του Λευτέρη Μπάιλα

Κεφάλαιο 2

 

 

Λίγα πράγματα θυμάται κανείς, ότι άξιζαν στη ζωή, όταν έρθει η ώρα να κλείσει τα μάτια του για πάντα. Ένα καλό κρασί, ένα γλέντι με μια καλή παρέα, ένα πλάγιασμα με μια όμορφη γυναίκα. Άλλα αυτό που έβλεπε ο καπτα’ Κωσταντής καθώς ο ήλιος ανέτελλε προδίδοντας στον ορίζοντα την Αλόννησο, πυρπολώντας τα νερά, ήξερε ότι σίγουρα άξιζε να το κρατήσει στην γερασμένη του γκλάβα, όπως την αποκαλούσε, για τελευταία εικόνα. Σάμπως και η θάλασσα γυναίκα δεν ήταν; Και μάλιστα από τις πιο εντυπωσιακές που είχε συναντήσει στα εβδομήντα δύο χρόνια που μετρούσε. Άγρια για να καταφέρεις να πλαγιάσεις μαζί της, μα συνάμα γλυκιά και ζεστή για να σε πάρει μέσα της.

Φορτωμένος πάνω σε ένα γάιδαρο που χρεμέτιζε καθώς ανέβαινε το Δίτροπο περνώντας ανάμεσα από πεύκα και δενδροκαλλιέργειες, κάθονταν έχοντας κρεμάσει τα πόδια του από την μια πλευρά και έτσι όπως ταλαντεύονταν συγχρονισμένος με το περπάτημα του ζώου, με την λευκή μουστάκα σφηνωμένη ανάμεσα στο λεπτό στόμα και την φαρδιά του μύτη, έμοιαζε θυμωμένος με την αποδοτικότητα του κύριου Μάριου. Έτσι φώναζε το γαϊδουράκι του ο καπτα’ Κωσταντής.

Στο ένα του ροζιασμένο χέρι κρατούσε μια βέργα με την οποία κτυπούσε τα πισινά του ζωντανού για να το κάνει να κινηθεί γρηγορότερα και με το άλλο τραβούσε τα χάμουρα για να το κατευθύνει. Στην κλείδωση του χεριού του, είχε σφηνώσει μια ψάθινη καλάθα γεμάτη ντομάτες και πιπεριές. Το μπράτσο της γλιστρούσε στο μανίκι της πατατούκας του και όλο αναγκαζόταν να σηκώνει το χέρι τραβώντας κατά λάθος τα γκέμια, με αποτέλεσμα ο κύριος Μάριος να στρίβει ή να σταματάει εκτός προγράμματος.

Σε ένα τέτοιο απότομο σταμάτημα κόντεψε να χάσει την ισορροπία του και η ναυτική του τραγιάσκα βρέθηκε στο χώμα. Ξεπέζεψε και την μάζεψε. Αφού την τίναξε πάνω στα μπατζάκια του, πλησίασε τον γάιδαρο, τον έπιασε από τα χαλινάρια και έφερε την μουσούδα του κοντά στο πρόσωπό του.

“Μπα! Τι μας λέτε κύριε Μάριε; Μήπως δεν σας αρέσει η πορεία μας; Μήπως θέλετε να πάτε κάπου αλλού;”

Γύρισε το πρόσωπο του κατά τα πεύκα και τους απευθύνθηκε σαν να ήταν περίεργοι που είχαν μαζευτεί τριγύρω να δουν τι συνέβη.

“Ακούσατε; Του Κυρίου Μάριου δεν του αρέσει ο προορισμός μας. Έχει άλλο καλύτερο στο νου. Μας συγχωρείτε ΚΥΡΙΕ.”

Ξανάριξε το βλέμμα του στον γάιδαρο.

“Μας συγχωρείτε που έχουμε δουλειά.”

Τις τελευταίες λέξεις τις φώναξε σαν να μάλωνε παιδί.

Ο κύριος Μάριος τον κοιτούσε με ένα εκνευριστικά αδιάφορο και βαριεστημένο βλέμμα για λίγη ώρα και αφού ξεφύσησε δυνατά στο πρόσωπο του γέροντα γύρισε και τσίμπησε ένα χαρούπι από το δέντρο δίπλα στο οποίο είχε σταματήσει και άρχισε να το απολαμβάνει.

“Αμ’ εγώ φταίω που κάθομαι και ασχολούμαι. Εγώ φταίω εξ’ αρχής δηλαδή, που παράτησα τη θάλασσα. Ήμουν μεγάλος πια λέει και δεν έπρεπε να συνεχίσω αυτό το βιολί. Θα σε βρούνε καμιά φορά τ ‘ανάσκελα τουμπανιασμένο σε καμιά παραλία χριστιανέ μου.”

Μιμήθηκε την τσιριχτή και στεντόρεια φωνή της γυναίκας του.

“Κι εγώ την άκουσα σαν παιδαρέλι. ΝΑ!”

Φασκέλωσε τον εαυτό του μεγαλοπρεπέστατα.

