Oι τελευταίες ημέρες κύλησαν με μπόλικο κρύο και παγωνιά, όμοια με αυτή που έχουμε συνηθίσει να συναντάμε, τουλάχιστον στη χώρα μας, τον χειμώνα… Τι καλύτερο υπάρχει όμως, από μία συζήτηση με τον Βαγγέλη Μαρκαντώνη σε μία ζεστή καφετέρια, έχοντας να απολαύσεις μία ακόμα πιο ζεστή σοκολάτα και το κυριότερο να βιώνεις την αίσθηση της εισχώρησης σε μία… Ξένη Γη.

Όπως ακριβώς ονομάζεται δηλαδή το νέο του άλμπουμ, το οποίο είναι το πρώτο του προσωπικό, μετά από μία μακρόχρονη και καθ΄ όλα επιτυχημένη πορεία με την Ανοιχτή Θάλασσα. Ο ίδιος μίλησε στον 3point για τον καινούριο του δίσκο, την ιστορία που κρύβει κάθε κομμάτι από πίσω, τους λόγους που αποφάσισε να πορευτεί διαφορετικά, τη συνεργασία του με τον Κώστα Αντωνιάδη των GAD και για το ρόλο της μουσικής στο σήμερα.

Μετά από μία μεγάλη πορεία με την «Ανοιχτή θάλασσα», ποιοι ήταν οι λόγοι που σε οδήγησαν στο να αποφασίσεις να αλλάξεις σελίδα και να προχωρήσεις διαφορετικά;

«Έχετε μπαταρία; Κάνω μεγάλες παύσεις!»

(γέλια) Έχουμε, έχουμε. Ήρθαμε καλά προετοιμασμένοι, υπάρχει και άλλη συσκευή αν χρειαστεί!

«Λοιπόν που λέτε, ήμασταν μαζί 13 χρόνια με την ανοιχτή θάλασσα, βγάλαμε τρία άλμπουμ εκ των οποίων είχα γράψει το μεγαλύτερο ποσοστό σε μουσική και στίχους… Τα τελευταία χρόνια είχε χαθεί όμως εντελώς η επικοινωνία μεταξύ μας, δεν υπήρχε κανένα κοινό πεδίο συνεννόησης ούτως ώστε να φτιάξουμε κάτι μαζί. Δεν υπήρξαν ιδιαίτερα δυσάρεστες καταστάσεις και ουσιαστικά αποφασίστηκε σχεδόν …από μόνο του, το ότι δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε και μοιραία διαλύθηκε η φάση.

Ούτε χάρηκα, ούτε στεναχωρήθηκα… Ήθελα όμως να είμαι μόνος μου τελείως στα αμέσως επόμενα live. Η βασική αλλαγή, ήταν ότι επειδή στην Ανοιχτή Θάλασσα έπαιζα μπάσο, δεν μπορούσα να βγαίνω μόνος μου να παίζω μπάσο. Θα ήταν κάπως βαρετό! Άρχισα λοιπόν να μαθαίνω κιθάρα. Επειδή όμως ήθελα να γράψω τραγούδια, να αλλάξω στιχουργικά και συνολικά τον ήχο, ήταν μία ενδιαφέρουσα διαδικασία. Δηλαδή το πώς θα ηχογραφούσα τα όργανα, τη φωνή μου, το πώς θα τα έπαιζα ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ. Ξεκίνησα από την αρχή, χωρίς να ξέρω που ήθελα να καταλήξει αυτή η προσπάθεια, στην πορεία κατάλαβα και πιστεύω ότι πλησίασα αρκετά το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί…»

Πού ήθελες να καταλήξεις; Ποιος ήταν ο στόχος σου με αυτόν τον δίσκο και τι ήθελες να εκφράσεις μέσω αυτού;

«Νοηματικά δεν ήθελα να εκφράσω απολύτως τίποτα! Δεν πιστεύω πια σε αυτό το πράγμα καθόλου… Δηλαδή επιδιώκω, με πάθος, να μην είμαι δέσμιος του νοήματος, στιχουργικά εννοώ πάντα, αφετέρου ηχητικά,αυτό που ήθελα να κάνω είναι πολύ κοντά σε αυτό που βγήκε. Ήθελα έναν ήχο που να είναι βασισμένος σε πολλές ακουστικές κιθάρες, να έχει ένα σταθερό μπιτ, χωρίς πολλά break και πολλές υψηλές συχνότητες από τα κρουστά. Να είναι ένα λιτό και στιβαρό δημιούργημα. Το λιτό το πέτυχα, το στιβαρό το πλησίασα αρκετά. Κάπως έτσι θέλω να είναι και ο επόμενος δίσκος”.

Είχε αναφέρει η Sofita σε συνέντευξη που μας παραχώρησε προ ολίγων ημερών, ότι της αρέσει που συνδυάζεις και παραδοσιακά στοιχεία μουσικής και πιο σύγχρονα, κάτι που αρέσει και σε μας..

«Δεν θα τη διαψεύσω, απλώς δεν είναι κάτι που κάνω εσκεμμένα… Όταν γράφω ένα τραγούδι, αυτό το οποίο μ’ αρέσει είναι να λειτουργώ σαν ακροατής, να ικανοποιήσω δηλαδή τα αυτιά μου και την ανάγκη μου να ακούσω κάτι. Δεν υπάρχει κάποια πρόθεση να συγκεράσω διαφορετικά είδη. Είναι μία αρκετά πιο αυθόρμητη διαδικασία”.

