του Λευτέρη Μπάιλα

 

Γύρισε προς το μέρος της Αδεμόνης και ξαφνιασμένος ανακάλυψε ότι βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από το παραμορφωμένο πρόσωπο του αδελφού του. Διάφορα μικρά πλάσματα του βυθού, φαίνονταν να πάλλονται μέσα από την ρωγμή του κρανίου του, μπαινοβγαίνοντας απ’ την κόγχη του φαγωμένου ματιού του.

“Προσπάθησα να σε προειδοποιήσω.”

Ψιθύρισε ο Θάνος και ο Πέτρος ξαναπετάχτηκε απ’ τον ύπνο του. Κάθιδρος, άκουσε την Αδεμόνη να του μιλάει αγουροξυπνημένη.

“ Έι τι έπαθες; Με τρόμαξες έτσι όπως πετάχτηκες.”

Είπε χαϊδεύοντας το στέρνο του με την ανάστροφη του χεριού της, αφήνοντας παράλληλα πάνω του απαλά φιλιά. Ο Πέτρος τινάχτηκε απ’ το κρεβάτι.

“Μην με αγγίζεις!”

Άρχισε να ντύνεται.

“Μα τι έπαθες στα καλά καθούμενα;”

“Έχω βαρεθεί κατάλαβες; Όλα αυτά τα αινίγματα και οι εφιάλτες με έχουν κουράσει. Δεν αντέχω άλλο. Θέλω την ησυχία μου. Θέλω να μην φοβάμαι να κοιμηθώ. Θέλω να ξέρω ότι μπορώ να περάσω μια μέρα ανέμελη χωρίς να σκέφτομαι τίποτα.”

Η Αδεμόνη σοβάρεψε. Το πρόσωπό της πήρε σχήμα πάγου.

“Στο χέρι σου είναι να βρεις την γαλήνη. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να παραδεχτείς τα πάθη σου. Σου είπα και το πρωί. Τις ορμές δεν πρέπει να τις πνίγουμε. Είδες που σε οδήγησε αυτό το κρυφτούλι με τον εαυτό σου.”

Σηκώθηκε και τον πλησίασε. Τον κοιτούσε τώρα μες τα μάτια. Οι ίριδες των δικών της, περιστρέφονταν σαν ρεύματα μέσα σε νερό που αναδεύεται ελαφρά. Άγγιξε με την παλάμη της το μάγουλό του, συμπονετικά.

“Η ψυχή σου θα γαληνέψει. Αρκεί να παραδεχτείς ότι σκότωσες τον αδελφό σου.”

Ο Πέτρος γούρλωσε τα μάτια. Το πρόσωπό του κοκκίνισε, όχι πια από ντροπή, αλλά από θυμό. Τα μικρά αγγεία στο κεφάλι του, τροφοδοτήθηκαν με τόσο αίμα που κόντεψαν να σπάσουν. Έβαλε τις φωνές, κλοτσώντας με δύναμη το πλάι του κρεβατιού και αυτό άνοιξε στα δύο.

“Που στο διάολο ξέρεις εσύ γι αυτό; Ποιοι είστε και τι θέλετε απ’ τη ζωή μου; Γιατί δεν με αφήνεται στην ησυχία μου;”

Εκείνος μόνο ήξερε πως συγκρατούσε τον εαυτό του για να μην σηκώσει χέρι επάνω της. Η Αδεμόνη ατάραχη συνέχισε.

“Ξέρουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζεις όμορφε. Αυτό που θέλω είναι το καλό σου. Αφέσου στην αλήθεια. Παραδέξου ότι πάντα ήθελες να απαλλαγείς απ’ τον Θάνο και σταμάτα να λες ψέματα στον ίδιο σου τον εαυτό. Άσε την χαρά της ικανοποίησης να σε πλημμυρίσει, θυμήσου  την λάμψη στα μάτια σου όταν επιτέλους λυτρώθηκες από αυτόν. Παραδέξου ότι εσύ τον σκότωσες!”

Ο Πέτρος δεν ήξερε τι να πει. Σαν κωφάλαλος, κουνούσε μόνο το κεφάλι του αρνητικά. Έσπρωξε τα χέρια της πίσω και ξεχύθηκε στην σκάλα. Εν ριπή οφθαλμού, βρέθηκε έξω. Με κλειστά μάτια, ένιωθε το φως της ημέρας να πέφτει ευεργετικό πάνω του. Αισθάνθηκε κάτι διαφορετικό. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω. Είχε ξημερώσει, μα αυτό που έβλεπε δεν θύμιζε καθόλου ημέρα.

Κατάμαυρα σύννεφα που αναδεύονταν με μανία, κάλυπταν έναν πορφυρό ουράνιο θόλο. Απόμακρες, υπόκωφες βροντές ακούγονταν από παντού, συνοδευόμενες από ριπές φωτός, από έναν κόσμο που βρισκόταν πίσω απ’ τα σύννεφα. Όπου και να κοιτούσες, έπεφτε χιόνι. Ο Πέτρος μάζεψε με τα δάχτυλά του λίγο από αυτό που είχε πέσει πάνω στα μανίκια του. Το έφερε κοντά στην μύτη του και ρουθούνισε. Δεν ήταν χιόνι. Ήταν στάχτη! Κοίταξε το έδαφος. Μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, έβλεπε μόνο ξεραμένα κλαδιά, μαραμένα φυτά σκεπασμένα με στάχτη. Από τα σπασμένα κλωνάρια έτρεχαν ρυάκια αίματος στο χώμα. Παντού διάσπαρτα κουφάρια πουλιών. Όλη η ατμόσφαιρα ήταν κόκκινη.

Δεν φύσαγε καθόλου και η στάχτη που αιωρούταν ολόγυρα, μείωνε την ορατότητα αισθητά. Το νησί ήταν κυκλωμένο από ένα θολό γκρίζο παραπέτασμα. Δεν φαινόταν ούτε η θάλασσα. Στην πραγματικότητα μπορούσες να δεις μόνο λίγα μέτρα πίσω από το ντουβάρι που περικύκλωνε τον φάρο. Εκεί, προς την μεριά που έβλεπε στο σκαλάκι, είχε εστιάσει τώρα το βλέμμα του ο Πέτρος. Κάτι κουνιόταν μακριά, αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει. Κάτι πλησίαζε μα η όψη του έκανε κυματισμούς, όπως το φόντο, πίσω από ένα θερμό αντικείμενο.

Λίγα βήματα πριν την είσοδο του χωραφιού, ο Πέτρος διέκρινε καθαρά τι ήταν αυτό που ερχόταν προς το μέρος του. Ο γέρο Δράκος, βαστούσε μια άμορφη μαγκούρα, πιο ψηλή απ’ το μπόι του και ερχόταν σιγοσφυρίζοντας. Είχε ριγμένη στους ώμους του μια καφέ γκρίζα, μακριά προβιά με κουκούλα πεσμένη προς τα πίσω κι έμοιαζε περισσότερο με βοσκός παρά με ψαράς. Σε κάθε βήμα, τοποθετούσε μπροστά του την μαγκούρα, την οποία κρατούσε λίγο πιο πάνω από το μέσο της με το δεξί χέρι, ενώ το αριστερό ήταν χαμένο μέσα στην προβιά. Ο Πέτρος άφησε ένα σαρκαστικό χαμόγελο.

