του Λευτέρη Μπάιλα

1

 

Είχαν ήδη περάσει τρεις ώρες από τη στιγμή που ο Πέτρος είχε πέσει στο κρεβάτι του αλλά ο ύπνος δεν έλεγε να τον επισκεφτεί. Βυθισμένος στο ημίφως της μικρής κάμαρας, είχε κολλήσει το βλέμμα του στο τζάμι του μικρού παραθύρου, που βρισκόταν δίπλα στο χτιστό κρεβάτι. Το φεγγάρι σαν κριτής αγώνων παρακολουθούσε τα σύννεφα να περνούν μπροστά του γρήγορα και αθόρυβα. Σκιές που πλημμύριζαν το πρόσωπό του και ύστερα εξαφανίζονταν σε μια αόρατη δίνη κρυμμένη στην άκρη του.

Έξω από το δώμα ο άνεμος άπλωνε τα δάκτυλα του ψαχουλεύοντας τρόπο να μπει μέσα. Απελπισμένος τρύπωνε από τις ρωγμές που ο χρόνος είχε αργοχαράξει στις ξύλινες κάσες. Ο Πέτρος άκουγε το τραγούδι του μαγεμένος και στο νου του πρόσθετε νότες από τα καμώματα της θάλασσας που πάλευε όχι πολύ μακριά από κει. Η θάλασσα! Μητέρα, ζωή και θάνατος. Φανταζόταν το μαύρο της σώμα να αναδεύεται στο χάδι του ανέμου. Βουνά φούσκωναν στην επιδερμίδα της στεφανωμένα από αφρούς και έσπαγαν πάνω στα βράχια. Μια διαρκής πολιορκία ο έρωτάς της με τον αέρα. Τα αιώνια βράχια άντεχαν στα κτυπήματα, μα κάθε χτύπημα έκλεβε σαν επιδέξιος γλύπτης λίγη αιωνιότητα χωρίς να πληγώνει το δημιούργημα του.

Εκεί, μέσα στο έρεβος ήταν χαμένο το μυαλό του Πέτρου. Φανταζόταν να βυθίζεται, ανήμπορος να κουνήσει κάποιο μέρος του σώματος του. Μουδιασμένος από το κρύο. Μαγεμένος από το άγνωστο που τον περίμενε. Μέσα στην απόλυτη σιωπή του υγρού στοιχείου άκουγε μόνο την καρδιά του να αργοσβήνει. Κάθε παλμός αποκτούσε και μεγαλύτερη διάρκεια ενώ οι διακοπές μεταξύ των παλμών διευρύνονταν και αυτές. Οι παλμοί απέκτησαν μια σταθερή χρονική απόσταση κι έγιναν πιο αργόσυρτοι. Μετά από κάθε συστολή των κοιλιών, νόμιζες ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια. Ο σταθερός ρυθμός επέμεινε. Τι γινόταν; Δεν ήταν φυσιολογικό αυτό. Παντού υγρασία και ησυχία. Μόνο ο ήχος της ετοιμοθάνατης καρδιάς. Δεν έπρεπε να σταματήσει κάποτε;

Ο Πέτρος τίναξε το κεφάλι του από το λήθαργο καθώς το μάτι του συνέλαβε μια σκιά να κινείται ρυθμικά λίγο πιο πέρα από το κρεβάτι. Επανήλθε στην πραγματικότητα. Το δώμα, το ξύλινο ταβάνι με τα δοκάρια να συγκρατούν τα σφιχτοδεμένα καλάμια, το τσιμεντένιο λείο πάτωμα, η μικρή ξεχαρβαλωμένη ντουλάπα με μια πόρτα να κρέμεται σαν μαριονέτα παρατημένη στην τύχη της και το σαπισμένο μικρό κομοδίνο απέναντί της μόνιμα κλειδωμένο καταδικασμένο με ένα σπασμένο κλειδί στην κλειδαρότρυπα του συρταριού.

Όλα ίδια.

Όλα;

Όχι όλα. Κάτι είχε αλλάξει. Κάτι δεν κολλούσε. Η υγρασία της θάλασσας στην οποία βυθιζόταν στην φαντασία του, είχε απομείνει και ο σταθερός παλμός της καρδιάς του είχε αντικατασταθεί από το απαλό χτύπημα της ανοιχτής πόρτας που σπαρταρούσε στον άνεμο. Σε κάθε χτύπημα ο μεταλλικός μεντεσές ανεβοκατέβαινε κροταλίζοντας.

