του Λευτέρη Μπάιλα

Ο Πέτρος είχε μείνει να χαμογελάει. Το χαμόγελο έσβησε στη σκέψη τις χθεσινοβραδινής οπτασίας, γιατί στο καθαρό φως της ημέρας έτσι φαινόταν τα χθεσινά γεγονότα, σαν όνειρο. Τότε μόνο γύρισε και είδε στάμπες από αλάτι κάτω από την ψάθινη καρέκλα της αυλής, σαν να είχε στεγνώσει εκεί θαλασσινό νερό.

Κατά το σούρουπο ήδη έφτανε στη χώρα. Έβλεπε τα άσπρα σπιτάκια με τις πορτοκαλόχρωμες, κεραμιδένιες σκεπές να στέκουν συνωστισμένα το ένα πάνω απ’ το άλλο αγναντεύοντας το λιμάνι. Τα νερά του λιμανιού έμοιαζαν εντελώς ακίνητα και μόνο μια μικρή βάρκα στην εμπατή εκείνη την ώρα, που άφηνε πίσω της ένα ασημένιο μονοπάτι το οποίο άνοιγε καθώς απομακρυνόταν από αυτή, πρόδιδε το υγρό.

Είχε καιρό να κατέβει εκεί από τον Πάνορμο και συνειδητοποίησε ότι είχε πεθυμήσει το μικρό χωριό. Θυμήθηκε τότε που έρχονταν με τον Θάνο για να πουλήσουν τα ψάρια τους. Είχαν να το κάνουν οι σκοπελίτες με την τύχη αυτών των δύο αγοριών. Αλλά όλοι οι ψαράδες ήξεραν ότι η τύχη στην ψαριά δεν ήταν τίποτε άλλο, από το αποτέλεσμα υπομονής και ικανότητας. Καλάριζαν ακόμη και όταν ο καιρός προειδοποιούσε για άσχημες αλλαγές. Η βροχή δεν τους ήταν ποτέ εμπόδιο και η νύχτα πιο πολύ σύμμαχός τους ήταν, παρά κίνδυνος. Το αποβόρι άρχισε να του δροσίζει το πρόσωπο, ένδειξη ότι η νύχτα θα ήταν παγερή.

Σταμάτησε το βήμα του και κοίταξε το λιμεναρχείο. Ένα ακόμη λευκό κτήριο, μεγαλύτερο από τα άλλα, με γκρίζα στέγη και μπλε παράθυρα. Στεκόταν μπροστά στο λιμάνι. Ένα τέτοιο κτήριο δεν μπορούσες να το χάσεις στα σίγουρα. Φάνταζε σαν μεγάλη Ιτιά στην άκρη ενός ξερού χωραφιού. Μπροστά στον μόλο είχαν δέσει καΐκια και βάρκες με τα πανιά μαζεμένα στα άλμπουρα.

Σκέφτηκε ότι ο θειός του είχε δίκιο. Δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει έτσι. Και αν κρίνει από τα χθεσινά, είχε ήδη αρχίσει να χάνει το μυαλό του. Η δουλειά στο φάρο ήταν κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του. Μια ήσυχη δουλειά που το μόνο που απαιτούσε ήταν να αντέχεις στη μοναξιά. Ησυχία όση επιζητούσε, η οποία είχε το πλεονέκτημα, εκτός των άλλων να συνοδεύεται και από ένα καλό χαρτζιλίκι.

Κατηφόρισε το μονοπάτι και σε λίγα λεπτά βρέθηκε να περπατάει στον μόλο. Γέμισε τα πνευμόνια του με ιώδιο παίρνοντας βαθιές ανάσες και το μυαλό του μυρμήγκιασε. Έφτασε στην μεγάλη κεντρική πόρτα του λιμεναρχείου και σταμάτησε. Στάθηκε για λίγο αναποφάσιστος και τελικά σήκωσε το ρόπτρο, που ήταν ένα μεταλλικό χέρι, με τα δάχτυλά του να κρατούν μια πέτρα. Το ανεβοκατέβασε δύο τρείς φορές πάνω στην πόρτα. Η αντήχηση στο εσωτερικό του κτηρίου έμοιαζε σαν χτύπημα στα βαθιά ενός κουφαριού πλοίου, λες και το κτήριο ήταν άδειο μέσα. Ένα μεγάλο άδειο κουτί. Έκανε ένα βήμα πίσω και περίμενε.

Σε λίγο ακούστηκαν γρατζουνίσματα στην πόρτα και ένα κλειδί που γύριζε μέσα στον αφαλό της κλειδαριάς. Το πόμολο γύρισε και η πόρτα άρχισε να ανοίγει με ένα ελαφρύ τρίξιμο. Παρουσιάστηκε ένας νέος σχετικά άντρας, αρκετά πιο κοντός από τον Πέτρο που φορούσε ένα άσπρο παντελόνι και ένα μισοφορεμένο άσπρο πουκάμισο που άφηνε να φαίνεται το λευκό τρικό του. Πάνω στο μαυρισμένο του πρόσωπο έστεκε σαν κουτσουλιά, καταϊδρωμένο, ένα χιτλερικό μουστάκι.

Παρακαλώ.”

Είπε ο άντρας.

Του λόγου σου, είσαι ο λιμενάρχης;”

Ναι. Εσύ ποιος είσαι;”

Εγώ είμαι του καπτα’ Κωσταντή ο ανεψιός. Έχει συνεννοηθεί μαζί σου για μια δουλειά μου είπε.”