“Κάτι μου έλεγε ότι θα σε έβλεπα σίγουρα γέρο. Δεν θα μπορούσες να λείπεις από αυτό έτσι;”

Άπλωσε τα χέρια διάπλατα δείχνοντας με τα μάτια τριγύρω.

“Πάντα έλεγα ότι έχεις μυαλό ξουράφι. Λείπει ο Μάρτης απ’ τη σαρακοστή;”

Είπε φωναχτά ο Δράκος. Καθώς πλησίαζε, πίσω απ’ τον Πέτρο ακούστηκε ένα γρύλισμα. Ο σκύλος είχε βγει απ’ το σπίτι του και τώρα ερχόταν αργά σαν αρπαχτικό, δείχνοντας τα δόντια του στο γέρο. Πέρασε μπροστά απ’ τον Πέτρο κι εκείνος ούτε που προσπάθησε να τον σταματήσει.

“Φαίνεται ότι κάποιος δεν σε χωνεύει. Είδες τα άτιμα τα ζώα! Έχουν ένστικτο.”

Ο σκύλος ετοιμαζόταν να εφορμήσει. Ο Δράκος χωρίς να τα χάσει, προσπάθησε να τον αποτρέψει.

“Ήρεμα αγόρι μου. Κάτσε. Κάτσε!”

Μα ο σκύλος δεν χαμπάριαζε. Πήρε φόρα και σάλταρε με τα δόντια του να σημαδεύουν τον λαιμό του γέρου. Ο Δράκος το μόνο που έκανε, ήταν να σηκώσει την παλάμη του σε ένδειξη σταματήματος. Λίγα εκατοστά πριν το σκυλί τον αγγίξει, θα ορκιζόσουν ότι προσέκρουσε σε έναν αόρατο τοίχο. Έβγαλε έναν απότομο ήχο πόνου, σαν να είχε φάει κλωτσιά στα πισινά και έπεσε απότομα στο έδαφος, παραμένοντας ασάλευτο. Ο Πέτρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Το σκυλί ήταν νεκρό και ο γέρος δεν το είχε καν αγγίξει.

Ο Δράκος έφερε το χέρι στο ανοιχτό στόμα του, σαν να μην πίστευε αυτό που είχε γίνει. Μετά κοίταξε τον Πέτρο κατάπληκτος.

“Δεν μπορείς να μάθεις έναν γέρο σκύλο καινούργια κόλπα ε;”

Ξέσπασε σε γέλια, ενώ ο Πέτρος είχε απομείνει να τον κοιτά ψυχρά.

“Πώς το έκανες αυτό; Ποιος στο διάολο είσαι τελικά ρε γέρο;”

“Χμμμμ! Κοντά αλλά όχι ακριβώς. Λυπάμαι αλλά χάσατε κύριε. Βλέπεις το κοντά και το ακριβώς είναι δύο πολύ παρεξηγημένες έννοιες. Τις έχουν παντρέψει χωρίς την άδειά τους, με πιάνεις; Για να σου δώσω να καταλάβεις, ξέρεις πόσα κοντά, βρίσκονται κοντά στο ακριβώς; Άπειρα. Πολλά μικρά ενοχλητικά βηματάκια.”

“Ναι! Αλλά δεν απάντησες στο ερώτημά μου.”

Ο Δράκος ξεφύσηξε σε ένδειξη απογοήτευσης. Το ακροατήριό του δεν τον καταλάβαινε και ασχολούταν με μικρότητες, μα δεν βαριέσαι.

“Πολύ καλά. Επιτρέψτε μου λοιπόν να ξανασυστηθώ.”

Με το κρυμμένο χέρι, παραμέρισε την πλευρά της κάπας που το έφραζε, με ένα τίναγμα και το έφερε μπροστά στον στέρνο του. Το άλλο τέντωσε βαστώντας σταθερά στο χώμα την μαγκούρα και υποκλίθηκε όπως οι ευγενής κατά τον μεσαίωνα.

“Οι φίλοι με φωνάζουν Δράκο. Στους περισσότερους ανθρώπους όμως είμαι γνωστός ως θάνατος.”

Κάπου μακριά, μέσα στο αόρατο πέλαγο, έπεσε ένας κεραυνός. Ο ήχος του όμως, που μπορούσε μόνο να αντιληφθεί ο Πέτρος, ακούστηκε σαν να έσκασε λίγα μέτρα πιο πέρα. Εκείνος κοιτούσε ακόμη λες και δεν είχε συμβεί απολύτως τίποτα.

“Ναι!… Και θύμισέ μου γιατί πρέπει να χάψω αυτές τις παπαριές;”

Ο γέρος έφερε το χέρι στο πηγούνι και κοίταξε με ενδιαφέρον.

“Λοιπόν η περίπτωσή σου μου θυμίζει μια παρόμοια που είχα συναντήσει πολύ παλιά. Ήταν μαθητής ενός γνωστού μου. Θαρρώ πως το όνομά του ήταν Θωμάς.”

Έκανε ότι προσπαθούσε να θυμηθεί.

“Άκουσε γιε μου..”

“Δεν είμαι γιός σου.”

Τον διέκοψε ο Πέτρος.

“Ωωωω! Όλους τους λέω γιούς μου και κόρες μου, γιατί ξέρεις, όλοι αργά ή γρήγορα έρχονται στον «μπαμπά».”

Ξέσπασε πάλι σε γέλια, με τον Πέτρο να έχει βυθιστεί στην απάθεια.

“Άκουσε λοιπόν γιέ μου. Είτε σου αρέσει, είτε όχι, είτε πιστεύεις είτε όχι, μερικά πράγματα που σου μάθαιναν οι γονείς και οι παππούδες σου από παιδάκι, υπάρχουν και παραϋπάρχουν. Ίσως όχι ακριβώς όπως έχει επικρατήσει να τα αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι, αλλά υπάρχουν. Η δική σου άποψη λίγο μετράει και αυτό επειδή είμαι γενναιόδωρος δηλαδή.

Όμως η αλήθεια είναι ότι με απογοήτευσες. Περίμενα ότι κάτι θα είχες πάρει πρέφα αφότου σε επισκέφτηκαν οι ανιψιές μου.”

Ο Πέτρος κάγχασε και πάλι.

“Αν αυτές είναι ανιψιές σου, τότε εγώ είμαι γυναίκα σου.”

Ο γέρος γέλασε περήφανος.

“Αααα! Εδώ με έπιασες.”

“Ωραία. Ας πούμε λοιπόν ότι δέχομαι ότι αυτή τη στιγμή, μιλάω με τον …χάρο.”

Τις τελευταίες λέξεις, κόμπιασε λίγο πριν τις πει δείχνοντας ότι δεν τις πίστευε.

“Αν είναι η ώρα μου να φεύγω, γιατί καθόμαστε εδώ κι έχουμε ανοίξει κουβέντα, αντί να με αντιμετωπίσεις όπως το καημένο το ζωντανό;”

Έδειξε με τα μάτια το ψόφιο σκυλί πίσω απ’ τον γέρο.

“Πολύ καλή ερώτηση είναι αυτή και πολύ εύστοχη. Αλλά πριν προχωρήσω, σε παρακαλώ, μην με ξαναπείς χάρο, με στεναχωρεί αυτή η λέξη, μου φαίνεται πολύ ….ξέρεις, …. Πώς να το πω; Άχαρη.”

