Πριν τέσσερα χρόνια, oι παραδοσιακά «ανήσυχοι» κάτοικοι των Εξαρχείων έπαιρναν τις τσάπες και τις βαριοπούλες για να δώσουν ζωή στο για χρόνια εγκαταλελειμμένο πάρκινγκ απέναντι απ’ το παλιό Χημείο. Σήμερα, το πάρκο της Ναυαρίνου, αποτελεί μια από τις λιγοστές οάσεις της πόλης.

Εκτός από χώρο πρασίνου, εκτός από τη χειροπιαστή απόδειξη ότι δεν θέλει κόπο και υψηλούς προϋπολογισμούς, αλλά τρόπο και μεράκι για να δημιουργήσεις μέσα σε λίγα τετραγωνικά έναν τόπο αναψυχής, το πάρκο από την πρώτη στιγμή υιοθέτησε μια ακόμα ιδιότητα. Έγινε στέγη. Στέγη ιδεών, δράσεων και σκέψεων.  Στέγη για τους Εξαρχειώτες, τους φοιτητές, τους αριστερούς, τους αναρχικούς, τις περιπλανώμενες ψυχές. Μια σαν κι αυτή, μας πλησίαζε τα ξημερώματα του Σαββάτου στο παγκάκι που καθόμασταν με τον Θ.

«Γεια σας παιδιά, μπορώ να κάτσω μαζί σας;», ρώτησε με το χαμόγελό της να προδίδει ότι το ΄χει ξανακάνει αρκετές φορές. Ο Θ. χωρίς δισταγμό της απαντά μεμιάς «ναι» και διακόπτει τη σοβαρή συζήτηση, που κάναμε μεταξύ μας για πρώτη φορά στα χρονικά. Η κοπέλα, ανταποδίδει, με χαμόγελο που αυτή τη φορά φανερώνει ανακούφιση και ευγνωμοσύνη. Δικαιολογημένα. Η ώρα ήταν περασμένες 5 τα ξημερώματα και οι παρέες στο πάρκο είχαν αραιώσει.

«Πρέπει να μείνω εδώ μέχρι να πάει 8», μας λέει σαν ν’ απολογείται. Ζητά να μάθει τα ονόματά μας, αλλά ξεχνά να συστηθεί. Η ανάγκη της να μιλήσει ήταν μεγαλύτερη από τους «τύπους». Η ανάγκη της να μοιραστεί ξεχείλιζε.

Αν και νέα (23 ετών), στα μάτια της είχε βρει χώρο η απελπισία. Τα μαλλιά της ήταν κρυμμένα κάτω από μια φαγωμένη στις άκρες κουκούλα, για να κρύψει και να κρυφτεί.  «Έχω ξυρίσει το μισό μου κεφάλι, είμαι άσχημη», εξηγεί. Ο Θ. δεν της επέτρεπε όμως να «πέφτει». Της μιλούσε όμορφα. Έλεγε τα κατάλληλα λόγια, την κατάλληλή στιγμή. Ο τόνος της φωνής του ήταν ήρεμος, γαλήνιος και πρόσχαρος.

Η συζήτηση πήγε στα ζώδια, μεταφέρθηκε στα χόμπι και κατέληξε στο γιατί μια κοπέλα τριγυρνά τα ξημερώματα στο πάρκο, παρακαλώντας ανθρώπους που δεν είχε δει ποτέ ξανά για λίγη συντροφιά. «Πρέπει να μείνω εδώ», επανέλαβε και αυτή τη φορά ο Θ. επέμεινε. «Γιατί;». «Πρέπει να πάρω κάτι αλυσίδες από έναν Πακιστανό, για να κάτσω σπίτι».

Διακρίνοντας στα βλέμματα μας την απορία, εξηγεί ότι προσπαθεί να μείνει καθαρή από ουσίες και γι’ αυτό έπρεπε με κάποιο τρόπο να μείνει μακριά απ’ αυτές.. «Δεν δείχνεις πάντως ότι είσαι χρήστης», της λέει ο Θ.

