Σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα στον Κεραμεικό. Σίγουρα, όμως, ήταν από τις λίγες φορές που άρχισα να παρατηρώ τον περιβάλλοντα χρόνο. Πιθανότατα, βέβαια, να βοήθησε σ’ αυτό μια οπτική περιέργεια που μπορεί να γεννούσε η κάμερα που κουβαλούσα στην πλάτη.

Επηρεασμένος, μάλλον, από κάποιες αρχιτεκτονικές ανησυχίες που με γυρόφερναν τον τελευταίο καιρό, άρχισα να παρατηρώ σπίτια, γκρεμίσματα, δρόμους και μάντρες. Μέχρι και σκουριασμένα σύρματα. Το μόνο που δεν παρατηρούσα ήταν τα καφενεία, τα μπαράκια και τον (πολύ) κόσμο που έμπαινε μπροστά μου.

Για να είμαι ειλικρινής το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν πως διάολο θα μπορούσε να δέσει σ’ αυτό το ιδιόμορφο αστικό τοπίο τούτη η περίεργη αρχιτεκτονική συμπλοκή κτιρίων με διαφορετικές αρχιτεκτονικές αναφορές.

Όψεις που παρέπεμπαν, μάλλον, σε μια ύστερη εποχή του ρεαλισμού, με τα ακροκέραμα και τα ψιλά παράθυρα να προσπαθούν να συνδέσουν μια φαντασιακή εποχή με τον Αθηναϊκό ρεαλισμό προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Και που και που να ξεφυτρώνουν κάποιες ψευτοbauhaus προτάσεις του μεσοπολέμου, απ’ αυτές που σε κάνουν να αδιαφορείς για την όψη, παρά να εστιάζεις το βλέμμα σου με προσοχή.

Κοντά σ’ αυτά κάποια σπαρμένα μηχανουργία, έτσι, για να ποτίζουν την εικόνα με την (ημι)βιομηχανική έκρηξη του ’50, παραμορφωμένα από το πέρασμα του χρόνου: Σκουριασμένες πόρτες ανάμεσα σε κακοχτισμένους τσιμεντόλιθους. Και λίγο μετά, κάποια γκρεμίσματα που το μόνο που είχε απομείνει ήταν μια ξύλινη ντουλάπα χωμένη στο ντουβάρι του ενός μέτρου ή κάνα δυο μέτρα τοίχου έτοιμου να δεχτεί παρεμβάσεις.

Τούτη η συμπλοκή, ξερή και άδεια, τελικά δεν μου έλεγε τίποτα. Η σύνθεση (άδεια ή γεμάτη) θα μπορούσε να αφήσει από αδιάφορο έως… αδιάφορο. Και όμως, καθώς περπατούσα υπήρχε κάτι που μου άρεσε. Ήταν οι χρωματισμένες σκιές στους τοίχους.

Μορφές που σε καταλάβαιναν και τις καταλάβαινες γιατί εσύ όριζες το πεδίο της επικοινωνίας. Μορφές που παρέθεταν, με τρόπο μοναδικό, μικρές και μεγάλες ιστορίες ανάμεσα σε σκιές και χρώματα. Μορφές που συνέδεαν τις γωνίες σκυροδέματος με την σκουριά μιας σάπιας πόρτας. Μορφές που θύμιζαν παλιούς και καταστροφικούς έρωτες. Μορφές που κάπνιζαν κάτω από μικρά μπαλκόνια, που έβγαζαν κραυγές, που μισούσαν του φασίστες, που καθρέφτιζαν την ασχήμια του συστήματος.

Και ήταν όλες αυτές οι μορφές που αναδιαμόρφωναν και μετασχημάτιζαν το χώρο. Και ήταν όλες αυτές οι μορφές που «ανάγκασαν» το χώρο να αποκτήσει συνοχή και (μορφική) συνέχεια, μέχρι που αυτή απορροφήθηκε από τις ίδιες τις χρωματιστές σκιές. Και οι σκιές πιάστηκαν στα φωτογραφικά κλικ της στιγμής, λίγο πριν ξεθωριάσει η μέρα…

Σχόλια

X