Ξανά γέλια. Φαίνεται πως ο γέρος είχε τρελή όρεξη για αστεία.

“Μπα σε καλό μου. Πολλοί μου λεν ότι έχω χιούμορ που σκοτώνει.”

Ακόμη ένα ξέσπασμα. Ο Πέτρος είχε αρχίσει να αγανακτεί. Βλέποντας την ενόχλησή του, ο γέρος σοβάρεψε.

“Άκου λοιπόν αυτό και ικανοποίησε την περιέργειά σου. Όπως σου μάθαιναν από μικρό παιδί, υπάρχει αυτή η αιώνια πάλη. Τα δύο μεγάλα στρατόπεδα. Μερικοί λεν ότι η μια πλευρά είναι η καλή και η άλλη η κακή. Μερικοί πάλι υποστηρίζουν το αντίθετο. Ποια είναι η γνώμη μου; Μη με ρωτήσεις. Ούτε ξέρω, ούτε και με ενδιαφέρει. Εγώ είμαι απλά ένας υπάλληλος.

Δυστυχώς, λοιπόν για σένα, βρέθηκες ανάμεσα σε αυτόν τον πόλεμο. Επιλέχθηκες.”

“Και τι σχέση μπορεί να έχω εγώ με αυτά; Τι μπορεί να θέλουν από εμένα;”

“Μα τι άλλο; Την ψυχή σου φυσικά!”

“Τι να την κάνουν την ψυχή μου; Δεν είναι και τίποτα της προκοπής.”

Ο γέρος τίναξε τα χέρια κοιτώντας γύρω το αόρατο πλήθος, έκανε μια περιστροφή έτσι αγανακτισμένος και αφού βόλεψε την προβιά στους ώμους του, κάθισε στο ντουβάρι, προσκαλώντας και τον συνομιλητή του, ο οποίος όμως δεν έδειξε να ενδιαφέρεται.

“Μα τέλος πάντων, δεν άκουγες τίποτα απ’ όσα σου έλεγα στο καΐκι όταν ερχόμασταν στην Ψαθούρα; Η ψυχή είναι ίσως το πολυτιμότερο πράγμα σε όλο το συμπάν. Ο καυγάς ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, είναι γι αυτόν ακριβώς τον λόγο. Ποιος θα καταφέρνει να έχει πάντοτε με το μέρος του τις περισσότερες ψυχές. Όσες περισσότερες ψυχές έχει στο στρατόπεδό του ο ένας απ’ τους δύο, τόσο ισχυρότερος θα είναι και η βασιλεία του θα επιβάλλεται.”

Ο Πέτρος διαμαρτυρήθηκε.

“Ακόμη όμως δεν έχω καταλάβει τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά. Αν θέλουν την ψυχή μου όπως λες, εδώ είναι. Ας δώσουν την μάχη τους και όποιος νικήσει χαλάλι του. Όπως μου τα λες, εμένα δεν μου πέφτει λόγος, ούτε μπορώ και να κάνω τίποτα για να το αποτρέψω.”

Ο γέρος κούνησε το δάχτυλο αρνητικά.

“Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Βλέπεις η αξία της ψυχής, την κάνει ιερή. Ποιο ιερή και απ’ τα ιερά. Για το λόγο αυτό, μια ψυχή, δεν μπορείς να την διεκδικήσεις σαν να είσαι παλαιστής σε αρένα. Ακόμη και οι αρχοντιές τους βλέπεις, δεν είναι ελεύθερες από κανόνες. Κι αυτούς τους ορίζουν ανώτερα όντα που λίγο καταλαβαίνουν, όπως εσύ τώρα εκείνους. Πρέπει λοιπόν να δείξεις καρτερικότητα. Αν θυμάσαι καλά, σου είχα πει τότε ότι υπάρχουν οι ψυχές που λάμπουν και οι σκάρτες ψυχές. Καθώς για τις περισσότερες, έχει γραφτεί από την αρχή η πορεία τους, διαλέγουν μόνες τους στρατόπεδα. Το μόνο που χρειάζονται είναι μια μικρή ώθηση για να πάρουν τον κατήφορο στον οποίο έχουν κλίση.

Για να έρθουμε τώρα στην περίπτωσή σου, σου είχα πει επίσης ότι υπάρχουν κι εκείνες που δεν ανήκουν πουθενά. Απλά περιπλανούνται ανεξάρτητες. Το βιβλίο τους δεν έχει συμπληρωθεί ολόκληρο, παρά είναι οι μόνες που έχουν το προνόμιο, να αποφασίσουν τι θα γράψουν στις τελευταίες τους σελίδες. Έλα όμως που αυτές, όπως κάθε τι ατίθασο, είναι και οι πιο πολύτιμες. Γι’ αυτές λοιπόν τις ψυχές, γίνεται μια μικρή εξαίρεση. Διεξάγεται μια μικρή μάχη αλλά όχι με βίαιο τρόπο. Ένας μικρός διαγωνισμός πειθούς. Κάτι που γίνεται τώρα με εσένα. Το κάθε στρατόπεδο, χρησιμοποιεί τα δικά του μέσα, προσέχοντας πάντα να μην υπερβαίνει τα όρια.”

“Και πως είναι τόσο σίγουροι ότι αυτός που επέλεξαν, θα διαλέξει να ταχθεί σε μια απ’ τις δυο πλευρές; Μπορεί να θέλει να μην ανήκει πουθενά.”

“Μμμμμ! Πολύ φοβάμαι ότι αυτό θα είναι μια καθόλου σοφή απόφαση. Από την στιγμή που κάποιος …καλή ώρα”

Έδειξε με την μαγκούρα τον Πέτρο.

“Έλθει σε επαφή με αυτόν τον, μέχρι εκείνη την στιγμή, αόρατο κόσμο ώστε να μην μπορεί πια να μην παραδεχθεί την ύπαρξή του, το να αποφασίσει ότι δεν ανήκει σε μια απ’ τις δύο πλευρές, συμβαίνει να είναι και η μόνη περίπτωση, που μια ψυχή μπορεί να χαθεί! Η απώλεια όμως ενός τόσο πολύτιμου πράγματος, προκαλεί μια μεγάλη διαταραχή στη ζυγαριά του σύμπαντος και τα πράγματα ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχο. Ακόμα και αυτών που βρίσκονται πάνω απ’ τις αρχοντιές τους και ποιος ξέρει, μπορεί ακόμη και αυτών που βρίσκονται πάνω από αυτούς και πάει λέγοντας!

Πρέπει τότε για να επανέλθει η ισορροπία, να γίνουν μεγάλες προσθαφαιρέσεις στα τάσια αυτής της ζυγαριάς και τότε είναι που ξεκινά η πραγματική μάχη. Το φως και το σκοτάδι συγκρούονται τότε ανελέητα χωρίς πλέον προσχήματα. Ο κόσμος το βιώνει σαν μια μεγάλη συμφορά και πολλές αθώες ψυχές θυσιάζονται στον βωμό τις ισορροπίας. Γι αυτό και είναι μηδαμινοί σε αριθμό εκείνοι οι οποίοι αποφασίζουν κάτι τέτοιο ανά τους αιώνες.”

