόλοιπο έδαφος, με την πράσινη βλάστησή της. Στο κέντρο της κορυφής δέσποζε ο φάρος.

Γύρω από το φάρο υπήρχε μια αρκετά μεγάλη επίπεδη περιοχή, καθαρή από φρύγανα και πέτρες, πλαισιωμένη από ένα χαμηλό τοιχίο φτιαγμένο από μεγάλες κοτρώνες τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη. Το τοιχίο είχε γκρεμίσει σε διάφορα σημεία αφήνοντας κενά. Καθώς έμπαινες στην περιοχή από τα δυτικά, μπροστά σου έβρισκες το κτήριο του φάρου. Στα δεξιά του φάρου όπως έβλεπες καθώς έφτανες από το αραξοβόλι, δηλαδή στο Νοτιοδυτικό τμήμα του μικρού χωραφιού υπήρχε ένα μικρό κτίσμα, το οποίο ο Πέτρος αργότερα έμαθε ότι χρησίμευε σαν αποθήκη.

Ο φάρος, ήταν κατασκευασμένος εξ’ ολοκλήρου από πέτρα. Το ισόγειο έμοιαζε με μικρό σπίτι. Ένα τετράγωνο κουτί, σχεδόν τέλεια συμμετρικό στην κατασκευή του. Όλες του οι πλευρές, εκτός από εκείνη που κοίταζε βόρεια, είχαν από δύο παράθυρα, χωρισμένα συμμετρικά από μια πόρτα. Υπήρχαν δηλαδή τρεις τρόποι για να μπεις στο ισόγειο, με κύρια είσοδο αυτήν που κοιτούσε στη δύση. Αυτό συνέβαινε διότι στο Βορά, μπορούσε να δει κανείς μόνο πέλαγο, αλλά κι επειδή συνήθως οι άνεμοι που επικρατούσαν στην περιοχή είχαν προέλευση βορινή.

Στη μέση του κτηρίου πρόβαλε το κύριο μέρος του φάρου. Το κυλινδρικό εκείνο χτίσμα δηλαδή, που κατέληγε στο κουβούκλιο, όπου φιλοξενούταν ο φωτεινός μηχανισμός. Ο Πέτρος φαντάστηκε το βράδυ τον φάρο να φεγγοβολάει, σαν κερί στην μέση του τίποτα. Οδηγός μέσα στην απελπισία. Το χέρι που σε οδηγεί στο σκοτάδι. Η παρηγοριά του τυφλού.

Σχόλια

X