Φορούσε γόβες και μίνι φούστα. Κόκκινες γόβες. Περπατούσε και λιποθυμούσαν τα αρσενικά. Είχε ένα άστρο πάντα πάνω από το κεφάλι της που φώτιζε μάτια, στόμα, μαλλιά. Αυτά τα λαμπερά μαλλιά πόσες ρωγμές άνοιξαν στις καρδιές! Να ακούγεται εκείνο το κρακ σα γυαλί που ράγισε πάνω σε αναμμένο μάτι!

Πήρε ταξί από τη «Δικαιοσύνης». Ήταν αργά. Το κραγιόν παρέμενε ακόμα στα χείλη. Ανεξίτηλο σημάδι γυναίκας! Κάθισε αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα και έδωσε τη διεύθυνση στον οδηγό. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο την ερημιά της νύχτας κι έπαιζε με μια τούφα από τα μαλλιά.

Όταν έφτασε άνοιξε τη γυναικεία τσάντα, πλήρωσε τον ταξιτζή, έκλεισε την πόρτα και πατώντας σα γάτα πάνω στις κόκκινες γόβες έφτασε στην είσοδο. Ποτέ δε φοβόταν. Μα εκείνο το βράδυ ένιωθε αλλιώτικα. Είναι κι εκείνο το αλάθητο ένστικτο μας!

Την ώρα που έβαζε το κλειδί στην εξώπορτα ένα χέρι της έκλεισε το στόμα και μια κοφτερή λάμα άστραψε στο φως της νύχτας. Μια βρώμικη ανάσα της προκαλούσε ανακατωσούρα. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Τόσο δυνατά που νόμιζε πως εμφανίστηκαν άνθρωποι με ταμπούρλα μέσα στη νύχτα για να τη σώσουν.

Κι ύστερα θυμόταν μονάχα αυτή τη βρώμικη ανάσα ενός κτήνους πεσμένου πάνω της να της ξεσκίζει την ψυχή μέσα στην απόλυτη ερημιά μιας νύχτας. Και οι σωτήρες με τα ταμπούρλα και τα νταούλια απόντες αλλά παρόντες σε ένα κρεσέντο βίας και απόλυτου εξευτελισμού.

Κόκκινες γόβες και μίνι φούστα. Να ντρέπεσαι που είσαι γυναίκα με ανοιχτό ντεκολτέ και αστέρι στα μαλλιά! Αυτά τα λαμπερά μαλλιά! Να ανοίγουν ρωγμές στη δική σου καρδιά!

Κι έπειτα εκείνη η φωνή την ώρα που χορτασμένο το κτήνος κούμπωνε το παντελόνι του κι έγλειφε τα χείλη του. «Καλά περάσαμε καργιόλα! Μη μου πεις ότι δεν τα ‘θελες! Όλο το βράδυ με κοιτούσες. Και μην τολμήσεις να ανοίξεις το στόμα σου.»

Η Ευτυχία δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της. Δε φόρεσε ξανά φούστα και γόβες. Έκοψε τα μαλλιά της κοντά. Σκοτείνιασε για να μη φαίνεται σ’ αυτό τον κόσμο που κατοικούν ανθρωπόμορφα τέρατα.

Σήμερα κάποιος της ευχήθηκε χρόνια πολλά. Έχει γενέθλια. Κι εκείνη απάντησε: «Δύσκολο να είσαι γυναίκα. Ακόμα δύσκολο είναι. Κάθε μέρα δίνεις αγώνα για να αποδείξεις ότι είσαι άνθρωπος».

Διάβασε ακόμη:

Τι μου έμαθε η δίκη του βιασμού μου

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X