Ο Πέτρος μιλούσε βαριεστημένα και στεκόταν σαν να ήταν έτοιμος να δώσει μια σπρωξιά και να πετάξει πέρα τον συνομιλητή του μπουκάροντας στο κτήριο για να βρει ένα μέρος να ξαποστάσει. Πράγμα που μπορούσε άνετα να κάνει εάν ήθελε, καθώς ορθωνόταν σαν γίγαντας μπροστά στον μικροσκοπικό κύριο.

Ασφαλώς.”

Είπε σχεδόν τραγουδιστά ο λιμενάρχης.

Πέρασε μέσα, σε περίμενα. Αν και όχι τέτοια ώρα για να πω την αλήθεια. Ετοιμαζόμουν να πλυθώ και να πέσω στο κρεβάτι. Είχα πολύ κουραστική μέρα σήμερα ξέρεις. Λίγο ήθελα να μην σου άνοιγα αλλά σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι κανένας γι αυτή την θέση του φαροφύλακα. Μα κανείς να μην μπορεί να πάει;”

Σήκωσε τα φρύδια του.

Όλοι ή έχουν γυναίκες και παιδιά που δεν θέλουν να αποχωριστούν ή σκέφτονται ότι με τόση μοναξιά εκεί πέρα θα λαλήσουν.”

Ο Πέτρος ακολούθησε τον λιμενάρχη. Το εσωτερικό του κτηρίου ήταν όντως άδειο, εκτός από ένα μικρό γραφείο με δυο αντικριστές καρέκλες στην μια πλευρά του χώρου και στην άλλη, ένα κανόνι από τους βαλκανικούς πολέμους, που έστεκε ατενίζοντας την στέγη υπό κλίση, πάνω σε δύο τεράστιες ξύλινες ρόδες. Ο λιμενάρχης προχώρησε μέχρι το γραφείο και πρόσφερε στον καλεσμένο του μια θέση. Πάνω στο γραφείο υπήρχε ένας τούμπος με χαρτιά στοιβαγμένα με τάξη και ένας λύχνος που σιγόφεγγε.

Αφού έκατσαν, ο λιμενάρχης ξαναμίλησε.

Λυπάμαι. Δεν έχω κάτι να σε τρατάρω κι όπως ξέρω έκανες αρκετή πεζοπορία, αλλά όπως σου είπα και πριν ετοιμαζόμουν να κοιμηθώ.”

Έκανε μια παύση.

Για πες μου. Ενδιαφέρεσαι για την θέση;”

Αναλόγως.”

Αναλόγως, τί;”

Κατ’ αρχάς θέλω να μου πεις για πόσο καιρό μιλάμε.”

Κοίταξε να δεις. Ο τωρινός φαροφύλακας τελειώνει την θητεία τώρα, στα τέλη του Οκτώβρη. Οπότε κάπου εκεί να υπολογίζεις. Θα πρέπει βέβαια να πας μια μέρα πριν, για να σε κατατοπίσει. Έχεις ξαναδουλέψει σε φάρο;”

Όχι ακριβώς αλλά ξέρω πάνω κάτω τι γίνεται. Δεν είμαι και εντελώς ανίδεος.”

Ωραία! Άρα μια μέρα είναι αρκετή. Βέβαια αν θέλεις και νωρίτερα, γίνεται. Δεν νομίζω να πει όχι ο Νικολιός για λίγη παρέα πριν επιστρέψει στον πολιτισμό.”

Ο λιμενάρχης γέλασε αμυδρά. Ο Πέτρος πάλι καθόλου.

Ποιος είναι πάλι ο Νικολιός;”

Ο τωρινός φαροφύλακας. Μόνο που αν θες να πας πιο νωρίς θα πρέπει να με ειδοποιήσεις να κλείσω το καΐκι που θα σε πάει. Από κει κι έπειτα”.

Συνέχισε.

Θα πρέπει να ξέρεις ότι θα μείνεις μέχρι τον Μάρτη. Πέντε μήνες. Θα έχεις μια τροφοδότηση κάθε μήνα, ενώ αν ο καιρός το επιτρέπει όλο και κάποιος θα σε επισκέπτεται ενδιάμεσα για να δει αν χρειάζεσαι κάτι πρόσθετο.”

Και τα λεφτά;”

Τα λεφτά σου θα τα κρατάω εγώ εδώ και θα τα πάρεις μαζεμένα όταν επιστρέψεις. Δεν νομίζω άλλωστε να βρεις να τα ξοδέψεις εκεί. Εκτός κι αν οι καλικατσούδες έχουν όρεξη για ουζάκι.”

Ο λιμενάρχης γέλασε σαν να είχε πει το αστείο της ζωής του. Ο Πέτρος όμως δεν είχε την ίδια άποψη και συνέχισε να τον κοιτάει αδιάφορα.

Λοιπόν. Ακούω. Ναι ή όχι;”

Ο Πέτρος σηκώθηκε από την καρέκλα και κούμπωσε την πατατούκα του. Ανασκούμπωσε το σακίδιό του στον ώμο και έμεινε να ακούει τον βοριά που είχε δυναμώσει πλέον αρκετά για να λυγίζει τα κλωνάρια στις λεύκες, που έστεκαν λίγο πιο πέρα από την αυλή του σπιτιού του, μέσα στην φαντασία του. Ο λιμενάρχης είχε μείνει να κοιτάει με ένα απορημένο βλέμμα, ώσπου δεν άντεξε και τον επανέφερε στην πραγματικότητα, κτυπώντας με το κότσι του δακτύλου του το γραφείο, σαν να ζητούσε να του ανοίξουν.

Ο Πέτρος τον κοίταξε απότομα.

Εντάξει”.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X