Πράγματι, το πρόσωπο της έμοιαζε ανέγγιχτο από καταχρήσεις. Τα φαινόμενα, όπως λένε, απατούν. Ξεκίνησε να παίρνει ουσίες στα 14.  Η μητέρα της «δεν είναι πάντα καλά» και γι’ αυτό τσακώνεται μαζί της συχνά. Τις τελευταίες ημέρες η Μαρία, όπως μας είπε ότι την έλεγαν, είχε φύγει από το σπίτι. Για τον πατέρα της κουβέντα. Δεν αποκάλυψε ούτε αν είχε άλλα αδέρφια, ή συγγενείς παρά μόνο ότι μένει στον Κορυδαλλό, σε μια γειτονιά δύσκολη και φτωχική.

«Μου αρέσει να ζωγραφίζω», λέει και απλώνει το χέρι της προς τον Θ. Στη χούφτα της κρυβόταν ένα μικρό κομμένο χαρτί μ’ ένα πρόχειρο σχέδιο ενός προσώπου που ήταν γκράφιτι στου τοίχους των γειτονικών κτιρίων του πάρκου. «Ζωγραφίζεις ωραία», της είπε ο Θ. Κι εκείνη χαμογέλασε πάλι. «Ναι μ’ αρέσει πολύ να ζωγραφίζω. Θέλω ν’ αλλάξω τη ζωή μου, να γίνει πιο όμορφη». Έδειχνε να το πιστεύει, αλλά και να φοβάται.

Οι λόγοι που την έστρεψαν στα ναρκωτικά δεν ήταν η θέληση, αλλά η ανάγκη για διαφυγή κι ας μην ένιωθε ποτέ καλύτερα. «Δεν θέλω να καταστραφώ». Ποιος θέλει; αναρωτήθηκα από μέσα μου. Όμως αυτή η κοπέλα ακόμα κι αν καταφέρει να ξεπεράσει τις εξαρτήσεις της, θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με το σκληρό παρελθόν της και μια σοβαρή ασθένεια που κληρονόμησε από κάποια μολυσμένη σύριγγα. «Γι’ αυτό και δεν κάνει να πιούμε από το ίδιο ποτήρι», μας είπε, όταν της προσφέραμε το ποτό μας. Σε όλα αυτά συνυπολογίστε την αδιαφορία του κράτους κι έδεσε το γλυκό.

Δεν το βάζει παρόλα αυτά κάτω. «Με βοηθούν οι νεράιδες! Μου έδειξαν πώς θα είναι η ζωή μου όταν φτιάξει. Το σπίτι μου, οι άνθρωποι που αγαπώ. Εσείς πιστεύετε στις νεράιδες;» Παραισθήσεις; Μπορεί, σκέφτηκα. Όμως «οι νεράιδες σίγουρα είναι όμορφες», απαντά ο Θ. Κι αν το σκεφτεί κανείς η ελπίδα, όποιο σουλούπι κι αν παίρνει για τον καθένα, είναι όμορφη και μοναδική.

Η ώρα περνούσε γρήγορα. Η κούραση είχε καταβάλλει τόσο τον Θ. όσο και μένα, την αποχαιρετίσαμε κι εκείνη σαν τις νεράιδες που ονειρεύεται ότι θα τη σώσουν, χάθηκε σε μια στιγμή. Όμως αυτή η ιστορία δεν είναι μονάχα της Μαρίας. Με το που έφυγε η κοπέλα, περίμενα κάποιο ειρωνικό γέλιο από τον Θ.  Όχι μόνο δεν την κορόιδεψε όμως, όπως θα έκαναν πολλοί στη θέση του, λέγοντας «ε ρε που μπλέξαμε», αλλά ψέλλισε «τρομερό», εντυπωσιασμένος και στεναχωρημένος.

Άθελα του, μου απέδειξε περίτρανα ότι γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που δεν κοιτάζουν με περιφρόνηση τον αδύναμο. Αντιθέτως, απλώνουν το χέρι τους για να τον βοηθήσουν να σταθεί. Σε μια κοινωνία που τρώει τα παιδιά της, όπως η δική μας, η αλληλεγγύη είναι το φανάρι μέσα στο σκοτάδι της κρίσης. Το όπλο μας για να βρούμε διέξοδο.

Σχόλια

X