“Δηλαδή θες να μου πεις ότι όλα είναι ένα παιχνίδι; Ένα τάβλι μεταξύ αγγέλων και δαιμόνων στο οποίο οι ψυχές μας είναι τα πούλια;”

Ο γέρος έγνεψε καταφατικά με ψεύτικη κατανόηση.

“Πολύ φοβάμαι πως ναι.”

Ο Πέτρος έκλεισε για λίγο τα μάτια προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι άκουγε. Προς στιγμήν πίστεψε ότι μόλις τα ξανάνοιγε, θα βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, μετά από ένα ακόμη κακό όνειρο. Η θλιβερή αλήθεια τον απογοήτευσε.

“Κι εσύ τι ρόλο βαράς σε όλ’ αυτά γέρο; Ποιο είναι το κέρδος σου;”

“Κέρδος; Κανένα κέρδος. Εγώ, όπως σου ξανάπα, είμαι ένας υπάλληλος, ένας στρατιώτης. Είμαι ο βαρκάρης και ο αχθοφόρος. Ο μεσάζοντας που κουβαλάει το εμπόρευμα. Ανιχνεύω για λογαριασμό τους, μα δεν επεμβαίνω ποτέ στα νερά τους, δεν ρωτάω ποτέ τίποτα και απλά εκτελώ διαταγές.

Όπως καταλαβαίνεις όλη αυτή η διαδικασία, δεν μπορεί να γίνεται φάτσα φόρα. Πρέπει να τηρείται κάποια διακριτικότητα. Γι αυτό το λόγο, έχουν ανοιχτεί κάποιες πύλες διάσπαρτες στον ντουνιά, κάποια λαγούμια αν προτιμάς που φέρνουν σε επαφή αυτόν εδώ τον κόσμο, τον κόσμο των ανθρώπων, με τον κόσμο τον δικό μας. Να! Όπως αυτό εδώ το νησάκι.

Δουλειά δική μου λοιπόν είναι να σιγουρεύω ότι η ψυχή που επιλέγεται κάθε φορά θα φτάσει να απομονωθεί σε αυτά τα μέρη και να την μεταφέρω με ασφάλεια. Ακόμη είναι χρέος μου να εξασφαλίζω την ομαλή εξέλιξη των γεγονότων και την διατήρηση της πνευματικής ηρεμίας των ανθρώπων, καθώς ανακαλύπτουν σιγά σιγά την πραγματικότητα.”

“Ειδικά σε αυτόν τον τομέα γέρο είσαι για κλάματα.”

Ο θάνατος χαμογέλασε με συμπάθεια.

“Ευχαριστώ για το κομπλιμέντο. Μου το λένε συχνά.”

Ο Πέτρος είχε χάσει πια κάθε αίσθηση του τι είναι ψέμα και τι είναι πραγματικό. Ακόμη και αν όλ’ αυτά αλήθευαν, δεν μπορούσε να δεχθεί ότι εκείνος είχε επιλεγεί για να πάρει μια τόσο μεγάλη απόφαση, που μπορεί να έκρινε κι αυτός δεν ήξερε, πόσες ζωές. Στο κάτω της γραφής, με ποιο δικαίωμα όλοι αυτοί έπαιζαν πάνω στις ζωές των ανθρώπων; Γιατί έπρεπε να υπάρχουν αφεντικά και πιόνια;

Στο μυαλό του Πέτρου, μέσα σε αυτό το σκηνικό, δεν υπήρχαν καλοί και κακοί. Απ’ τη στιγμή που και οι δύο πλευρές είχαν δεχθεί να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο παιχνίδι στις πλάτες υποδεέστερων όντων, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κάποιους. Ήταν όλοι σκάρτοι. Πως λοιπόν θα μπορούσε να διαλέξει στρατόπεδο; Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι τους είχαν βαφτίσει φως και σκοτάδι, δεν του αρκούσε για να επιλέξει. Αυτοί οι όροι του φαίνονταν τελείως αυθαίρετοι και καταχρηστικοί. Ο γέρος τον έβγαλε απ’ τις σκέψεις του, καθώς είχε αφουγκραστεί αυτά που τριγυρνούσαν στο μυαλό του.

“Λυπάμαι αλλά σε αυτό δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Δεν είναι δουλειά μου να ανακατεύομαι σε ξένα χωράφια. Το μόνο που μπορώ να σε συμβουλέψω, είναι ότι όποια απόφαση και να πάρεις, φρόντισε να αξίζει. Διάλεξε αυτό που θα σε συμφιλιώσει με τον εαυτό σου. Είναι η μόνη πραγματική ελευθερία που έχεις.”

“Και τι ξέρεις εσύ από ελευθερία; Σάμπως κι εσύ ένας σκλάβος δεν είσαι; Και μάλιστα εν γνώσει σου. Τουλάχιστον εγώ ήμουν σκλάβος χωρίς να το ξέρω τόσα χρόνια και τώρα έχω την επιλογή αν θα παραμείνω ή όχι. Έστω κι αν αυτό κοστίσει ζωές όπως λες.”

Ο γέρος άλλαξε, ο Πέτρος τον ένιωθε να ψηλώνει, μαύρος καπνός άρχισε να στροβιλίζεται γύρω του. Όπου υπήρχε λευκό στα μάτια χάθηκε. Δύο κατάμαυρες μεμβράνες τον κοιτούσαν μέσα από συνοφρυωμένα πυκνά φρύδια. Ο θάνατος άστραψε και βρόντηξε.

“Μπορεί να έχεις δίκιο σε αυτό. Αλλά δεν παύει να είμαι ανώτερος σκλάβος από ‘σένα, καλά θα κάνεις λοιπόν να προσέχεις τα λόγια σου. Δεν θα ήθελες να με δεις την πραγματική μου όψη.”

Ο Πέτρος δεν φάνηκε να τρομάζει στιγμή.

“Παίζεις με ψέματα τους ανθρώπους τόσους αιώνες γέρο και τώρα σε πείραξε μια αλήθεια; Γιατί αν δεν ήταν αλήθεια δεν θα σε έκοφτε τόσο. Πάρε όποια όψη σου θέλεις. Δεν μπορείς να με τρομάξεις πια. Όπως φαίνεται η ώρα μου έχει φτάσει και ο τρόπος που θα φύγω, λίγο νόημα έχει πια για μένα. Το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Και ανώτερος που είσαι, δεν παύεις να είσαι σκλάβος σαν κι εμένα.”

Ο θυμός του θανάτου ξεθύμανε και αντικαταστάθηκε από λύπη. Ο Πέτρος είχε δίκιο και ήταν ανώφελο να κοροϊδεύει τον εαυτό του. Ήταν κι εκείνος δέσμιος. Πήρε πάλι την όψη με την οποία τον είχε συνηθίσει ο Πέτρος και χαμογέλασε. Γνώριζε ότι ο Πέτρος δεν ήταν κουτός και πλέον ήξερε ότι η σημαντικότητά του για τα δύο αντικρουόμενα βασίλεια, ήταν τέτοια που τον προστάτευε από οποιονδήποτε θα σκεφτόταν να του κάνει κακό, τουλάχιστον με άλλη έννοια. Σίγουρα ο θάνατος έτρεμε στην σκέψη ότι από μια απερισκεψία του μπορεί να βρισκόταν υπόλογος σε τόσο ανώτερες δυνάμεις.

