του Λευτέρη Μπάιλα

Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε γνωρίζω παλληκάρι μου. Έχω ακούσει τόσα για σένα από τους ντόπιους εδώ και με έτρωγε η περιέργεια. Από πρώτη κοψιά βλέπω ότι τα λόγια σε αδικούσαν.”

Και η δική σου φήμη όμως δεν πάει πίσω. Ένα απόγευμα αρκούσε για να μου κινήσει την περιέργεια ο θειός μου.”

Ο Πέτρος ανακάλυψε ότι χαιρόταν τον γέρο. Μακριά μαλλιά στόλιζαν το μικρό κεφάλι, άσπρα σαν το χιόνι. Κι όμως τόσο πυκνά. Το πρόσωπό του στενό, λιπόσαρκο με ένα μυτερό πηγούνι που πρόβαλλε μέσα από δύο πυκνές λευκές φαβορίτες και άγρια γένια. Παρά την υποψία της πρωινής δροσιάς, ο Δράκος ήταν λιτά ντυμένος. Ένα μάλλινο καρό πουκάμισο με σηκωμένα μανίκια μέχρι το εσωτερικό των αγκώνων και ανοιχτό στο στέρνο. Ένα φθαρμένο από την αλμύρα παντελόνι στερεωμένο πάνω από το πουκάμισο με ένα ζωνάρι και μια πίπα σκαλιστή στα χείλη, που είχε σβήσει παραμελημένη από τη δουλειά. Αυτά ήταν όλος κι όλος ο Δράκος. Μικρός, σκυφτός και απέριττος γεράκος. Ένας άνθρωπος που ένιωθες ότι είχε πιεί τη ζωή μέχρι τελευταίας ρανίδας.

Μα σίγουρα είναι σόι σου μωρέ Κωσταντή; Αυτός είναι δύο φορές σαν και σένα σε ομορφιά και ανάστημα.”

Ο Καπετάνιος κοίταξε θυμωμένα τον δράκο και κάτι γρύλισε μέσα από τα δόντια του παρεξηγημένος, αλλά κανείς δεν κατάλαβε τί. Ο γέρος έμπηξε τα γέλια.

Έλα μωρέ, παρεξηγήθηκες; Σε πειράζω. Απλά πρέπει να χωνέψουμε πια ότι γεράσαμε Κωσταντή. Τα φάγαμε τα ψωμιά μας.”

Μωρέ εγώ το ξέρω ότι γέρασα. Εσύ όμως δεν βλέπω να θες να το πάρεις χαμπάρι. Όπως σε άφησα, έτσι σε βρίσκω. Και δεν μας λες και το μυστικό σου.”

Δεν υπάρχει μυστικό. Το μυστικό είναι εδώ.”

Ο Δράκος έδειξε την καρδιά του.

Αν ακούς τι λέει αυτό. Όλα κυλούν πιο αργά και πιο στρωτά.”

Ο Κωσταντής κούνησε με συγκατάνευση το κεφάλι του.

Λοιπόν παλληκάρι μου. Για να μην μας πάρει το απόγιομα, βάλε ένα χεράκι να ξεφορτώσουμε και να φύγουμε μια ώρα νωρίτερα. Εκτός από την Ψαθούρα έχω κι άλλες δουλειές. Και δεν μου αρέσει να καθυστερώ.”

Ο Πέτρος υπάκουσε πρόθυμα κι αφού ακούμπησε τα πράγματά του μέσα στο καΐκι άρχισε να ξεφορτώνει ότι είχε απομείνει. Δεν είχε περάσει μιάμιση ώρα όταν έλυσαν τους κάβους και ξεκίνησαν. Ο Κωσταντής ικανοποιημένος χαιρετούσε το σκάφος που απομακρυνόταν απ’ το μόλο τον είχε αφήσει σε καλά χέρια.

