του Λευτέρη Μπάιλα

Μερικά δώρα, η φύση τα δίνει απλόχερα. Και το μόνο που έχει να κάνει ο άνθρωπος για να τα απολαύσει είναι να βάλει τη φαντασία του να δουλέψει. Παρακινούμενος δε και από το ένστικτό του, μπορεί να κάνει θαύματα. Μπορεί για παράδειγμα, ακόμη και να αναγκάσει τους άλλους ανθρώπους να γίνουν δούλοι της τέχνης του.

Λίγοι άνθρωποι όμως συνδυάζουν ένστικτο και φαντασία μαζί και η Ορτανσία Κοσύφη ή κατά κόσμον, Κοτσιφού, ήταν μία από αυτούς. Κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει τα μυστικά της μαγειρικής της και όπως κάθε τι που δεν καταλαβαίνει κανείς το λατρεύει, σαν μια εύκολη λύση απελπισίας, έτσι και οι συγγενείς και φίλοι της, λάτρευαν τα φαγητά της. Ο ηπιότερος χαρακτηρισμός, που μπορούσε το φτωχό ανθρώπινο λεξιλόγιο να προσδώσει στα δημιουργήματα αυτής της γυναίκας, ήταν, μαγεία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι λέξεις “μαγεία” και “μαγείρεμα” δεν απέχουν, παρά τρία γράμματα, ενώ οι λέξεις “μαγείρισσα” και “μάγισσα” όχι μόνο είναι τρομακτικά ομόηχες, αλλά και παραπέμπουν σε τελείως παρεμφερή άτομα. Και οι δύο κυρίες, “κάτι μαγειρεύουν” για να σαγηνεύσουν ανυποψίαστα θύματα.

Η Ορτανσία ήταν ο ορισμός της καλής νοικοκυράς. Εξαίσια μαγείρισσα, πιστή γυναίκα, αρχόντισσα στο σπίτι της, αεικίνητη και μ’ όλα ταύτα εξοπλισμένη με τόσο λίπος ώστε να δικαιολογεί την φήμη της στο ταλέντο που διαθέτει.

Το σπίτι της πάντα φρεσκοασβεστωμένο με τη στέγη να μην έχει στερηθεί ποτέ ούτε μισό κεραμίδι. Στο εσωτερικό του, τα έπιπλα, όλα ανεξαιρέτως, ντυμένα με πλεκτά δικής της επινόησης, θυμίζουν παρανυφάκια που έχουν τσινήσει με τα ανούσια ρούχα που τα έχουν αναγκάσει να φορέσουν. Είναι τόσο απελπιστικά πολλά τα διάφορα πετσετάκια, ώστε πολλάκις έχουν γίνει αιτία διενέξεων όταν ο καπτα’ Κωσταντής στην προσπάθειά του να ανοίξει κάποιο συρτάρι, για να πάρει τα ψαρικά του φερ’ ειπείν, καταλήγει να βλαστημάει την τύχη του, είτε επειδή διαπίστωσε ότι το συρτάρι έχει μαγκώσει εξ’ αιτίας του πλεκτού, είτε επειδή έφερε κάτω κάποιο βάζο ή γυαλικό, μαζί με το σεμεδάκι, που με τόση χάρη αλλά και έλλειψη ουσίας, στόλιζε το κομό. Ακόμη και πάνω στο πικεδένιο κουβερτάκι του ψηλού, σιδερένιου κρεβατιού τους, αναπαυόταν ένα ρομβοειδές πλεκτό με μπόλικα κρόσσια, στις τρύπες του οποίου πολλές φορές σφήνωναν τα δάκτυλα των ποδιών του καπτα’ Κωσταντή, με αποτέλεσμα να βρίζει μόλις ξυπνήσει. Ότι καλύτερο ένα καβγαδάκι για πρωινή έγερση γεμάτη ενέργεια. Μετά ο καφές ήταν περιττός. Ακόμη και για τους γείτονες. Με τόσες αψιμαχίες καθημερινά, κανείς, που δεν τους ήξερε, δεν θα πόνταρε ότι οι δυο τους ήταν ακόμη ερωτευμένοι, πράγμα που όλοι οι οικείοι τους όμως γνώριζαν.

Όπως όλο της το σπίτι, έτσι και η κουζίνα της γυαλίζει από καθαριότητα. Τα πάντα είναι τακτοποιημένα με απόλυτη τάξη, με σειρά προτεραιότητας καθορισμένη από γυναικεία λογική. Τα κατσαρολικά, τα σερβίτσια, οι πετσέτες, οι γκαζιέρες που τροφοδοτούνται από δοχεία πετρελαίου, οι γλάστρες της, τα πάντα εν τάξει. Ασφαλώς στα δύο παραθυράκια υπάρχουν στολισμένες, δεμένες σαν κοτσιδάκια μικρού κοριτσιού, δύο πλεκτές κουρτίνες που έχει πλέξει με τα χεράκια της. Τα παράθυρα, καθώς και η μικρή ξύλινη πόρτα, κοιτούν σε μια μικρή αυλή στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η αυλή αυτή, καθώς και η κουζίνα, αποτελούν το ΑΒΑΤΟ του σπιτιού. Για να πατήσει κανείς το πόδι του σε αυτά και πολύ περισσότερο, για να αγγίξει οποιοδήποτε αντικείμενο βρισκόταν μέσα σε αυτά, πρέπει να έχει ειδική άδεια από την ίδια. Ακόμη κι όταν ο παππάς έρχεται κάθε πρώτη του μηνός για το καθιερωμένο ευχέλαιο, δεν τον αφήνει να περάσει το κατώφλι. Προσπαθεί κάθε φορά να ραντίσει όλα τα σημεία του χώρου από την πόρτα, με ένα βρεμένο ματσάκι, από βασιλικό συνήθως, που το έχει πρώτα βαπτίσει στα άγια νερά μιας τσανάκας, τα οποία μόνος του έχει μετατρέψει σε άγια, βουτώντας το ξύλινο ομοίωμα του εσταυρωμένου και έχει πει τα απαραίτητα μαγικά του λόγια.

Μόνο οι δύο γάτες της, οι κόρες της, έχουν την ισόβια άδεια να περιφέρονται μέσα στην κουζίνα και το κηπάκι, ανενόχλητες. Ακόμη κι αυτές είναι τόσο καθαρές, που νομίζεις ότι τις είχε κάνει ειδική παραγγελιά στην μητέρα φύση. Δύο μεταξένιες γάτες, με μαύρες ρίγες που δίνουν την εντύπωση ότι φορούν στολή κρατουμένου και την ακολουθούν σε κάθε της δραστηριότητα. Όταν εκείνη μαγειρεύει, αυτές χαϊδεύονται στα πόδια της. Όταν εκείνη πλέκει, εκείνες κάθονται, ζεσταίνοντας εναλλάξ, τα γόνατα και τα δάκτυλα των ποδιών της. Και όταν εκείνη είναι στο κηπάκι της, είναι κι εκείνες εκεί, ικανοποιώντας βασικές τους βιολογικές ανάγκες.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X