του Λευτέρη Μπάιλα

Είχε πια πέσει η νύχτα όταν βγήκε από το λιμεναρχείο και σκέφτηκε ότι ήταν καλύτερα να μην γυρίσει αμέσως στον Πάνορμο. Άρχισε να περπατά στα στενά σοκάκια ψάχνοντας ένα μέρος όπου μπορούσε να περάσει τη νύχτα. Τα δρομάκια ήταν έρημα. Που και πού ο αέρας βουτούσε ανάμεσά τους βουίζοντας και κουνώντας τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών. Το μάλωμα των κεραμιδόγατων σερνόταν σαν μοιρολόι, που έψαχνε να σε βρει, μέσα στα στενά. Φαναράκια στις γωνιές ταλαντεύονταν ελαφρά στην ανάσα του αέρα και προσπαθούσαν μάταια να μπήξουν τις ακτίνες τους στο κρύο.

Τελικά ο Πέτρος βρέθηκε μπροστά σε ένα χάνι με την επιγραφή «Η ΤΡΥΠΑ». Καθώς έμπαινε, η μύτη του μπούκωσε από την βαριά μυρωδιά της πίπας. Είχε καιρό να μυρίσει καπνό και τα μάτια του δάκρυσαν. Αρκετοί από τους θαμώνες τον περιεργάστηκαν καθώς έμπαινε και αμέσως η βαβούρα έδωσε τη θέση της στους ψιθύρους. Ο Πέτρος ούτε που ενοχλήθηκε. Προχώρησε ακάθεκτος προς την ξύλινη μπάρα και ακούμπησε το σακίδιό του. Χτύπησε παλαμάκια και φώναξε.

Κατάστημα!”

Μετά από λίγο ξεπρόβαλε από την πόρτα, που βρισκόταν πίσω από την μπάρα, μια ψηλή κοπέλα με ροδαλά μάγουλα, φορώντας μια ποδιά μάγειρα και κρατώντας ένα δισκάκι με ένα καραφάκι και μεζέδες.

Σε μισό λεπτό είμαι στη διάθεσή σας.”

Είπε η κοπέλα και προχώρησε προς τα τραπέζια.

Τα μαύρα της μαλλιά ήταν πιασμένα σε αλογοουρά, που πήγαινε πέρα δώθε καθώς περπατούσε. Τα δάκτυλά της ήταν κόκκινα σαν να καθάριζε παντζάρια και τα σκούπιζε στην ποδιά της. Σε λίγο ήταν πίσω από την μπάρα όπως είχε υποσχεθεί.

Στη διάθεσή σας. Τι θα θέλατε;”

Η διάθεσή μας τραβάει ένα ποτηράκι τσίπουρο.”

Της χαμογέλασε ο Πέτρος κι εκείνη ανταπέδωσε.

Αμέσως. Και με το καλύτερο μεζέ που διαθέτει το κατάστημα.”

Ο Πέτρος είχε καταλάβει εξ’ αρχής ότι της άρεσε. Και γιατί όχι άλλωστε. Ήταν ένας άντρας, τριάντα οχτώ χρονών, με βαθιά μελιά μάτια, κατάμαυρα κοντά μαλλιά και κοντοκουρεμένο μούσι. Η θάλασσα τον είχε μεγαλώσει, χαρίζοντάς του απλόχερα μια γεροδεμένη κορμοστασιά που ξυπνούσε ρίγη στις κοπελιές που τον αντίκριζαν. Ήταν αυτό που είχε ακούσει να λέει μια φίλη της θείας του, κάποτε, «Μπουκιά και σχώριο».

Η κοπέλα έφερε το τσίπουρο και ένα περιποιημένο μεζέ, που αποτελούνταν από κασέρι, λίγη γούνα και ελιές. Πήρε ένα πανί και βάλθηκε να σκουπίζει ποτήρια ρίχνοντας κλεφτές ματιές. Αφού κατέβασε δυο γερές γουλιές και τσίμπησε λίγο απ’ το μεζεδάκι του, ο Πέτρος, απευθύνθηκε πάλι στην κοπέλα.

Μήπως ξέρεις κανένα δωματιάκι να περάσω τη νύχτα;”

Αν ξέρω λέει; Αυτό που ψάχνεις βρίσκεται ακριβώς από πάνω σου. Διαθέτουμε και κρεβάτια. Αρχή του πατέρα μου είναι να παρέχουμε όλες τις ανέσεις στους διαβάτες. Και για τους καλούς πελάτες, έχουμε τα καλύτερα κρεβάτια.”

Ναι αλλά εγώ δεν είμαι καλός πελάτης.”

Χαμογέλασε ο Πέτρος κατεβάζοντας μια γουλιά.

Καλέ πως δεν είσαι. Εσύ κι αν είσαι.”

Ωραία. Ετοίμασε μου ένα κρεβάτι γι απόψε λοιπόν.”