Ένα ελαφρύ αεράκι άρχισε να χαϊδεύει το πρόσωπό του Πέτρου πού τώρα καθόταν πλώρα, παρατηρώντας την ρυτιδιασμένη θάλασσα. Άκουσε τον Δράκο να φωνάζει καθώς χαιρετούσε κάποιον την ώρα που περνούσαν το έμπα του λιμανιού. Ένα βαρκάκι γυρνούσε από ολονύκτιο ψάρεμα. Δεξιά, ο μικρός φάρος του λιμανιού σβηστός. Λυπημένος φύλακας που έβλεπε τόσα καΐκια να πηγαινοέρχονται αλλά αυτός πάντα έμενε ξωπίσω.

Το σκάφος πήρε κατεύθυνση βορειοδυτική. Η μηχανή ρυθμικά έβγαζε έναν υπόκωφο ήχο και η πλώρη χάραζε την επιφάνεια του νερού, για να πλατύνει το άνοιγμα στην πρύμη. Έτσι αρμένιζε το καΐκι του Δράκου και χάραζε την πορεία του στο δέρμα της θάλασσας. Το μονοπάτι όμως έσβηνε μετά από λίγη ώρα. Η θάλασσα δεν πρόδιδε ποτέ προς τα πού ταξιδεύεις. Μόλις απομακρυνόταν το σκαρί, φρόντιζε να σβήσει συνωμοτικά το πέρασμά του. Κι έτσι όπως το σκάφος ταξίδευε, ένας γλάρος που πετούσε σε μεγάλο ύψος, δεν θα το ξεχώριζε από ένα καρυδότσουφλο.

Άσε ένα φυλλαράκι ελιάς πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας και κοίτα το από το ύψος σου. Άσε μετά ένα καΐκι και κοίτα το απ’ την κορυφή ενός λόφου. Άφησε τέλος μια γαλέρα με τέσσερα κατάρτια και εξήντα κανόνια και κοίταξέ την ενώ κάθεσαι σε ένα αφράτο σύννεφο. Πάντα το μόνο που θα βλέπεις είναι ένα φυλλαράκι στην απεραντοσύνη. Μα μόλις κατέβεις απ’ το σύννεφο, θα τα ξεχάσεις όλα και δεν θα βλέπεις παρά μονάχα μέχρι εκεί που φτάνει η μύτη σου και θα καυχιέσαι ότι είσαι τρανός.

Ο γέρος, αφού είχε τελειώσει το αλώνισμα του για να διαπιστώσει ότι όλα ήταν στη θέση τους και τα σχοινιά νεταρισμένα, άναψε και πάλι την πίπα του, έκατσε στο διάκι και παρατηρούσε τον Πέτρο να χαζεύει το νερό.

Δύο δελφίνια δεν άργησαν να πεταχτούν στα δεξιά του καϊκιού και να αρχίσουν τα σάλτα το ένα μετά το άλλο σαν έμπειροι ακροβάτες. Η συνοδεία κράτησε αρκετή ώρα με τα δελφίνια να παίζουν πότε δεξιά, πότε αριστερά του σκάφους και τους επιβάτες να τα χαζεύουν με ευχαρίστηση. Αφού τα ζωντανά κουράστηκαν, βούτηξαν μια τελευταία φορά και κολύμπησαν γοργά μπροστά στην πλώρη, συναγωνιζόμενα το σκάφος. Ο Πέτρος είχε σκύψει και τα παρακολουθούσε με απλωμένο το χέρι μήπως και καταφέρει να αγγίξει κάποιο, μέχρι που αυτά άρχισαν να βυθίζονται στα σκοτάδια του βυθού.

