του Λευτέρη Μπάιλα

Ο Πέτρος που τόση ώρα άκουγε με προσοχή, βγήκε απ’ το λήθαργό του.

Τί είναι όμως όλα αυτά, τότε γέρο;”

Έδειξε γύρω του.

Τα βουνά, οι πέτρες, τα σύννεφα; Όλα αυτά που δεν έχουν ζωή; Που εμείς τα λέμε άψυχα. Που είναι το μίσος ή η καλοσύνη μέσα τους; Γιατί δεν νομίζω ότι μια πέτρα μπορεί να σε βλάψει από μόνη της, ούτε όμως και να σε νοιαστεί όταν αρρωστήσεις.”

Εγώ δεν μίλησα για ζωή, αλλά για ψυχή. Τα λόγια σου από μόνα τους πρόδωσαν την απάντηση. Είπες, εμείς, ότι τα λέμε άψυχα. Το ότι εμείς έχουμε βαφτίσει στα μέτρα μας τα γύρω μας, με το μικρό μυαλό μας, δεν πάει να πει ότι είναι κι έτσι. Είναι έτσι μοναχά για μας. Αλλά εφ’ όσον εμείς δεν μπορούμε να δούμε και να μιλήσουμε με ότι βρίσκεται πέρα από εμάς, δεν βρίσκουμε ποτέ κάποιον που να λέει κάτι διαφορετικό από εμάς κι έτσι λέμε ότι είπαμε το σωστό.

Ακόμη και τον Θεό έχουμε φέρει στα μέτρα μας. Κι όποιος Τον παρουσιάσει αλλιώς, μονομιάς τον ρίχνουμε στην άλλη μεριά. Σε αυτή του Σατανά. Τις αμαρτίες μας κι αυτές βρίσκουμε τρόπο να τις δικαιολογούμε και να τις συγχωρούμε και μετά ησυχάζουμε ότι όλα είναι πάλι καλά. Δεν νομίζω ότι είναι έτσι όμως. Γιατί η ψυχή είναι εύπλαστη για να χωράει παντού. Ο καθένας λοιπόν πλάθει την ψυχή του με τα καμώματά του. Και όπως την φτιάχνει, έτσι μένει μέχρι να λευτερωθεί αλλά και για πολλά χρόνια μετά. Ανάλογα με το τι κάνει ο καθένας, η ψυχή του ή θα λάμπει ακόμη περισσότερο ή θα μαυρίζει και θα σκοτεινιάζει. Και όλοι μας λίγο πολύ έχουμε κάνει μια αμαρτία που έχουμε ξεχάσει με κάποιο τρόπο γιατί έχουμε καταντήσει την ψυχή μας μικρή και αδύναμη. Είναι και κάποιοι όμως που η ψυχή τους είναι τόσο δυνατή που δεν τους επιτρέπει να κάνουν τα στραβά μάτια στις κακοτοπιές τους, σαν να μην έγιναν ποτέ. Και αυτοί είναι που υποφέρουν περισσότερο απ’ όλους. Ταλαντεύονται αιώνια ανάμεσα στις τύψεις τους. Ανάμεσα στο πρέπει και στο θέλω, στο είναι και στο ίσως. Στην αθωότητα και στην ενοχή.”

Ο Δράκος κοιτούσε τον Πέτρο κατάματα. Οι τελευταίες του κουβέντες, χτύπησαν σαν βέλη το μέτωπό του και αφαίρεσαν αμέσως το αίμα από το πρόσωπο του Πέτρου. Ένα ηλεκτρικό σήμα διέτρεξε την ραχοκοκαλιά του και άπλωσε ένα μούδιασμα στο μυαλό του. Μία μέγγενη έσφιγγε τώρα το κεφάλι του. Το φαγωμένο πρόσωπο του αδερφού του επανήλθε ολοζώντανο στην μνήμη του. Λες και ήταν βαλτός αυτός ο κωλόγερος. Σαν την κατσίκα που μόλις πρόσφερε όλο της το γάλα, έδωσε μια με τα πισινά της πόδια στην τσανάκα και το έχυσε κατά Γης, είχε προσφέρει την σοφία του τόσο απλόχερα και τώρα είχε στρέψει αυτή την γνώση ενάντιά του. Αλλά που να το φανταζόταν βέβαια. Τι μπορεί να ήξερε από την ζωή του Πέτρου. Πως μπορούσε να φταίει.

Άντε πάλι με τα χλομιάσματα. Βάστα να σου φέρω λίγο νεράκι πάλι.”