“Τι θα κάνεις λοιπόν, τώρα που τα ξέρεις όλα;”

“Ακόμη δεν έχω αποφασίσει. Αλλά δεν νομίζω ότι σε ενδιαφέρει. Άλλωστε εσύ δεν ανακατεύεσαι σε ξένα χωράφια. Έτσι δεν είπες; Θα περιμένω να δω τι άλλο μου επιφυλάσσει το μέλλον και μπορεί να καταλήξω στην πορεία.”

“Καλώς! Εγώ έκανα το χρέος μου και θα μου επιτρέψεις να αποχωρήσω.”

“Δεν θα σε ξαναδώ δηλαδή; Μη νομίζεις ότι σε συμπάθησα κιόλας, ή ότι θα μου λείψεις, αλλά μου φαίνεται λίγο απίθανο να είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω αυτή.”

“Μα θα με ξαναδείς. Γι αυτό να είσαι σίγουρος. Όποια και να είναι τελικά η απόφασή σου, εγώ θα είμαι το τελευταίο πράγμα που θα δεις αφήνοντας αυτόν τον κόσμο. Εγώ είμαι ο δεσμός σου με την άλλη διάσταση. Παρεούλα θα πάμε όπου επιλέξεις.”

Ο γέρος κίνησε να φύγει. Ο Πέτρος τον σταμάτησε.

“Κάτι τελευταίο.”

Ο γέρος κρατούσε την μαγκούρα πάνω απ’ τους ώμους, με τα χέρια τεντωμένα όπως οι βοσκοί. Σταμάτησε και κοίταξε προς το μέρος του Πέτρου.

“Είπες κάτι για πύλες πριν. Αλλά εγώ δεν βλέπω τίποτα εδώ γύρω.”

Ο γέρος τον κοίταξε σαν να κοιτούσε κάποιον εντελώς χαζό.

“Τώρα με δουλεύεις έτσι;”

Κοίταξε γύρω τα σύννεφα, τον άλικο ουρανό και τις στάχτες που αιωρούνταν.

“Κι όλ’ αυτά τι θαρρείς πως είναι; Κάποιο καιρικό φαινόμενο; Που θαρρείς ότι βρίσκεσαι τώρα; Μα αν θες να βρεις την πόρτα που τα ξερνάει όλ’ αυτά, μπορείς να κατηφορίσεις για το Μανδράκι και τη σπηλιά που βρίσκεται χωμένη στα βράχια δίπλα στην παραλία. Αν και δεν θα στο συνιστούσα. Υπάρχουν πράγματα εκεί μέσα που μάλλον δεν θα ήθελες να δεις και να ξέρεις. Και πάλι η απόφαση είναι δική σου.”

Λέγοντας αυτά, κατέβασε την μαγκούρα και άρχισε να απομακρύνεται σιγοτραγουδώντας. Ο Πέτρος φώναξε από μακριά.

“Τα λέμε γέρο. Αν είσαι δηλαδή αυτός που είπες.”

Ο θάνατος απάντησε γελώντας, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

“Στοιχηματίζεις την ψυχή σου σε αυτό;”

Σε λίγο δεν ήταν πάλι παρά μόνο μια τρεμάμενη εικόνα και λίγα λεπτά αργότερα, χάθηκε ακριβώς όπως είχε εμφανιστεί. Ο Πέτρος απέμεινε μόνος σε αυτό το παράξενο μέρος. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός ήχος. Τίποτα δεν έδινε σημάδια ζωής. Λίγα μέτρα μπροστά του, το σκυλί κείτονταν νεκρό. Πλησίασε και χάιδεψε το άψυχο σώμα. Ανήμπορος να σκεφτεί κάτι άλλο, πήρε την απόφαση να πάει στην σπηλιά. Ήταν η μόνη κίνηση που μπορούσε να κάνει, απ’ το να κάτσει άπραγος στην μέση του τίποτα και να περιμένει, χωρίς να ξέρει τι.

Κοίταξε ψηλά στην κορυφή του φάρου. Απ’ το τζάμι έβλεπε μικρές αναλαμπές. Ο πυρσός ήταν ακόμη αναμμένος, αλλά δεν τον ενδιέφερε πια. Δεν είχε κανένα νόημα. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά προς το Μανδράκι.  Κάθε λίγο, σταματούσε και περιεργάζονταν το τοπίο. Τα πάντα ξερά. Σκεπασμένα με στάχτη. Αρκετά μέτρα μετά τον νότιο τοίχο, γύρισε το κεφάλι του προς τον φάρο. Η κατασκευή ήταν άφαντη, κρυμμένη πίσω από αυτό το λευκό γκρι παραπέτασμα. Το μόνο που πρόδιδε την θέση της ήταν το φως που προσπαθούσε να διαπεράσει την θολούρα.

Μετά από αρκετά βήματα, ακούστηκε ο ήχος της θάλασσας. Ξερός και υπόκωφος, χωρίς αντίλαλο. Ο Πέτρος πλησίαζε. Τα πρώτα βήματα στην παραλία, παραήταν θορυβώδη για να περπατά πάνω σε άμμο. Χαμήλωσε το βλέμμα. Μέχρι όσο του επέτρεπε η θολούρα να δει, απλώνονταν παντού, σαπισμένα κουφάρια και υπολείμματα ανθρώπινων σκελετών. Δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό βήμα, χωρίς να συνθλίψει κάτω απ’ το πέλμα του κάποιο κρανίο ή κνήμη ή θώρακα. Όση άμμο μπορούσε να διακρίνει κατά διαστήματα, θα ορκιζόταν ότι ήταν σκόνη από τα φαγωμένα οστά.

Περπάτησε πάνω στα κουφάρια. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Έπρεπε να φτάσει στα βράχια. Κάθε πάτημα κι ένας ανυπόφορος θόρυβος. Ένιωθε τα εντόσθιά του να έχουν φτάσει στην γλώσσα του. Πλησίασε το νερό. Κατάμαυρο νερό, που έβαφε με κάθε του άγγιγμα τα άσπρα κουφάρια. Τουλάχιστον όσο πατούσε μέσα, γλίτωνε απ’ τον ανυπόφορο ήχο. Τα πόδια του όμως ένιωθαν κάθε σπάσιμο που εξακολουθούσε να συμβαίνει από κάτω τους.

Μετά από κόπο, ανέβηκε στα βράχια. Ρίχνοντας μια ματιά πίσω του, πάντα όσο του επέτρεπε η ομίχλη, διέκρινε το μονοπάτι που είχε σχηματιστεί ανάμεσα στα πτώματα απ’ το διάβα του. Και μόνο στην σκέψη ότι μπορεί να χρειαζόταν να το ξαναδιαβεί, ανατρίχιασε. Συνέχισε προς την σπηλιά.

Η περιοχή, του φάνηκε πολύ πιο δύσβατη απ’ όσο είχε υπολογίσει την πρώτη φορά που την είχε δει ενώ κολυμπούσε. Οι βράχοι, παρουσίαζαν έντονα εξογκώματα κατά καιρούς, χωρίς πιασίματα να σε υποβοηθούν κι έτσι έπρεπε να περάσεις κολλώντας πάνω τους σαν στρείδι, με την ελπίδα ότι δεν θα χάσεις την ισορροπία σου, πέφτοντας με την πλάτη στο νερό, απ’ όπου ξεπρόβαλλαν πέτρες, κοφτερές σαν μαχαίρια περιμένοντας να σε υποδεχτούν μια για πάντα.