Άπλωσε το χέρι και ψαχούλεψε τα σεντόνια κάτω από την κουβέρτα, στην κενή πλευρά που είχε αφήσει η μετακίνησή του κοντά στο παραθυράκι. Ήταν βρεμένα σαν μόλις να τα είχε βγάλει από τη σκάφη. Τα δάχτυλά του έτρεξαν μέχρι το χτίσιμο του ντιβανιού. Το νερό έγλυφε το σοβά μέχρι το πάτωμα. Ανακάθισε και κοίταξε στο πάτωμα. Το νερό ξεκινούσε από το κρεβάτι του και χάνονταν έξω στην αυλή πασαλειμμένο αδέξια από βήματα.

Γρήγορα, γρήγορα έφερε το βρεγμένο σεντόνι στο πρόσωπό του και σκουπίστηκε σε μια προσπάθεια να ξυπνήσει. Αλμύρα πλημμύρισε τα χείλη του. Όταν κατέβασε το σεντόνι τα νερά ήταν ακόμη εκεί. Η πόρτα εξακολουθούσε να τον καλεί. Σηκώθηκε βρέχοντας τις γυμνές του πατούσες και άρχισε να περπατά δειλά προς την πόρτα. Στάθηκε στο κατώφλι και κοίταξε έξω. Τα νερά συνέχιζαν κατά μήκος της αυλής. Διέτρεχαν τις λευκές διακλαδώσεις ασβέστη, που δημιουργούσαν την εντύπωση πλακών πάνω στο τσιμέντο και έφταναν μέχρι την μία από τις δύο καρέκλες του στρογγυλού τραπεζιού της αυλής κάτω από την οποία είχε σχηματιστεί μια μικρή λιμνούλα.

Με έκπληξη ο Πέτρος διαπίστωσε ότι η πηγή αυτής της υγρασίας ήταν η φιγούρα ενός άντρα που καθισμένος στην καρέκλα κι έχοντας απλώσει τα πόδια του στην πεζούλα ταλαντευόταν στα δύο πισινά πόδια της καρέκλας σαν να μην μπορούσε να αποφασίσει αν έπρεπε να αφεθεί να πέσει πίσω ή όχι. Ο άντρας φαινόταν αρκετά αδύνατος στο μισοσκόταδο και μικροκαμωμένος. Κάτι όμως προειδοποιούσε τον Πέτρο ότι δεν έπρεπε να πλησιάσει. Κάτι πάνω σε αυτόν τον άντρα δεν ανήκε σε αυτόν τον κόσμο.

Ο Πέτρος έκλεισε τα μάτια κρατώντας τις γροθιές του σφιχτά. Προσπαθούσε ακόμη να ξυπνήσει. Δεν ήταν δυνατόν να μην κοιμόταν. Ήξερε ότι όταν τα ανοίξει θα αντίκριζε το ξύλινο ταβάνι του δώματος. Χαλάρωσε τις γροθιές του και άνοιξε τα μάτια. Ο υγρός επισκέπτης ήταν ακόμη εκεί μουσκεμένος και λεπτός.

“Άλλη μια νύχτα μας.”

Είπε ο επισκέπτης.

“Δεν θα με συντροφέψεις να την απολαύσουμε; Η καρέκλα σου σε περιμένει. Το φεγγάρι δεν θα είναι τόσο υπομονετικό πιστεύω.”

Ο Πέτρος έχασε την Γη κάτω από τα πόδια του. Ένιωσε ένα ηλεκτρικό κύμα να διατρέχει την ραχοκοκαλιά του και πισωπάτησε για να μην σωριαστεί. Αυτή η φωνή ήταν γνωστή. Κρατήθηκε από την πόρτα και προσπάθησε να συνέλθει.

“Ξέρω ότι κοιμάμαι.”

Είπε.

“Και τσάμπα σου απαντώ αλλά πρέπει… αν θέλω να ξυπνήσω. Αν και εύχομαι να μην κοιμόμουν.”

“Εγώ ξέρω ότι το φεγγάρι τρέχει.”

Επέμεινε ο επισκέπτης.

