του Λευτέρη Μπάιλα

Ανάθεμά σας λιμασμένες!”

Οι φωνές του Μανωλιού ακούστηκαν μέχρι το λιμεναρχείο. Τράβηξε το παλαμάρι της βάρκας του για να την φέρει κοντά στο μόλο και με ένα αστείο σάλτο προσγειώθηκε λίγο πέρα από τις γάτες που είχαν στήσει τσιμπούσι με τα ψάρια που μόλις είχε βγάλει από τα δίχτυα του. Τα ζώα είχαν ήδη σκορπίσει όταν έσκυψε και άρπαξε μια κοτρώνα που βρήκε μπροστά του. Την εκσφενδόνισε με όλη του τη δύναμη προς την κατεύθυνσή τους, αλλά ασφαλώς τα αιλουροειδή απέφυγαν με περίτεχνους ελιγμούς την βολίδα.

Έτρεξαν για να χαθούν μες στα στενά του χωριού και μια από αυτές πέρασε μπροστά από την μύτη του σκύλου του καφενέ, ο οποίος νωχελικά χουζούρευε κάτω από τον πρωινό ήλιο. Το σκυλί πετάχτηκε πάνω, σαν κάποιος να του είχε πατήσει την ουρά και αφού σπίναρε τα νύχια του στις γυαλισμένες από τη βροχή πλάκες μέχρι να βρει την ισορροπία του, ρίχτηκε με τα μούτρα στο κυνηγητό ξεσηκώνοντας όσους δεν είχαν ξυπνήσει ακόμη με τα γαβγίσματά του. Σκύλος και γάτα είχαν πάρει τον ανήφορο με ιλλιγγιώδη ταχύτητα σε μια κούρσα ζωής και θανάτου. Ξαφνικά όμως ο σκύλος έκοψε απότομα τη φόρα του και σήκωσε τη μύτη ψηλά. Ακολουθώντας τις ευωδίες, χωρίς να νοιάζεται πια για την γάτα η οποία είχε εξαφανιστεί εν ριπή οφθαλμού, άρχισε να περπατά προς την πηγή τους. Δεν άργησε να βρεθεί πίσω από τον Πέτρο που στεκόταν στο κατώφλι του σπιτιού των θείων του φορτωμένος με τους μπόγους της Ορτανσίας που περιείχαν ένα σωρό λιχουδιές μέσα. Το ζώο στάθηκε πίσω του και αφού έκατσε τον πισινό του στο πλακόστρωτο βάλθηκε να τον κοιτάει ικετευτικά ενώ τα λαχανιασμένα του χείλη έσταζαν σάλιο αναγκάζοντάς το να ξεροκαταπίνει. Με τέτοιες μυρωδιές ούτε που τον πείραζαν οι τσιρίδες της Ορτανσίας, που τόσο πολύ μεγεθύνονταν από τα ευαίσθητα αυτιά του.

Να προσέχεις πάρα πολύ αγόρι μου. Και να τρως καλά. Κι όταν πιάσουν τα κρύα τα μεγάλα να ντύνεσαι χοντρά. Γιατί θα είσαι μόνος σου εκεί και αμα κρυολογήσεις ποιος θα σε προσέχει; Άχου και να μου πάθεις τίποτα…. ποιος τον σώζει τον γεροξεκούτη! Θα του βγάλω τα μάτια με την πιρούνα για τα μακαρόνια.”

Μικρές σταγόνες κατρακυλούσαν στα κόκκινα μάγουλά της. Στραφτάλιζαν στο φως του ήλιου όσο κρατάει μια ανάσα και έπεφταν με ορμή για να τρυπώσουν στο χώμα. Νόμιζες πως βιαζόντουσαν να γυρίσουν εκεί απ’ όπου προήλθαν εξ’ αρχής. Ο Πέτρος σήκωσε την τεράστια παλάμη του και με την ανάστροφη του δείκτη, σκούπισε τα δάκρυα από το μάγουλο της θείας του. Στη συνέχεια την αγκάλιασε με το ένα του χέρι, που είχε απομείνει ελεύθερο και την ασπάστηκε.

Έλα τώρα τι είναι αυτά; Πρώτη φορά χωρίζουμε; Δεν πάω δα και για εκτέλεση. Σε μερικούς μήνες θα είμαι και πάλι πίσω να σου αδειάζω την κουζίνα.”

Η Ορτανσία χαμογέλασε.

Το ξέρω γιε μου και να με συγχωράς. Αλλά έναν σε έχουμε. Ξέρεις ότι έχουμε περάσει στενοχώριες στην οικογένεια και δεν νιώθω καλά όποτε απομακρυνόμαστε. Σκέφτομαι ότι κάτι θα συμβεί κάθε φορά.”

Μετά σαν να μάλωσε τον εαυτό της.

Αλλά εμένα μην με ακούς. Ανασφάλειες μιας γριάς είναι. Και πότε έχει γίνει κάτι κακό τόσες φορές; Ποτέ. Οι συμφορές φαίνεται ότι κατάλαβαν πόσο μας παίδεψαν και μας άφησαν στην ησυχία μας.”

Ο ανιψιός της δεν μίλησε. Την κοίταξε με κατανόηση και την αγκάλιασε μια τελευταία φορά πριν ξεκινήσει τον κατήφορο με τον Καπτα’ Κωσταντή, που τόση ώρα κοιτούσε αμέτοχος την σκηνή του αποχαιρετισμού. Στο κατώπι τους πήρε και ο σκύλος, δούλος της όσφρησής του.

