Ξύπνησα το πρωί μα δεν ήσουν δίπλα.
Είχες φτιάξει καφέ και μύριζε το σπίτι.
Παίζει η ζωή περίεργα παιχνίδια.
Ποιος κλέβει από τους δυο; Εκείνη ή εμείς;
Άνοιξα το ραδιόφωνο. Οι παλιές συνήθειες πιο δυνατές από τους ανθρώπους.
«Πάντα η Ζωή γυρνάει στα ίδια μέρη
πάντα η Ζωή κάνει αυτό που ξέρει….»
Από το παράθυρο έμπαινε εκείνο το λιγοστό φως του χειμώνα.
Οι άνθρωποι ψάχνουμε την αθανασία σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό.
Κι όμως, εκείνη βρίσκεται σε μια καθημερινή ανάσα.
Σε μια αγωνία προσμονής της επιστροφής.
Το μεσημέρι θα επιστρέψεις.
Στρωμένο τραπέζι και δυο ποτήρια κρασί.
Σειρά μου να απουσιάζω. Να ‘χεις τη δική σου αναμονή.
Να μετράς τις ανάσες και να μη φτάνουν.
Πώς να αναπνεύσουμε χωρίς αέρα;
Η ευθεία γραμμή του τίποτα.
Ο χρόνος που απομένει είναι πάντα πολύς.
Κι αν δε λειαίνει τις γωνίες, τις πληγές, τότε πάει στράφι η αναμονή…
Είχες φτιάξει καφέ. Και μύριζε βαρύ χαρμάνι όλη η ζωή…

Σχόλια

X