“Κι αν δεν θες να το απολαύσουμε πάνε κοιμήσου και άσε με ήσυχο. Κανονικά έπρεπε να είχες ετοιμάσει ένα καραφάκι τσίπουρο Παριανό και να έχεις βγάλει λίγη ρέγγα με κασέρι. Πώς αλλιώς θα αράξουμε; Στεγνοί;”

“Λοιπόν άκου τι θα γίνει. Θα έρθω ως εκεί και θα πιάσω την καρέκλα. Κι όταν το κάνω αυτό εσύ δεν θα υπάρχεις πια εκεί. Κι εγώ θα συνέλθω και θα ευχαριστώ την τύχη μου που δεν είναι κανένας εδώ να με βλέπει να υπνοβατώ και να γίνομαι ρεζίλι μιλώντας σε μια αναθεματισμένη καρέκλα. Σύμφωνοι;”

“Δηλαδή θες να φύγω;”

“Δεν θέλω να φύγεις. Θέλω απλά να ξυπνήσω.”

“Εντάξει. Όπως νομίζεις. Αλλά όταν συνέλθεις θα μου υποσχεθείς ότι θα φέρεις αυτό το τσιπουράκι και θα παλουκωθείς να απολαύσουμε την βραδιά.”

“Αν είσαι εκεί ακόμη όταν έρθω να είσαι σίγουρος ότι δεν θα μπορώ ούτε τα βλέφαρά μου να κουνήσω.”

Ο επισκέπτης δεν ξαναμίλησε.

Ο Πέτρος ξεκίνησε δειλά να περπατά προς την καρέκλα. Ο κρύος αέρας έκανες τις τρίχες στα μπράτσα και στη ράχη του να σηκωθούν γεμίζοντας το δέρμα του χιλιάδες βουναλάκια. Εκείνος όμως ούτε που το αισθανόταν εκείνη την ώρα. Ούτε που έδινε σημασία ότι είχε βγει στο ψοφόκρυο μόνο με το εσώρουχο.

Πλησίασε την καρέκλα και σήκωσε αργά το χέρι. Ακούμπησε τον ώμο του άντρα και αισθάνθηκε υγρασία. Ψαχούλεψε με κλειστά μάτια την ωμοπλάτη και μετά την κλείδα του, ενώ αναλογιζόταν ότι δεν μπορούσε να είναι δυνατόν. Άνοιξε τα μάτια και δάκρυα άρχισαν να θολώνουν την όρασή του. Ο άντρας φαινόταν καθαρότερα τώρα. Είχε αρκετά λευκή επιδερμίδα γεμάτη στίγματα αποτελούμενα από λευκές κηλίδες και μαύρες γραμμές που σχημάτιζαν κλειστές κορδέλες. Το άσπρο του πουκάμισο γεμάτο τρύπες και το τζιν παντελόνι που φορούσε, τριμμένο από τον καιρό, με ανεβασμένα τα μπατζάκια μέχρι τα μισά της γάμπας, ή τέλος πάντων ότι είχε περισσέψει απ’ αυτήν, ήταν βρεμένα σαν να τα είχε φορέσει αμέσως μετά την λάντζα χωρίς να μπει στον κόπο να τα στεγνώσει.

Αν και ακόμη γυρισμένος πλάτη να κοιτά το φεγγάρι, ο Πέτρος ήταν πλέον πεπεισμένος για το ποιος ήταν. Ένα κοκκαλιάρικο παγωμένο χέρι έπιασε το δικό του. Το κράτημα δεν είχε ίχνος απειλής, μάλλον άγγιγμα αγάπης ήταν.

“Ωραία υποδοχή αδερφέ.”

Είπε ο άντρας και γύρισε το κεφάλι. Αν μπορούσε να το πει κανείς έτσι. Η μισή πλευρά που βρισκόταν από τη μεριά του Πέτρου ήταν καλυμμένη από μικρά όστρακα και όζους που ανάβλυζαν νερό και πύον. Ένα μάτι έλαμπε στο φως του φεγγαριού ενώ στην θέση του άλλου ξεπρόβαλλαν τα αγκάθια ενός αχινού βυθισμένου στην κόγχη του. Ακριβώς από πάνω ένα μεγάλο σχίσιμο διέτρεχε το κρανίο μέχρι πίσω, σαν να είχε συναντηθεί βίαια με την λεπίδα τσεκουριού. Το δεξί αυτί και το μάγουλο έλειπαν. Στην θέση του αυτιού υπήρχε μια κοχλιοειδής κόκκινη σάρκα που κρεμόταν σε ένα ξέφτι και μέσα από το τρύπιο μάγουλο πρόβαλαν τα δόντια. Τα μαλλιά του ήταν ανάκατα ενώ από την πλευρά της σακατεμένης σάρκας υπήρχαν κολλημένες τούφες εδώ κι εκεί.