“Να κάθομαι να ξεραίνομαι στην στεριά και να μιλάω σε ένα ζώο σαν και του λόγου σου, κακιασμένο και ξεροκέφαλο. Ποιος; Εγώ! Ο καπτα’ Κωσταντής. Που κουμαντάριζα το τρεχαντήρι μου με ότι καιρό κι αν είχε, σε όποια νερά κι αν μου λάχαιναν, τόσο καλά ώστε λέγαν όλοι ότι για μένα είχε πάντα μπουνάτσα. Και τώρα μου δίνουν εσένα, ένα γάιδαρο χαλασμένο, κουφό και στραβό. Ακόμη και τα κανιά σου στραβά είναι βαλμένα πανάθεμά σε. Μπρος θέλεις, πίσω πας.”

Ο κύριος Μάριος συνέχισε να μασουλάει το χαρούπι του κοιτώντας βαριεστημένα τον δικαστή του. Ο καπτα’ Κωσταντής κατέβασε το σαγόνι του επιμηκύνοντας το πρόσωπό του χωρίς να ανοίξει το στόμα του, κούνησε το κεφάλι του κοροϊδευτικά πάνω κάτω μερικές φορές απότομα, μπροστά στο μουσούδι του γαιδάρου και ξανανέβηκε στο σαμάρι. Έδωσε μια με τη βέργα στα πισινά του και το ζώο ξεκίνησε και πάλι.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει ψηλότερα, ξεσκονίζοντας την πρωινή παγωνιά πάνω από τα φύλλα. Που και που κάποιος σκορδαλός, έχοντας οξεία την όραση, τιναζόταν μακριά, πετώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση μέσα σε ξεροχώραφα, προειδοποιώντας τους συντρόφους του με την φωνή του για τα δύο παράξενα όντα που το ένα καβάλα στο άλλο περνούσαν από την περιοχή. Οι σκαντζόχοιροι επέστρεφαν, σαν μικροί κλέφτες, σκυμμένοι από την κούραση της βραδινής περιπολίας, στις φωλιές τους περνώντας γοργά, κατά την δική τους πάντα άποψη, μπροστά από τον γάιδαρο, αποφεύγοντας οποιαδήποτε περιττή στάση που θα τους έβαζε σε μπελάδες.

Το κρύο είχε έρθει νωρίς φέτος και η συνεργασία του με την πρωινή λιακάδα δημιουργούσε την κατάλληλη ατμόσφαιρα για έναν περίπατο. Αυτό συνειδητοποιούσε και ο καπτα’ Κωσταντής σε όλη του την πορεία, βλέποντας γύρω του τη φύση ισορροπημένη πλήρως. Απόλαυσε όλη την διαδρομή κι ας γκρίνιαζε ανά διαστήματα με τα καμώματα του κυρίου Μάριου. Καθώς ο ήλιος κόντευε να μεσουρανήσει, οι δύο άσπονδοι φίλοι, περνούσαν ήδη έξω από το σπίτι του Πέτρου.

“Καλημέρα Πετρή!”

Έσκουξε ο καπετάνιος, αλλά απάντηση δεν πήρε. Σταμάτησε το γάιδαρο και κάρφωσε το βλέμμα του στο πορτάκι απ’ όπου και περίμενε να προβάλει ο Πέτρος. Προς μεγάλη του έκπληξη όμως, είδε ένα κεφάλι να ξεπετάγεται από την πεζούλα. Τυφλωμένος από τον ήλιο και μην έχοντας ακόμη συνειδητοποιήσει που βρίσκεται, ο Πέτρος κοιτούσε με μισό μάτι.

“Εεεει καλημέρα καπτάνιο. Τι χαμπάρια;”

Ο γέρος ξεπέζεψε και πλησίασε.

“Ζουρλάθηκες παλληκάρι μου; Τι γυρεύεις με τα σώβρακα μες στο κρύο;”

“Να μωρέ… χτες ζεστάθηκα λίγο και είπα να κοιμηθώ έξω.”

“Ζεστάθηκες; Έλα Χριστέ και Παναγιά. Χτες από το κρύο ακόμη και τα αρνιά μπήκαν από μόνα τους στο μαντρί πριν χαθεί το φως κι εσύ ζεστάθηκες; Και καλά ζεστάθηκες…. Και που κοιμήθηκες μωρέ; Κατάχαμα;”

“Αφού με ξέρεις μωρέ θείε δεν χαμπαριάζω εγώ από τέτοια.”

“Εγώ ξέρω παιδί μου ότι άμα δεν βρεις γυναίκα το συντομότερο, δεν το γλυτώνεις το σάλεμα. Και τι ώρα είναι τούτη που ξυπνάς; Κοντεύει μεσημέρι. Άρρωστος είσαι; Πάνε τράβα τώρα να βάλεις κάνα ρούχο γιατί προβλέπω να αρπάζεις καμιά γερή πούντα.”