Ο Πέτρος έκατσε για λίγο στο τιμόνι. Ένιωθε σαν το παιδί που του έδειξαν το γλυκό και μόλις εκείνο έκανε να το πάρει του το εξαφάνισαν μπροστά απ’ τα μάτια του. Συνειδητοποίησε ότι είχε συννεφιάσει για τα καλά και το καΐκι τώρα κάλπαζε ρυθμικά στις ράχες των κυμάτων. Τα κύματα φούσκωναν μπροστά στην μουτσούνα του σκαριού, το σήκωναν και στην συνέχεια το παρέδιδαν στην πλάτη του επόμενου κύματος. Σαν ατσούμπαλοι εργάτες που ξεφορτώνουν με γοργούς ρυθμούς. Και το σκαρί έπεφτε και ορθωνόταν πάλι. Κρύος αέρας δρόσισε το πρόσωπό του Πέτρου φέρνοντας πιτσιλιές αλατόνερου από την πλώρη. Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο γέρο Δράκος με την κούπα.

Ορίστε. Αν και μου φαίνεται ότι συνήλθες λιγάκι. Να ξέρεις όμως ότι δεν θα είναι καλά μαντάτα αυτά τα καμώματα για την θεία σου.”

Να αφήσεις τη θεία μου ήσυχη. Δεν χρειάζεται κανένα χαζό μαντάτο. Είπαμε μια αδιαθεσία είναι που μου βγήκε επειδή είμαι πολύ καιρό μακριά από τη θάλασσα.”

Όπως ορίζεις. Όμως βρε παιδί μου σε ακούω που το λες και το ξαναλές. Και σαν τι σε έκανε να μείνεις μακριά τόσον καιρό, νησιώτης άνθρωπος; Γιατί από φόβο δεν νομίζω να έμεινες πίσω. Αν κρίνω από αυτό που βλέπω δηλαδή.”

Το βλέμμα του Πέτρου σκοτείνιασε. Χαμήλωσε το κεφάλι και απάντησε με μια φωνή που μετα βίας έβγαινε από τα πνευμόνια του.

Το γιατί έμεινα μακριά τόσα χρόνια, το είπες πριν λίγο γέρο, άθελά σου. Αυτό με έκανε να χάσω τη Γη κάτω απ’ τα πόδια μου πριν. Έμεινα μακριά γιατί πάλευα. Ακόμη παλεύω δηλαδή αλλά καθώς φαίνεται έχω αρχίσει να νικάω. Δηλαδή δεν είμαι και σίγουρος. Μπορεί να έχω αρχίσει και να χάνω, δεν μπορώ να ξέρω. Στο τέλος μόνο θα γνωρίζω. Το λόγο που πάλευα, να με συμπαθάς, αλλά δεν θέλω να τον μοιραστώ με σένα, ούτε με κανέναν άλλο. Έχω διαλέξει έναν δρόμο καιρό τώρα που με κάνει όλο κύκλους, σαν να βαδίζω πάνω στα δακτυλίδια που δραπετεύουν από την πίπα σου και έχω επιλέξει να τον βαδίζω μόνος. Και επειδή όπως σου είπα αυτός ο δρόμος κάνει κύκλους συνέχεια, τη μια βρίσκομαι πίσω απ’ τον εαυτό μου και τον κυνηγάω, την άλλη είναι πίσω μου εκείνος και με κυνηγά. Αυτά μπορώ να σου πω μόνο, γι αυτό το θέμα. Ό,τι κατάλαβες, κατάλαβες. Αν και κάτι μου λέει ότι κατάλαβες περισσότερα απ’ όσα σου φανέρωσα γιατί παρά την ηλικία σου φαίνεσαι άνθρωπος με κοφτερό μυαλό και μέτρο.”

Όταν ένας παλεύει με το θεριό μέσα του, είναι φρόνιμο να τον σέβεσαι. Να τον αφήσεις να παλέψει χωρίς να αποσπάς την γνώμη του. Μόνο έτσι θα βρει το δρόμο που πρέπει. Αυτές είναι χρόνια οι αρχές μου και αυτές θα παραμείνουν. Μόνο τούτο θέλω να σου πω, αν και θαρρώ πως το ξανάπα και δεν θα σε απασχολήσω άλλο με αυτό το ζήτημα. Εσύ είσαι ο μεγαλύτερος εχθρός σου αλλά και ο πιο έμπιστος φίλος σου. Πρέπει να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου για να βρεις το δρόμο σου, αλλιώς θα στη φέρει από πίσω και θα σε στείλει στο λάθος μονοπάτι. Μίλα ειλικρινά, σπάσε την ασπίδα του φόβου για την αλήθεια που δείχνει μόνο όσα θες να δεις και όχι τα σωστά. Να είσαι δίκαιος κριτής.”