Με τα πολλά έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς. Ένα άνοιγμα με ύψος όσο δύο άνθρωποι ο ένας πάνω στον άλλο, και πλάτος λίγο μικρότερο. Το μονοπάτι που φαινόταν ότι οδηγούσε στα σπλάχνα της, έδειχνε αρκετά ομαλό. Στρωμένο με πολύ λεπτή άμμο, χανόταν στο σκοτάδι. Σκέφτηκε ότι είχε κάνει μεγάλη ανοησία. Έπρεπε να είχε φέρει το φανάρι. Τι χαζομάρα! Είναι δυνατόν να ήξερε ότι θα έμπαινε σε σπηλιά και να μην θυμήθηκε να πάρει φανάρι; Τέτοια ώρα όμως, τέτοια λόγια. Με κανέναν τρόπο δεν πήγαινε πίσω. Ακόμη και αν περνούσε δεύτερη φορά τα βράχια με επιτυχία, ούτε που ήθελε να φανταστεί τον εαυτό του να πατά πάλι πάνω στα διάσπαρτα κόκαλα.

Το πήρε απόφαση και προχώρησε. Μέχρι εκεί που έφτανε το φως, μπορούσε να δει τους τοίχους του φυσικού διαδρόμου να καλύπτονται από βρύα και λειχήνες. Η υγρασία, τους έκανε να γυαλίζουν. Σε λίγο το φώς έγινε πολύ αδύναμο και σιγά σιγά χάθηκε. Σταμάτησε για λίγο κι έκλεισε τα μάτια, προκειμένου να προσαρμοστούν στην έλλειψη φωτός. Όταν τα άνοιξε, τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα. Το μέρος που πατούσε, εξακολουθούσε να έχει την ίδια υφή. Άπλωσε το χέρι και ακούμπησε την παλάμη στον τοίχο. Το κρύο της πέτρας, έφτασε μέχρι την καρδιά του. Συνέχισε να περπατά. Είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά, απ’ την στιγμή που μπήκε στην σπηλιά, αλλά εκείνου του φαινόταν ότι περπατούσε ώρες ολόκληρες.

Ξαφνικά πάγωσε, όταν ψαχουλεύοντας τον δρόμο του, η σκληρή και παγωμένη υφή της πέτρας του διαδρόμου, άλλαξε σε κάτι μαλακό και ζεστό, που κουνιόταν απαλά κάτω απ’ την παλάμη του. Τα τοιχώματα φαίνονταν να είναι ζωντανά, δεν μπορούσε όμως να τα αφήσει. Πως αλλιώς θα έβρισκε κάποιο δρόμο μέσα σε αυτό το σκοτάδι; Προχώρησε σαν να μην συνέβη τίποτα. Ώρες ώρες, ένιωθε στην παλάμη του μικρά γρατζουνίσματα. Το χέρι του είχε γεμίσει με κάτι παχύρευστο, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι αυτό. Γλιτσερές σάρκες, έμοιαζαν να αναδύονται και να βυθίζονται πάνω στην επιφάνεια του τοίχου. Που και πού κάτι πιο θαρραλέο, ξεμύτιζε αντιδρώντας στο άγγιγμά του. Ψαχούλευε το χέρι του μέχρι τον αγκώνα και μετά τον άφηνε για να επιστρέψει εκεί απ’ όπου προήλθε.

Ένα αμυδρό φως ξεχώρισε μπροστά. Μια πράσινη άλως αιωρούταν, αδύναμη στην αρχή, που όμως αργότερα έγινε ικανά φωτεινή ώστε να μπορεί να ξεχωρίσει κάποιες σκιές. Μπορούσε τώρα να περπατά χωρίς να χρειάζεται να ακουμπά τα τοιχώματα και ήταν πολύ χαρούμενος γι αυτό. Μέσα στις σκιές μπορούσε να διακρίνει σειρές από σταλαγμίτες και σταλαχτίτες. Τίναξε το χέρι του για να απαλλαγεί απ’ αυτήν την γλίτσα. Ο αέρας εδώ μέσα δεν μύριζε και τόσο ευχάριστα. Μούχλα και σαπίλα του θύμιζαν οι αναθυμιάσεις. Κάπου κοντά ακούστηκαν ήχοι. Προχώρησε έχοντας όλες του τις αισθήσεις σε εγρήγορση. Σύντομα ανακάλυψε ότι οι περισσότεροι ήχοι ήταν λυγμοί και μονόλογοι. Κλάματα και γέλια παιδιών, μουρμουρητά που θύμιζαν ανθρώπους που τα έχουν χαμένα. Και δεν προέρχονταν από τα βάθη της σπηλιάς, αλλά πήγαζαν από παντού. Απ’ τα τοιχώματα, απ’ το έδαφος, απ’ τον βρωμερό αέρα.

Τώρα η σπηλιά έμοιαζε να τερματίζει. Στο τέλος της, δέσποζε μια μεγάλη μαύρη πέτρα, που φύτρωνε απ΄ το έδαφος και η κορφή της ήταν κούφια, σαν μικρός κρατήρας. Πάνω απ την γούβα, μια πράσινη σφαίρα από ένα γλοιώδες φωτεινό υλικό, που παρόμοιό του δεν είχε ξαναδεί, παλλόταν και συστρεφόταν μετέωρη. Δίπλα στην πέτρα, στέκονταν δύο μορφές. Την μία την αναγνώρισε αμέσως, ακόμη και σαν σκιά που ήταν μες τα σκοτάδια. Ποτέ δεν θα μπορούσε να φύγει απ΄ το μυαλό του η εικόνα του αδερφού του όπως τον είχε δει εκείνο το βράδυ στην αυλή του σπιτιού του, όταν όλα ξεκίνησαν.

Ένιωσε την καρδιά του να σφίγγει, στη σκέψη για το ποια μπορούσε να ήταν η δεύτερη μορφή, που είχε γυρισμένη την πλάτη της και έκλαιγε με αναφιλητά.

“Καλώς όρισες Πέτρο.”

Είπε ο Θάνος.

“Δυστυχώς ήμουν σίγουρος ότι θα μας έβρισκες. Προσπάθησα να σε προειδοποιήσω, αλλά η μοίρα σου είχε ήδη γραφτεί και απ΄ ότι φάνηκε, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι αυτό. Πες μου όμως; Τι γυρεύεις εδώ κάτω που ήρθες; Δεν ανήκεις εδώ. Ακόμη ανήκεις στους ζωντανούς.”

“Ήρθα γιατί ήθελα να ζητήσω συγγνώμη. Συγγνώμη για όλα. Ξέρω ότι μια συγγνώμη δεν είναι τίποτα, αλλά είναι το μόνο που μου έχει απομείνει πια. Αλήθεια, δεν θα μου πεις ποια είναι η μορφή που δίπλα σου κλαίει σιωπηλά;”

Ήξερε την απάντηση εξ αρχής, ήθελε όμως να το ακούσει.

“Αλίμονο! Δεν αναγνωρίζεις την μάνα μας;”

Δάκρυα πλημμύρισαν μονομιάς το πρόσωπο του Πέτρου. Τα πόδια του δεν άντεξαν και γονάτισε κατά γης. Χτυπούσε το στήθος του δυνατά με τη γροθιά του και το κλάμα του έκανε όλο αυτό το παράξενο μέρος να σωπάσει.