Περνώντας μέσα από τα σοκάκια δεν άργησαν να βρεθούν στο λιμάνι. Στο δρόμο χαιρέτησαν σχεδόν όλο το νησί και αν κάποιος ρωτούσε κάνα νέο παραπάνω, ο Καπτα’ Κωσταντής δεν έχανε ευκαιρία να καμαρώνει για τον ανιψιό του σαν γύφτικο σκεπάρνι. Που θα πάει μόνος του στο πουθενά, μες στο χειμώνα, που είναι δύο μέτρα παλληκάρι, που έχει το γέλιο του θειου του και τόσα άλλα χαρακτηριστικά, που ο γέρος είχε χάσει εδώ και τόσα χρόνια και τα ξανάβρισκε στον Πέτρο, σαν να ήταν ο εαυτός του. Άλλωστε αυτό δεν είναι οι απόγονοι για τους προγόνους; Η χαμένη μας νιότη που επανέρχεται για να την ξαναζήσουμε μέσα από τα μάτια ενός τρίτου πια. Κι ο τρίτος σε αυτή την περίπτωση είμαστε εμείς. Ότι δεν κατάφερε ο Καπτα’ Κωσταντής, ότι στερήθηκε, το έβλεπε τώρα με σάρκα και οστά. Μπορεί να μην ήταν βιολογικός γιός του ο Πετρής, αλλά ήταν σαν γιός του. Αυτό είναι που προσπαθεί ο γονιός να κάνει μέσα από το παιδί του. Να ξαναζήσει! Να ξαναζήσει καλύτερα. Χωρίς λάθη ετούτη τη φορά. Αυτή η δεύτερη ευκαιρία δεν πρέπει να πάει χαμένη. Πολλοί είναι όμως εκείνοι που δεν έχουν δεύτερη ευκαιρία ποτέ. Ζούνε μόνο μια ζωή και τα λάθη τους δεν συγχωρούνται. Μα είναι και άλλοι που ζούνε και τρίτη και γιατί όχι και τέταρτη ζωή, με εγγόνια και δισέγγονα. Οι τυχεροί της μοίρας. Οι ευλογημένοι κατά τον Κύριο.

Στο τέλος του στενού σοκακιού, ο δρόμος άρχισε να ανοίγει, τα σπίτια απόκλιναν, σαν βασιλική φρουρά που κάνει χώρο να περάσει ο “επί των τιμών”. Το νερό του λιμανιού υποδεχόταν θείο και ανιψιό, στραφταλίζοντας στο φώς του ήλιου. Εκατομμύρια κεριά θαρρείς χόρευαν στην επιφάνεια. Εκατομμύρια σιωπηροί προσκυνητές. Τόση ήταν η αντηλιά του νερού, που το σκαρί όπου θα επιβιβαζόταν ο Πέτρος φαινόταν μόνο σαν ένα σκοτεινό περίγραμμα στη μέση του φωτός. Πάνω ξεχώριζε μια σκυφτή, μικροκαμωμένη φιγούρα που σουλατσάριζε πέρα δώθε κάνοντας δουλειές.

Ο γέρο Δράκος, στοίβαζε το εμπόρευμα στην προβλήτα με γρήγορες και σίγουρες κινήσεις. Η διαφορά της εικόνας του με την ευελιξία που παρουσίαζε, περιγράφονταν καθαρά στο γεμάτο απορία βλέμμα του Πέτρου όταν πλησίασε το καΐκι. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως ένας τόσο σκυφτός γεράκος σαλτάριζε με τέτοια άνεση από το σκάφος στον ντόκο και πάλι πίσω, τραβώντας το ρεμέντζο με τόση ευκολία, σαν να τραβούσε ένα παιδί απ’ το χέρι. Οι παραγιοί των εμπόρων που είχαν έρθει να πάρουν την πραμάτεια τους φούσκωναν και ξεφούσκωναν καθώς έσκυβαν για να σηκώσουν τις καλάθες τους. Όχι όμως ο Δράκος. Αυτός είχε τόση όρεξη, λες και μόλις είχε σηκωθεί από έναν χορταστικό ύπνο.

Ο Κωσταντής φώναξε το όνομά του και τότε ο Δράκος παράτησε το φορτίο που μόλις είχε κατεβάσει απ’ το καΐκι να σκάσει κάτω και άνοιξε διάπλατα τα τόσο αδύνατα χέρια του για να αγκαλιάσει τον καπετάνιο. Οι μεγάλες του παλάμες έκαναν τα χέρια του να μοιάζουν με κουπιά.

Μα την πίστη μου! Θα ‘ναι ίσως και η πρώτη φορά που σε βλέπω με μπουνάτσα.”

Έσκασε στα γέλια ο Κωσταντής.

Μπα! Μην γελιέσαι. Η κακοκαιρία δεν είναι μακριά. Έρχεται, τη νιώθω. Γι’ αυτό βγήκα παγανιά. Έπειτα μου είπε και ο κυρ’ λιμενάρχης γι αυτή την χάρη και ξέρεις πόση εκτίμηση του έχω. Τούτος εδώ είναι ο ανιψιός σου;”

Γύρισε κι έδειξε τον Πετρή.

Αυτός είναι.”

Βεβαίωσε ο Κωσταντής με καμάρι.

Ένα ισάξια δυνατό χέρι έσφιξε εκείνο του Πέτρου.

Σχόλια

X