Σάββατο, αργά το βράδυ στη Φραντζή. Βγαίνουμε από το μαγαζί και περνάμε απέναντι, στο club, για να πιούμε μια τελευταία μπύρα ακούγοντας την house band. Μπορεί η νύχτα όπως την ξέραμε στην Ελλάδα να έχει πεθάνει, αλλά το Σαββατόβραδο κρατάει ακόμα. Πολύς κόσμος, φοιτητές οι περισσότεροι, τραγουδάνε, χορεύουν, πίνουν. Όχι βέβαια όπως παλιά: οι μπύρες είναι πολύ περισσότερες από τα ποτά -για μπουκάλια ούτε λόγος- και οι γουλιές είναι μετρημένες.

Κοντεύει 4.30, αποφασίζουμε να φύγουμε. Αμέτρητα ταξί στην πιάτσα – που δεν είναι βέβαια νόμιμη πιάτσα, αλλά ένα ακόμη σαββατιάτικο «hot spot» για τους ταξιτζήδες που προτιμούν να ρισκάρουν την αναμονή έξω από πολυσύχναστα μαγαζιά, από το να τριγυρνάνε άδειοι στην Αθήνα. Μπαίνω στο πρώτο. «Είχε κόσμο μέσα;» με ρωτάει αμέσως ο οδηγός. «Πολύ», του απαντάω. Κοιτάζει δύσπιστος το ρολόι στο καντράν. «Μία ώρα και σαράντα λεπτά περίμενα μέχρι να μπεις εσύ», μου λέει.
«Άστα να πάνε φίλε», συνεχίζει. «Ο Έλληνας δεν ξέρει να διασκεδάζει πια». Είναι αργά, ίσως φταίει η κούραση και το ποτό που δεν μπορώ να ακολουθήσω τη συλλογιστική του, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν ξεχάσαμε να διασκεδάζουμε- κι αν ξεχάσαμε, το γεγονός ότι δεν παίρνουμε πια τόσο συχνά ταξί δεν το αποδεικνύει. Δώσε στον κάθε φοιτητή εκεί μέσα από ένα 50άρικο, και θα σου πω εγώ τι έχει να γίνει. Παρόλα αυτά, αντί να επιτεθώ ευθέως στον παραλογισμό, αρχίζω να μουρμουράω τις βαρετές μου κοινοτοπίες περί φαύλου κύκλου της ύφεσης: «ξέρετε, εγώ για παράδειγμα έβγαλα ένα μεροκάματο απόψε, πήγα μετά, ήπια μια μπύρα, και περίσσεψε και κάτι, οπότε γυρνάω τώρα με ταξί. Όταν δεν έχει όμως μεροκάματο για μένα, δεν έχει ούτε για τη σερβιτόρα μέσα, ούτε βέβαια και για σας. Με τη σειρά σας, δεν θα έρθετε στο μαγαζί που δουλεύω εγώ, και ούτω καθεξής».
«Εγώ που με βλέπεις», με αγνοεί, «με τον τάδε -τον ξέρεις τον τάδε;- είχαμε πάρει το δείνα κοψοχρονιά, κάτω στο Γκάζι, γιατί ο Χ που το είχε δεν μπορούσε να το δουλέψει. Λεφτά; Ναααα! Με τη σέσουλα. Τότε, Σάββατο βράδυ δεν μας έφταναν τα ποτά και τα λουλούδια. Κι ανοιχτήκαμε, κατέληξα σύνολο με δεκατέσσερα μαγαζιά να έχω πάρε-δώσε, δημόσιες σχέσεις και τέτοια». Τι είναι τα «τέτοια», αναρωτιέμαι, αλλά δεν ρωτάω. Έτσι κι αλλιώς έχει πάρει φόρα. «Μετά άνοιξα και μια μεγάλη βιομηχανία, αλλά ήρθε η κρίση, μας τσάκισε. Και έφτασα εδώ που με βλέπεις, να κάνω τον ταρίφα».

 

Θυμάμαι τη συνέντευξη της Μαριώς, που μας έλεγε για την ασύλληπτη σπατάλη στα μαγαζιά τη δεκαετία του ’80- εκατομμύρια δραχμές κάθε βράδυ μόνο για σπασμένα πιάτα και αναποδογυρισμένα τραπέζια.. Θα περίμενε κανείς να μπορούμε πλέον να κοιτάξουμε στο παρελθόν και να αναγνωρίσουμε την αρρώστια της υπερκατανάλωσης, την υπερβολή στην οποία συμμετείχαμε (σχεδόν) όλοι για δεκαετίες. Χωρίς απαραίτητα να έχουμε βρει τη μαγική λύση για το μέλλον, θα έπρεπε να ξέρουμε πια ότι μπορούμε να περνάμε καλά χωρίς να κερνάμε όλο το μαγαζί, χωρίς να σκεπάζουμε τη Μαριώ με λουλούδια και σαμπάνιες, χωρίς να σκορπάμε δανεικά μηνιάτικα σε ένα βράδυ.

 

Συνειδητοποιώ ότι μετά από πέντε χρόνια ύφεσης και χιλιάδες συζητήσεις, δεν έχουμε αλλάξει καθόλου- γιατί δεν θέλουμε. Νοσταλγούμε τις «χρυσές εποχές» που παίρναμε τα καταναλωτικά δάνεια με ένα τηλέφωνο και είχαμε από πέντε πιστωτικές να φορτώνουμε με άτοκες δόσεις. Κι αν σήμερα μετράμε τα ψιλά για να πάρουμε το μετρό, δεν φταίμε εμείς: «ήρθε η κρίση», λέει, «και μας τσάκισε». Περιμένουμε όταν περάσει η κρίση, να επιστρέψουμε στα παλιά. Σε εκείνα τα ωραία χρόνια, που στις 5 το πρωί περίμενες ώρα στην Καλλιρόης, μπας και σε πάρει κανείς διπλοταρίφα για να σε πάει Πατήσια μέσω Βύρωνα («έλα, έλα, φιλαράκι, βολεύει – εδώ δίπλα πάει η κοπελιά»).

ΥΓ. Σε άλλα νέα, στη διαγραφή όλων των προφίλ των βουλευτών και άλλων στελεχών της Χρυσής Αυγής προχώρησε το Facebook, για παραβίαση της πολιτικής του δικτύου κατά της βίας, του ρατσισμού και του φασισμού. Η Χ.Α. κάνει λόγο για λογοκρισία και ορισμένοι βουλευτές της προσέφυγαν στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Μάλλον ξέχασαν το κουμπάκι «αποδέχομαι τους όρους», που πάτησαν κατά την εγγραφή τους. Το Σύνταγμα, αλήθεια, δεν έχει κι αυτό ένα τέτοιο «κουμπάκι» που πατάς όταν γίνεσαι βουλευτής; «Όρκο» ή κάπως έτσι…

Σχόλια

X