“Συγγνώμη. Ειλικρινά συγγνώμη. Δεν μπορώ να ζω άλλο μ’ αυτό.”

Το κλάμα του πάγωσε, καθώς άκουσε την φωνή της μάνας του να του απαντά.

“Δεν υπάρχει τίποτα κακό για να συγχωρέσω παιδί μου. Ποτέ δεν σε κατηγορήσαμε για κάτι, ούτε εγώ, ούτε ο αδερφός, αλλά ούτε και ο πατέρας σου. Ότι έγινε έγινε, χωρίς να έχει σημασία το πώς και το γιατί. Αν εγώ βρέθηκα εδώ, αυτό ήταν δική μου επιλογή. Είναι μεγάλο βάσανο για μια μάνα να ζει ξέροντας ότι το παιδί της έχει χαθεί. Και ο θάνατος της φαίνεται τότε η μόνη λύτρωση. Να χαίρεσαι που είμαστε και πάλι μαζί με τον αδελφό σου.”

“Τότε γιατί κλαις και δεν γυρίζεις να δω το πρόσωπό σου;”

“Κλαίω για σένα γιέ μου. Γιατί βρίσκεσαι εδώ κι όχι εκεί πάνω όπου ανήκεις. Το πρόσωπό μου δεν θα σε άφηνα να το δεις, ακόμη κι αν ο ίδιος ο Θεός με πρόσταζε. Όχι έτσι όπως είμαι. Θέλω να με θυμάσαι όπως ήμουν. Τώρα δεν έχει μείνει τίποτα απ’ την ανθρώπινη μορφή μου για να δεις.”

“Σε παρακαλώ. Αν ποτέ με αγάπησες, θέλω να σε δω να μου το λες στα μάτια.”

Η μητέρα του χασκογέλασε απογοητευμένη.

“Αν σε αγάπησα! Πάντα αυτή η απορία. Πως γίνεται να μην σε αγάπησα; Είσαι κομμάτι απ’ την σάρκα μου. Κι εσύ και ο αδερφός σου. Το ίδιο θα είχα πονέσει και για σένα, αν ήσουν στη θέση του αδερφού σου εκείνη την μέρα του χαμού. Θα ήμουν εδώ μαζί σου, όπως είμαι τώρα για το Θάνο. Μα να σε αφήσω να δεις την κατάντια μου, αυτό μην μου το ζητάς.”

“Μα τι ειν’ αυτά που λες; Είσαι η μάνα μου και θα σ’ αγαπάω όπως και να είσαι.”

Είπε ο Πέτρος και σηκώθηκε αποφασισμένος να δει το πρόσωπό της. Δεν πρόλαβε να κάνει λίγα βήματα προς το μέρος τους και η Αδεμόνη παρουσιάστηκε απ’ το πουθενά, ανάμεσά τους, τόσο απότομα που έπεσε πάνω της.

“Τι έχουμε εδώ; Απρόσκλητους επισκέπτες βλέπω. Αλλά τι μπορώ να πω κι εγώ; Το δικαιούσαι άλλωστε. Τώρα είμαστε πάτσι. Έπρεπε να με είχες ειδοποιήσει όμως, να φορέσω κάτι πιο άνετο.”

Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε.

“Τι κάνεις εσύ εδώ; Από πού ξεφύτρωσες;”

“Εγώ από πού ξεφύτρωσα; Ωραίο και αυτό! Εδώ είναι τα δικά μου λημέρια. Σε περίμενα πως και πως. Λοιπόν. Πως αισθάνεσαι που βλέπεις τον αδερφό σου ξανά; Μήπως θυμήθηκες την ενοχή σου;”

Η μητέρα του Πέτρου ξέσπασε τρομαγμένη για τον γιό της.

“Πέτρο μην την ακούς. Θα προσπαθήσει να σε…”

Ξαφνικά η μιλιά της κόπηκε. Πάντα με γυρισμένη πλάτη, ανοιγόκλεινε το στόμα χωρίς όμως να βγαίνει ήχος. Η Αδεμόνη έκανε έναν μορφασμό αγανάκτησης, ενοχλημένη που την είχαν διακόψει.

“Λοιπόν τι λέγαμε; Α ναι! Πες μου. Δεν ξέρεις πια ότι έπρεπε να το κάνεις; Κοίτα τους. Και στην άλλη ζωή ακόμη, δεν τους απασχολείς. Είναι μαζί και αυτό τους φτάνει. Εσύ περισσεύεις όπως πάντα. Παραδέξου ότι αυτό ένιωθες κι εκείνη την ημέρα.”

Ο Θάνος ήθελε να ουρλιάξει στον Πέτρο να μην ακούει και να φύγει, αλλά βλέποντας την μητέρα του, καταλάβαινε ότι δεν είχε κανένα νόημα. Οποιαδήποτε προσπάθεια και αν έκανε, θα πήγαινε στράφι.

“Τι τους έκανες; Γιατί βρίσκονται εδώ και γιατί δεν μιλάνε πια;”

“Δεν υπάρχει κανένα κέρδος στο να αλλάζεις θέμα. Αργά η γρήγορα θα βγάλω από μέσα σου τον αληθινό εαυτό σου.”

Τον πλησίασε χαϊδεύοντας το μάγουλό του με το δάχτυλο. Η φωνή της έγινε πιο γλυκιά.

“Έλα τώρα. Μην είσαι τυπικός. Δεν χρειάζεται πια. Το ότι έχει καθιερωθεί ένα παιδί να πρέπει να αγαπά τους γονείς του, είναι καθαρά ανθρώπινο τέχνασμα για να μπορούν οι γονείς να ελέγχουν τα παιδιά τους. Μην αφήσεις κάτι τέτοιο να πνίξει την δικαιοσύνη που απέδωσες. Αλίμονο αν δίναμε έτσι τροφή στους εκμεταλλευτές. Άλλωστε αγάπη δίνεις εκεί που λαμβάνεις. Κι εσύ απ’ ότι ξέρω ποτέ δεν έλαβες.”

Ο Πέτρος κοιτούσε μια την Αδεμόνη και μια τον Θάνο και την μητέρα του.

“Ξέρεις, το να δίνεις την καρδιά σου σε κάποιον και αυτός να την πετά στα σκουπίδια είναι μεγάλη αδικία. Θυσίες, αγάπη, όνειρα, πισωπατήματα και πάλι θυσίες… και όλ’ αυτά γιατί; Για το τίποτα. Για να έρθει κάποιος μιαν ωραία μέρα και να γκρεμίσει όσα με κόπο και μεράκι είχες χτίσει. Μα το χειρότερο όλων, είναι η αχαριστία και μάλιστα όταν την αντιμετωπίζεις από τους ίδιους σου τους γονείς. Καμία αναγνώριση, κανένα χάδι.

Και τώρα που κατάντησες; Να γονατίζεις και να ζητάς συγγνώμη. Συγγνώμη γιατί; Γιατί σε έκαναν πέρα; Ή μήπως επειδή ποτέ τους δεν ήταν εκεί; Ντροπιάζεις τον εαυτό σου, κρύβοντας την αλήθεια. Εξαπατάς το ίδιο σου το είναι. Λύτρωσε την ψυχή σου. Αποδέξου το μίσος σου. Πέταξε από πάνω σου το σεντόνι της υποκρισίας, δεν σε ωφελεί σε τίποτα πια. Έπαιξες και έχασες. Τώρα είναι η ώρα του εξαγνισμού.”