Έφαγε το τελευταίο κομμάτι από την γούνα του και ξαναγέμισε το ποτήρι του. Έκλεισε το μάτι στην σερβιτόρα και προχώρησε για να κάτσει σε ένα τραπέζι.

Δύο τραπέζια πιο πέρα από κει που είχε καθίσει, συζητούσαν δύο γέροι. Ο ένας σχεδόν καραφλός με λίγες μόνο τρίχες να καλύπτουν τον σβέρκο του και το πρόσωπό του καλυμμένο με άσπρα γένια δύο ημερών. Ο άλλος με κοντό, φουντωτό μαλλί που δεν επέτρεπε στην τραγιάσκα του να ακουμπήσει καλά στο κεφάλι του. Ελάχιστα δόντια πρόβαλλαν μέσα από τα λεπτά του χείλη και περισσότερα σάλια έβγαιναν από το στόμα του, καθώς μιλούσε με ένταση σαν να ανακοίνωνε κάτι τρανό, παρά φθόγγοι. Μιλώντας πιτσιλούσε τον ακροατή του που άκουγε με ανοιχτό το στόμα, απόλυτα προσηλωμένος. Είχε ανεβάσει τα μανίκια του καρό πουκαμίσου του και κουνούσε τη μαγκούρα του αδέξια καθώς μιλούσε.

Ο Πέτρος έστησε αυτί, άθελα του, για να ακούσει τι έλεγαν οι δύο γέροι, παρακινούμενος από την ένταση που παρουσίαζε αυτή, η μονομερής, συζήτηση. Δεν χρειαζόταν να καταβάλει και πολύ προσπάθεια για να ακούει, καθώς ο ομιλών φώναζε αρκετά, είτε επειδή αυτά που έλεγε ήταν τόσο σημαντικά, είτε επειδή η ηλικία του δεν του επέτρεπε να ακούει πόσο φώναζε.

Η θάλασσα έβγαλε πλοκάμια λένε. Πλοκάμια καμωμένα από νερό και τσάκισε το καράβι, που συνόδευε αυτό που βρισκόταν ο Πάπας, σαν να ήταν τσόφλι αβγού. Ο Πάπας κράτησε στα χέρια το σταυρό του σφιχτά και άρχισε να προσεύχεται. Τα πλοκάμια αφού αποτελείωσαν το πρώτο καράβι άρχισαν να καλπάζουν προς το άλλο. Πολλοί Έλληνες ναυτικοί που επέβαιναν τότε στο πλοίο, λένε ότι θα ορκιζόντουσαν ότι είδαν δαίμονες καβάλα στα πλοκάμια. Δαίμονες φτιαγμένους από φύκια που στριφογυρνούσαν σαν φίδια πάνω τους και στη θέση των ματιών τους φώλιαζαν φωτιές.”

Γούρλωσε τα μάτια.

Άλλοι πάλι λένε ότι είδαν πανέμορφες γυναίκες, ολόγυμνες να ξεπροβαίνουν μέσα από τα νερά και να γελούν σατανικά. Ύστερα άρχισαν να βγάζουν τσιρίδες. Τόσο δυνατά ούρλιαζαν, που τα ξάρτια έσπασαν και τα πανιά σωριάστηκαν πάνω στο κατάστρωμα, αναγκάζοντας το σκαρί να κόψει τη φόρα του. Τότε κάποιος άκουσε τον Πάπα να λέει «Αμήν» και εμφανίστηκε μια λάμψη από τα σκοτάδια, ψηλά, σαν να άνοιξαν οι ουρανοί. Μια δυνατή ριπή ανέμου χίμηξε κάθετα πάνω στο νερό βουίζοντας και παρέσυρε μαζί της τα πλοκάμια και όλο το συρφετό τους, ώσπου χάθηκαν μέσα σε μια μεγάλη δίνη. Το καράβι όμως δεν άντεξε στα τραντάγματα και διάλυσε. Το ξημέρωμα οι κάτοικοι της Καριάς βρήκαν τον Πάπα λιπόθυμο σε μια περιοχή που την ονομάζουν Απόκοφτο. Λίγοι ακόμη γλίτωσαν για να μπορούν να επιβεβαιώνουν σήμερα αυτή την ιστορία. Όταν ο Πάπας συνήλθε, πήγε ξανά στο μέρος που ξεβράστηκε και έκανε μια τελετή. Ζήτησε από τους κατοίκους μάλιστα να ονομαστεί ο φάρος που βρισκόταν κοντά ως «Φάρος Πάπας». Τόσο μεγάλη ήταν η χάρη του Θεού που…”

Ο γέροντας δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του, καθώς δυνατά γέλια τον διέκοψαν. Γύρισε και κοίταξε τον Πέτρο. Το ίδιο έκανε και ο συνομιλητής του έχοντας ακόμη το στόμα ανοιχτό.

Με συγχωρείς παππούλη.”

Είπε ο Πέτρος.