Με αυτά τα λόγια, ο Δράκος άναψε την πίπα του για ακόμη μια φορά και έκατσε στη θέση του. Ακολούθησε σιωπή. Το καΐκι συνέχισε να καλπάζει πάνω στα κύματα που έπεφταν με ορμή στην πλώρη του σαν να ήθελαν να το σταματήσουν. Να το γυρίσουν πίσω. Μα εκείνο επέμενε. Ακούραστο έκανε όπως και πριν τη δουλειά του. Το ποδόσταμο άνοιγε την πρώτη πληγή μπροστά του και το κουφάρι την πλάταινε ξοπίσω του. Μα τώρα σαν εκδίκηση, τα κύματα έσβηναν μονομιάς το μονοπάτι που στην αρχή χανόταν αργά.

Πάνω ο ουρανός είχε πάρει το χρώμα της προβιάς του λύκου. Η αντανάκλαση του στο νερό, έκανε την θάλασσα να μοιάζει με λιωμένο μολύβι. Πέντε γλάροι σχημάτιζαν κύκλους πάνω από το σκάφος. Ανιχνευτές της κακοκαιρίας, έκραζαν με τις ξερές τους, απότομες φωνές προειδοποιητικά. Που και που τα κοφτερά τους μάτια εντόπιζαν κανένα τροφαντό ψάρι που είχε κάνει το λάθος να ανέβει στην επιφάνεια και εφορμούσαν σαν πολεμικά βομβαρδιστικά. Μόνο που οι κινήσεις τους ήταν πιο σίγουρες. Μάζευαν τα φτερά τους και αφήνονταν στο κενό. Εν ριπή οφθαλμού είχαν βουτήξει με το ράμφος διάπλατα ανοιχτό. Ο κυματισμός δυσκόλευε το κυνήγι τους και πολλές φορές έμεναν με άδεια ράμφη. Η αντίληψή τους όμως ήταν τέτοια, που όταν καταλάβαιναν ότι δεν επρόκειτο να πετύχουν το στόχο τους, άνοιγαν τα φτερά, εκατοστά πάνω από την επιφάνεια του νερού και ακολουθώντας μια παραβολική τροχιά έπαιρναν και πάλι ύψος.

Σε κάμποση απόσταση από το καΐκι, μπορούσες μετά βίας να ξεχωρίσεις μια μικρή μαύρη φιγούρα να ταλαντεύεται πάνω στον κυματισμό του νερού. Μια μαύρη οβάλ μπάλα που στην μια της άκρη πρόβαλε ένας λεπτός λαιμός, ορθός, με ένα άφαντο κεφάλι να παρακολουθεί τα πάντα σαν περισκόπιο. Κι εκεί που το έβλεπες, ξαφνικά το έχανες, για να εμφανιστεί λίγο πιο πέρα με τινάγματα για να αποβάλει από πάνω του το νερό.

Να για δες! Μια καλικατσού.”

Είπε ο γέρο Δράκος.

Ήταν ένα σημάδι ότι είχαν φτάσει στην Ψαθούρα, γιατί εκεί στα ήσυχα βράχια της, φώλιαζαν κοπάδια καλικατσούδες και αναπαράγονταν ανενόχλητες. Τα πουλιά, που δύσκολα απομακρύνονταν από το νησάκι, άρχισαν να γεμίζουν σιγά σιγά το οπτικό πεδίο των ταξιδιωτών. Μαύρες κεφαλές, γεμάτες περιέργεια ξεπρόβαλαν μέσα απ’ το νερό. Νόμιζες πως κάποιος τσιλιαδόρος είχε σφυρίξει το σύνθημα για την άφιξη του ανεπιθύμητου επισκέπτη και έβγαιναν οι γειτόνοι ένας ένας, γεμάτοι περιέργεια για να κουτσομπολέψουν.

Ο Πέτρος όμως δεν είχε καμία επαφή πια με αυτά. Μετά από την κουβέντα που είχαν κάνει, κοιτούσε μόνο τον ορίζοντα, ζώντας στο δικό του σύμπαν. Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν ούτε κραξίματα, ούτε παφλασμοί, ούτε περίεργοι οικοδεσπότες. Υπήρχε μόνο σιωπή. Σιωπή τόσο πνιγηρή που την ανέπνεε. Μπούκωνε τις εισόδους των πνευμόνων του και τον έσκαγε.

Ο γέρο Δράκος τον επανέφερε απότομα με μια σκουντιά.

Ε! Σου μιλάω.”

Συγγνώμη. Ήμουν αφηρημένος. Δεν άκουσα τι μου είπες;”

Αιντάααα! Ετοιμάσου λέω να σαλτάρεις στο μόλο, να σου πετάξω το ρεμέντζο. Φτάσαμε.”

Λίγα λεπτά αργότερα το καΐκι πλεύριζε έναν μικρό μόλο περικυκλωμένο από βράχια, που από ψηλά μετα βίας ξεχώριζε.

Σχόλια

X