Το πρόσωπο του Πέτρου είχε πάρει μια μαβιά απόχρωση. Κάτω απ’ το μέτωπό του κρυβόταν ένα ηφαίστειο θυμού. Ένιωθε την λάβα του να καίει, σφυροκοπώντας τα μηνίγγια του, ψάχνοντας την έξοδο. Μα τότε ο Θάνος δεν άντεξε άλλο.

“Φύγε επιτέλους, δεν την ακούς ότι σε οδηγεί στα τυφλά; Πάρε τα μάτια σου από πάνω της και απλά γύρνα και φύγε.”

Ο Πέτρος, έδειξε να συνέρχεται ευθύς αμέσως από έναν λήθαργο. Η κόμπρα, είχε ξεφύγει απ’ τον αυλό που την κοίμιζε και τώρα ήταν έτοιμη να επιτεθεί στον φακίρη της. Όμως έτσι απλά, όπως ανοιγοκλείνει ένα μάτι, όλα άλλαξαν. Το μόνο που έμεινε ίδιο ήταν εκείνος και η γεμάτη αινίγματα συνομιλήτριά του, να στέκουν ο ένας απέναντι στον άλλο. Το εσωτερικό της σπηλιάς εξαφανίσθηκε. Τώρα οι δυο τους στέκονταν στην είσοδο της σπηλιάς και από κάτω η θάλασσα μούγκριζε θυμωμένη.

Δυνατός αέρας παρέσυρε τα μαλλιά του Πέτρου στο μέτωπό του. Τα δικά της μαλλιά μαστίγωναν τον αέρα, μπροστά στο πρόσωπό της, αφήνοντας μονάχα δύο γυαλιστερά μάτια να ξεχωρίζουν πίσω απ΄ το μαύρο παραπέτασμα. Ο άλικος ουρανός, είχε δώσει την θέση του σε έναν βαθύ μπλε βραδινό, ουράνιο θόλο, σκεπασμένο με βαριά μαύρα σύννεφα. Κεραυνοί τον διαπερνούσαν, διάσπαρτοι, αφήνοντας πίσω τους πληγές που διαρκούσαν όσο μια εισπνοή. Η στάχτη είχε χαθεί και η ατμόσφαιρα ήταν πεντακάθαρη. Μικρές σταγόνες δρόσισαν το πρόσωπο του Πέτρου. Όλα έδειχναν ότι μια μεγάλη καταιγίδα πλησίαζε. Θα ξεσπούσε δυνατή, από στιγμή σε στιγμή.

“Α! Πολύ πιο ήσυχα εδώ έξω, δε νομίζεις; Όλη αυτή η φασαρία, δεν σε αφήνει να συζητήσεις σαν άνθρωπος ρε παιδί μου, δεν σε αφήνει να σκεφτείς καθαρά.”

Σάρκασε η Αδεμόνη.

“Λοιπόν; Είσαι έτοιμος να έρθεις εκεί όπου ανήκεις; Σε αυτούς που δεν θεωρούν την αλήθεια αδυναμία και είναι υπερήφανοι για τις αποφάσεις τους; Σε αυτούς που δεν κρύβονται πίσω απ’ το δάχτυλό τους, αλλά ξέρουν και διαλαλούν ποιοι είναι;”

Ο Πέτρος κοίταξε τη θάλασσα. Μεγάλα κύματα ορθώνονταν βαθιά, για να σκάσουν στα βράχια λίγα μέτρα μακριά του. Ένιωθε ότι τα κύματα τον έβλεπαν. Θηρία που ορμούσαν στην λεία τους, μα τα εμπόδιζε ένα τείχος. Είχαν βαλθεί να το γκρεμίσουν. Ξαναγύρισε τα μάτια πάνω της.

“Δηλαδή όλ’ αυτά θα τα πετύχω αν αποδεχτώ αυτό που μου ζητάς. Αυτό για το οποίο χρόνια παλεύω μέσα μου να ξεχωρίσω αν είναι αλήθεια η ψέμα.

Λοιπόν κυρά μου, ή ότι άλλο σκατά είσαι, σου έχω νέα. Η απόφαση αυτή θα είναι δική μου. Κανείς δεν θα μου δείξει τι νιώθω. Κι αν θαρρείς ότι επειδή περνιέσαι για ανώτερο όν, ξέρεις τα συναισθήματά μου, λυπάμαι για σένα αλλά έχεις χάσει ήδη. Τώρα σε παρακαλώ, αν δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις μαζί μου, παραμέρισε. Με διέκοψες από μια συζήτηση που, δώδεκα ολόκληρα χρόνια, ήθελα να κάνω και είχα πιστέψει ότι ποτέ δεν θα μπορούσα πλέον.”

Η Αδεμόνη γέλασε και ο ήχος που έβγαλε, έκανε ακόμη και τις πέτρες να τρίξουν.

“Άκουσε, άνθρωπε. Το παιχνίδι με κούρασε. Έχουμε και άλλες μεθόδους πειθούς, που με μεγάλη χαρά μπορώ να χρησιμοποιήσω. Την λέξη «χάνω» δεν την γνωρίζω, ούτε σκοπεύω να την μάθω.”

“Μπα! Και σαν τι μεθόδους δηλαδή;”

Ο Πέτρος ήταν πλέον πολύ σίγουρος με τον εαυτό του. Αν αυτά που είχε πει ο Δράκος ήταν αλήθεια, τότε η ζωή του παρά ήταν πολύτιμη για να την σπαταλήσουν για ένα καπρίτσιο. Η Αδεμόνη όμως δεν απάντησε, αντ’ αυτού, γύρισε τα μάτια προς το πέλαγος. Ο Πέτρος ακολούθησε ενστικτωδώς. Λίγα μίλια μέσα στην θάλασσα, ένα ιστιοφόρο, πάλευε με την κακοκαιρία. Τα φώτα του, καλούσαν σε βοήθεια, πνιγμένα απ’ το σκοτάδι, τον αέρα και την βροχή που τώρα έπεφτε πια δυνατά. H Αδεμόνη συνέχισε να κοιτά το πλοίο.

“Από εμένα είσαι ελεύθερος αν θες να μπεις σε αυτήν την άδεια σπηλιά. Απορώ βέβαια τι περιμένεις πως θα βρεις εκεί μέσα; Δεν υπάρχει τίποτα απ’ αυτά που νομίζεις ότι είδες. Αλλά κάνε όπως θέλεις. Να ξέρεις όμως, ότι κάποιο παιδάκι ήταν πολύ απρόσεκτο.”

Γύρισε ξανά προς τα εκείνον.

“Και ούτε που πήρε χαμπάρι ότι το κεράκι του έχει σβήσει.”

Καθώς έλεγε τις τελευταίες λέξεις, ένα σαρκαστικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.

Στην αρχή ο Πέτρος δεν κατάλαβε τι μπορούσε να σημαίνει αυτός ο καινούργιος γρίφος. Γρήγορα όμως τα μάτια του γούρλωσαν και κοίταξαν έντρομα ψηλά, προς την μεριά του φάρου. Κανένα φως δεν χτένιζε τον συννεφιασμένο ουρανό.

Ο φάρος είχε σβήσει.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X