Άκουγα χωρίς να θέλω, αλλά δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Ελπίζω να μην πιστεύεις αυτές τις μπούρδες. Ιστορίες για να τρων τα μικρά παιδιά όλο τους το φαί είναι αυτά.”

Και πως εξηγείς το όνομα του φάρου;”

Το πιο πιθανό για μένα παππούλη είναι ότι μια φορά έτυχε να επισκεφθεί το νησί ένας τόοοσο μεγάλος μουσαφίρης, που ο δήμαρχος το θεώρησε τεράστια τιμή και για να έχει να το δείχνει, έδωσε αυτή την ονομασία στο φάρο. Και όσο για τα πλοκάμια που λες, αυτά μάλλον θα ήταν εκείνα που κατέληξαν ψητά και ζουμερά στην κοιλάρα του Πάπα.”

Μπορεί και να είναι όπως τα λες παλληκάρι μου, αλλά εγώ έχω μιλήσει με ναύτη από το πλοίο αυτό. Ο άνθρωπος αυτός ποτέ του δεν πίστευε. Από τότε όμως έχει γίνει ο πιο θεοσεβούμενος άνθρωπος που ξέρω. Κι όποτε πλησιάζει τη θάλασσα αρχίζει και τρέμει. Βγάζει το κομποσκοίνι του από την τσέπη και αρχίζει να σταυροκοπιέται και να ευχαριστεί τον μεγαλοδύναμο που ακόμη ζει. Αλλά μπορεί απλά να είναι και τρελός. Μπορεί ακόμη να έκοψε και μοναχός του το αριστερό του πόδι για να ισχυρίζεται, ότι το κομμάτι που ήταν δεμένη η μια άκρη του αρμιδιού, εκτινάχτηκε τόσο δυνατά ώστε το αρμίδι, σαν χορδή τεντωμένο, του το έκοψε λίγο πιο πάνω από το γόνα, χωρίς να καταλάβει τίποτα. Μέχρι που καθώς έτρεχε για να αποφύγει τα άλμπουρα που έπεφταν, σωριάστηκε στην κουβέρτα, μην ξέροντας γιατί έπεσε. Μπορεί όμως και αυτές οι αναθεματισμένες γυναίκες να βγουν κάποια νύχτα στις παραλίες και να αρχίζουν να γελούν. Και τότε….”

Έσκυψε μπροστά και κάρφωσε τα μάτια του στα μάτια του Πέτρου.

Τότε εγώ κι εσύ να ευχόμαστε να είχες εσύ το δίκιο.”

Ο Πέτρος ήπιε την τελευταία γουλιά από το τσίπουρό του και ακούμπησε δυνατά το ποτήρι στο τραπέζι. Σκούπισε τα χείλια του με την ανάστροφη της παλάμης του και κοίταξε τον γέροντα στην αρχή και στην συνέχεια τον άλλο γέρο που είχε μείνει ακόμη με το στόμα ανοιχτό.

Χασκογέλασε σαν να είχε λόξιγκα.

Αυτός έτσι γεννήθηκε;”

Ρώτησε σαρκαστικά, αλλά ο γέρος δεν απάντησε.

Χωρίς να πει άλλη κουβέντα σηκώθηκε και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες για το δωμάτιο που του είχε ετοιμάσει η μικρή. Στάθηκε λίγο στη σκάλα και ξανακοίταξε το γαλήνιο βλέμμα του γέροντα. Χασκογέλασε ακόμη μια φορά και ανέβηκε πάνω.

Το δωμάτιο ήταν λιτό. Περιείχε ένα κρεβάτι δίπλα σε ένα παράθυρο που κοιτούσε στη θάλασσα, ένα κομοδίνο δίπλα του και μια καρέκλα στον απέναντι τοίχο σαν να την είχαν βάλει τιμωρία. Πέταξε το σάκο του κάτω, την πατατούκα του στην καρέκλα και αφέθηκε να πέσει στο κρεβάτι. Τα σεντόνια μοσχοβολούσαν φρεσκοπλυμένα και μόλις τα μύρισε, του ήρθε στο νου ο κόρφος της κοπέλας, του χανιού που τα είχε πλύνει. Φύσηξε το λύχνο πάνω στο κομοδίνο για να σβήσει.

Κάτω οι φωνές και οι ήχοι από τα πιατικά όλο και μειώνονταν. Σε λίγη ώρα τίποτε άλλο εκτός από το κυματάκι που έσκαγε στον μώλο δεν ακουγόταν. Για ακόμη μια φορά αποκοιμήθηκε με το βλέμμα στο παράθυρο. Ένας ύπνος αρκετά βαθύς. Τόσο βαθύς όσο επέβαλε η κούραση της ημέρας. Ένας ύπνος χωρίς όνειρα. Ένας ύπνος μόνο με ήχους. Ήχους που έκαναν την ράχη σου να καμπουριάζει.

Μέσα στον ύπνο του νόμισε ότι ο αέρας έφερνε ουρλιαχτά από τη θάλασσα.

Σχόλια

X