“Συγχώρεσε με Θάνο ειλικρινά δεν ήξερα…”

Τραύλισε ο Πέτρος.

Είχε γονατίσει μπροστά του και τον κοίταζε σαν να ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος.

Ο Θάνος γύρισε προς τη μεριά του και τον αγκάλιασε. Τον κράτησε για λίγο και στη συνέχεια σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια και τα γένια του.

“Σήκω πάνω.”

Πρόσταξε.

“Δεν είμαι κάνας παπάς να γονατίζεις έτσι μπροστά μου. Ο αδερφός σου είμαι. Ο μικρός σου αδερφός και δεν έχω πολύ χρόνο ξέρεις. Πρέπει να σου μιλήσω.”

“Και το τσιπουράκι που έλεγες;”

Το πλάσμα με τη μορφή του αδερφού του γέλασε.

“Σου φαίνομαι να μπορώ να πιω ή να φάω οτιδήποτε; Έτσι το είπα. Νοστάλγησα.”

“Μα πως, τι έγινε και είσαι έτσι;”

“Δεν ξέρω πως με βλέπεις και ούτε θέλω να μάθω νομίζω αν κρίνω από την έκπληξη στην μουτσούνα σου. Αυτό που βλέπεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά ότι το δικό σου μυαλό δημιούργησε για μένα.”

“Μα εγώ δεν φ ……..”

Ο Θάνος τον διέκοψε απότομα.

“Λοιπόν τέρμα οι άσκοπες ερωτήσεις. Σου είπα δεν έχω πολύ χρόνο μπροστά μου. Το φεγγάρι δύει και δεν ξέρω αν θα έχω άλλη ευκαιρία. Γι αυτό άκουσέ με.”

Το πλάσμα τον κοιτούσε κατάματα. Ο Πέτρος κοιτούσε μια το μάτι και μια τα αγκάθια του αχινού να κινούνται μέσα στην κόγχη σαν πλήθος ανθρώπων που ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο μεταφέροντας κάποιο νέο. Το πλάσμα Θάνος, κοίταξε φευγαλέα τον ορίζοντα. Πέρα από τα χωράφια με τα απομεινάρια από τα ξέρα χόρτα του περασμένου καλοκαιριού και τις σκλήθρες, το φεγγάρι άρχισε να λιώνει στο νερό βάφοντάς το ασημένιο. Το βλέμμα του ξαναγύρισε στον Πέτρο.

“Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει. Αλλά κάτι έρχεται στη ζωή σου και πίστεψέ με δεν θα είναι και ότι πιο ευχάριστο έχεις συναντήσει. Μην με ρωτήσεις τι και πως. Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μυρίζω κίνδυνο γύρω σου.”

Καθώς μιλούσε οι λέξεις άρχιζαν να χάνονται και η φιγούρα του άρχισε να ξεθωριάζει. Η φωνή του ακουγόταν όλο και πιο απομακρυσμένη. Έμοιαζε να την αποσπά βίαια ο αέρας και να την παίρνει μακριά. Ο Πέτρος άπλωσε τα χέρια προσπαθώντας να τον κρατήσει σφιχτά, αλλά τα χέρια του βούλιαζαν σαν να προσπαθούσε να πιάσει στεγνή άμμο. Το φώς χάθηκε και από τον αδερφό του δεν απέμεινε τίποτα άλλο εκτός από αιωρούμενα σωματίδια. Μετά από λίγο μια δυνατή ριπή του ανέμου σκόρπισε και τα τελευταία από αυτά.

Ο Πέτρος έμεινε να κοιτά τον κενό χώρο που πριν από λίγο γέμιζε η φιγούρα του αδερφού του. Συλλογίστηκε για λίγο ότι όντως είχε δει όνειρο. Το ήξερε από την αρχή. Δεν ήταν ο αδερφός του εκεί. Δεν θα μπορούσε να είναι και ο λόγος ήταν πολύ απλός.

Ο μικρός του αδερφός ήταν νεκρός εδώ και δώδεκα ολόκληρα χρόνια.

Σκεπτόμενος αυτό λιποθύμησε.

 

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X