Ο Πέτρος έτρεξε μέσα στο δώμα και γύρισε φορώντας ένα τριμμένο τζιν και μια χοντρή μάλλινη μπλούζα. Ένιωθε την υφή του μαλλιού να τον ζεσταίνει σαν το χάδι της μάνας, στο παγωμένο του δέρμα. Γύρισε στην αυλή άνοιξε το βρυσάκι και άρχισε να ρίχνει νερό στο πρόσωπό του. Ψαχουλεύοντας στα τυφλά, έπιασε κάπου από τα δεξιά του μια μπάρα πράσινο σαπούνι και το έτριψε τα χέρια του για να κάνει αφρό. Στη συνέχεια έφερε τον αφρό στο πρόσωπό του και στον σβέρκο του.

“Τι σε φέρνει από τα μέρη μας θείο;”

“Αυτή η συφοριασμένη η θεία σου. Με φόρτωσε μια καλάθα ζαρζαβατικά να τα πάω στην φίλη της την Κατίνα, γιατί της τα έχει τάξει λέει, εδώ και μια βδομάδα. Συνεννοήσεις γυναικών. Καταλαβαίνεις τώρα. Σαν να έταξε το φίδι στη σμέρνα και να είσαι ο μεσάζοντας. Με ποιο από τα δυο θα προτιμούσες να τα έχεις καλά;”

“Εγώ προσωπικά και με τα δύο.”

“Ε, αυτό σκέφτηκα κι εγώ και φορτώθηκα την καλάθα. Σκέφτηκα ότι θα ήταν και μια καλή ευκαιρία να περάσω για να σου πω ότι σου βρήκα δουλειά για λίγους μήνες.”

Ο Πέτρος έκλεισε την βρύση και έπιασε μια πετσέτα που βρισκόταν εκεί δίπλα. Σκουπίστηκε και γύρισε με ένα απορημένο βλέμμα κατά τον γέρο.

“Είναι εκείνος ο φάρος στην Ψαθούρα. Τελειώνει όπου να ναι η θητεία του προηγούμενου φαροφύλακα και δεν βρίσκουν άλλον. Όλοι έχουν οικογένειες ή κάποια άλλη καλή δικαιολογία. Το άκουσα που το συζητούσαν προχτές στον καφενέ και σε σκέφτηκα. Έτσι κι αλλιώς δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις εδώ.”

“Ούτε που να το σκέφτεσαι θείο. Ξέρεις ότι έχω κόψει τις σχέσεις μου με τη θάλασσα.”

“Όχου μωρέ Πετρή. Μια χαρά παιδί, είναι ανάγκη να λες όλο μαλακίες; Καλά είναι πια αυτό το τροπάρι. Δώδεκα χρόνια πάνε πια. Και να είχες βγάλει και τίποτα από αυτό να πώ πάει στο διάβολο. Αλλά ακόμη πνίγεσαι στις μπουκάλες τα τσίπουρα και ξημερώνεσαι κάτω από τα αρμυρίκια. Και στο κάτω της γραφής, δεν θα είσαι στη θάλασσα. Θα δουλεύεις γι αυτήν αλλά από στεριά. Είναι και μια ευκαιρία να κάτσεις και να αναλογιστείς όλη σου την κουταμάρα και το μέλλον σου με αυτήν. Λοιπόν εγώ σου έκλεισα ένα ραντεβού με τον λιμενάρχη στην Χώρα. Σήμερα κι όλα. Θα είναι εκεί μέχρι το σούρουπο. Κάνε μου τη χάρη και πέρνα.”

“Καλά, καλά με  ζάλισες. Τι γλιστρίδα είναι αυτή; Μετά λες για τη γυναίκα σου. Θα περάσω το απογεματάκι αλλά δεν σου υπόσχομαι τίποτα.”

Ο καπτα’ Κωσταντής χτένισε την μουστάκα του με τον δείκτη και τον αντίχειρα χαμογελώντας με ικανοποίηση. Ύστερα συννέφιασε και είπε.

“Άκου γιέ μου. Ξέρω τί έχεις περάσει και δεν είναι λίγο. Αλλά εγώ σε έχω σαν παιδί μου πριν ακόμη ο μακαρίτης ο αδερφός μου μας αφήσει χρόνους. Κι εσένα και τον Θάνο από μικρά παιδιά. Και μετά τον χαμό του αδερφού σου και πολύ περισσότερο μετά την ορφάνια σου, έχω την υποχρέωση αλλά και την ανάγκη, να σε βοηθήσω όσο μπορώ. Σκίζεται το φυλλοκάρδι μου να σε βλέπω να μαραζώνεις τόσα χρόνια και να τα κουτσοφέρνεις.”

“Εντάξει σου είπα θα πάω. Έχε χάρη που σ’ έχω κι εγώ σαν πατέρα μου και δεν μπορώ να σου χαλάω χατίρι.”

Ο γέρος χαμογέλασε χορτασμένος και περήφανος.

“Άντε πάω τώρα γιατί άμα με πιάσουν στο στόμα τους οι κλώσες, δεν με βλέπω να γυρνάω σώος από τις κατάρες που θα έχω φάει.”

Ανέβηκε πάλι στον κύριο Μάριο και αφού χαιρέτησε ανασηκώνοντας την τραγιάσκα χτύπησε μαλακά με την παλάμη του τον λαιμό του ζώου, αυτή τη φορά και άρχισε να απομακρύνεται αργά τραγουδώντας.

Σχόλια

X