Απογοητευμένος, αποφάσισε ότι ήταν μάταιο να περιμένει άλλο και έκανε να ανασηκωθεί. Χωρίς να πάρει είδηση πότε έγιναν όλα, το χέρι του βρέθηκε γαντζωμένο από ένα άλλο λευκό κοκκαλιάρικο χέρι που ξεπρόβαλε μέσα από το νερό. Το δέρμα έλειπε σε ορισμένα σημεία τόσο, ώστε ξεχώριζες τα κόκκαλα να ασπρίζουν γυμνά. Τρομαγμένος ο Πέτρος έβαλε και το δεύτερο του χέρι μηχανικά για να απεγκλωβίσει το πρώτο. Τότε ήταν που σάστησε εντελώς όταν λίγα χιλιοστά κάτω από την επιφάνεια, ξεχώρισε το πρόσωπο του Θάνου να τον κοιτάει με μάτια γεμάτα τρόμο.

Γύρνα πίσω!”

Αυτό είπε μόνο ο Θάνος, φτύνοντας νερό καθώς μιλούσε και η λαβή του χαλάρωσε, ενώ παράλληλα το πρόσωπό του άρχισε πάλι να χάνεται στο βυθό. Χέρια σαπισμένα, κολλημένα σε αόρατα σώματα τον είχαν πιάσει βίαια και τον έσερναν μαζί τους πίσω στο έρεβος. Ο Πέτρος βύθισε βαθύτερα το χέρι, αλλά το μόνο που μπορούσε να πιάσει ήταν νερό, που γλιστρούσε γρήγορα μέσα από την άδεια του παλάμη. Γρήγορα επανήλθε στην πραγματικότητα. Ήταν πάλι καθισμένος στην πλώρη και ο Δράκος εκεί που τον είχε αφήσει, με την πίπα του να αχνίζει. Κοίταξε την κουπαστή. Στεγνή όσο και τα χέρια του.

Τι έπαθες;”

Ο Πέτρος κοίταξε τον γέρο με ένα βλέμμα τρόμου και απορίας και δεν μίλησε.

Με ακούς μωρέ; Καλά είσαι;”

Ναι, ναι. Μια χαρά.”

Μια χαρά! Εσύ έχεις πανιάσει λες και είδες φάντασμα. Κάτσε να σου φέρω λίγο νερό να πιείς.”

Ο Δράκος μπήκε μες την καμπίνα και σε λίγο γύρισε με μια κούπα νερό.

Αν είναι έτσι, που πας ξυπόλητος στ’ αγκάθια; Εκεί θέλει κότσια. Έχει μοναξιά και δύσκολους καιρούς να αντιμετωπίσεις. Εγώ είχα ακούσει ότι είσαι γερό σκαρί.”

Δεν έχω τίποτα. Απλά είχα καιρό να βγω στη θάλασσα και ένιωσα μια μικρή αδιαθεσία. Να! Πέρασε τώρα. Σαν να μην συνέβη τίποτε!”

Στο μυαλό του Πέτρου γύριζαν σκέψεις με ταχύτητα ανεμοστρόβιλου. Σκιές που φορούσαν κουρέλια. Άπιαστες. Το βλέμμα του είχε χαμηλώσει από το ψέμα που μόλις είχε πει. Πότε ζούσε την αλήθεια και πότε το ψέμα; Είχε αρχίσει να μην μπορεί να ξεχωρίσει. Σκεφτόταν ταυτόχρονα τις ιστορίες του γέρου στο χάνι και της Ορτανσίας, οι φωνές που νόμιζε ότι άκουσε εκείνο το βράδυ. Ή μήπως όχι; Τα νερά στην αυλή του πριν ένα μήνα περίπου. Τελικά τί ήταν αλήθεια και τί όχι; Τί υπάρχει και τί όχι;

Μόνο η ψυχή υπάρχει.”

Είπε ο Δράκος με σκοπό να σπάσει την ενοχλητική σιωπή.

Ο Πέτρος γύρισε εμβρόντητος με γουρλωμένα μάτια.

Τί είπες;”

Λέω. Μόνο η ψυχή υπάρχει.”

Σχόλια

X