Θα σε ικανοποιούσε να βγάλεις ένα αποτέλεσμα, το οποίο θα ικανοποιούσε πρώτα από όλα εσένα ή τον εκάστοτε ακροατή;

«Θα σου πω… η πρόθεση μου από τη στιγμή που ηχογραφώ ένα υλικό και συνηγορώ στο να γίνει ένα εμπορικό προϊόν για το οποίο θα δώσει κάποιος λεφτά να το αγοράσει, θέλω να είναι αρεστό σε όσο περισσότερο κόσμο γίνεται και προσπαθώ μέσα από τα live να συστήσω αυτό που κάνω. Προφανώς μ’ ενδιαφέρει ν’ αρέσει. Όμως με την Ανοιχτή Θάλασα επειδή λειτουργούσα μέσα μία ομάδα πολλά χρόνια, η οποία ήταν ετερόκλητη, προσπαθούσα όπως και οι υπόλοιποι να πάω πάσο, προκειμένου να ικανοποιηθούν όλοι, όμως τελικά έβγαινε ένα αποτέλεσμα, το οποίο δεν ικανοποιούσε κανέναν! Με αποτέλεσμα να παίζω τα τραγούδια μας και να μην νιώθω όμορφα. Για μένα λοιπόν πρωτίστως αυτό το οποίο είχε σημασία ήταν να φτιάξω ένα ηχητικό τοπίο, μέσα στο οποίο θα ένιωθα άνετα και ωραία να παίζω τα τραγούδια μπροστά σε κόσμο.

Αυτό το κατάφερα… Πλέον νιώθω άνετα. Αντίθετα παλιά δεν ένιωθα άνετα επειδή δεν τα είχα επεξεργαστεί σαν ακροατής, λειτουργούσα σαν ένα τύπος που ήθελε να κατασκευάσει κάτι και φαίνεται αυτό. Όταν ακούω δίσκους που είχαμε κάνει με την Ανοιχτή Θάλασσα βλέπω συνθετικά την προσπάθεια μου να κατασκευάσω κάτι. Πλέον μου βγαίνει πιο αυθόρμητα… Ότι ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ αυτού που παίζει στη σκηνή και αυτού που ακούει, έχει ειπωθεί εκατομμύρια φορές, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα”.

Θεωρείς ότι θα μπορούσατε να’ χατε πετύχει με την Ανοιχτή Θάλασα κάτι καλύτερο ή να είχατε πετύχει κάτι παραπάνω;

«Δεν σκέφτομαι γενικά με αυτό τον τρόπο…Είχαμε μία ανορθόδοξη πορεία. Στην αρχή, στα πρώτα τρία χρόνια έγινε ένα μπαμ.Παίζαμε cover και κάποια δικά μας τραγούδια, με αποτέλεσμα να έχουμε πολύ επιτυχημένα σε προσέλευση κόσμου live. Στη συνέχεια όμως έγιναν κακές επιλογές και ερήμην των υπολοίπων, θα τις χρεωθώ εγώ. Εγώ έπαιρνα άλλωστε περισσότερο τις αποφάσεις. Δεν νομίζω πάντως ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι παραπάνω… Ούτε έχω κάποια πικρία ή απωθημένο…”

Ας επιστρέψουμε πάλι στο νέο σου άλμπουμ. Κάθε κομμάτι τελικά κρύβει από πίσω του και μία ιστορία;

«Αυτό με τις ιστορίες ξεκίνησε όταν άρχισα να παίζω τα πρώτα τραγούδια. Ήταν αδισκογράφητα, τα άκουγε ο κόσμος για πρώτη φορά, έπαιζα μόνο αυτά συν κάποια παλαιότερα, αυτός ήταν ο βασικός κορμός του προγράμματος. Έλεγα λοιπόν τις ιστορίες αυτές για να προσπαθήσω και εγώ να τοποθετηθώ κάπως σε αυτό που έκανα. Πολλά τραγούδια άλλαξαν μέσα από αυτή τη διαδικασία. Οι ιστορίες έγιναν λειτουργικό μέρος του προγράμματος. Οι ιστορίες είναι αληθινές τις περισσότερες φορές, άσχετα με το αν έχουν συμβεί στην πραγματικότητα. Συνθέτω με βάση όνειρα που έχω δει ή μου κολλάνε λέξεις, τις σκέφτομαι συνέχεια και αποκτούν ένα άλλο νόημα».

Ποια είναι η αγαπημένη σου ιστορία;

«Η αγαπημένη μου ιστορία είναι αυτή που σχετίζεται με το «χτύπα το πιάνο”. Είναι και το αγαπημένο μου τραγούδι από αυτά τα 13 κομμάτια. Κοντά από εκεί που μένω, είχαν αφήσει στο πεζοδρόμιο ένα πιάνο. Για κάποιο λόγο ένιωσα άβολα που το είδα έτσι. Ήταν καλοκαίρι και γυάλιζε και ήταν πάρα πολύ παλιό. Με σκανδάλιζε λοιπόν η παρουσία του στο πεζοδρόμιο, ήταν κάτι περίεργο. Εν τω μεταξύ ένας τύπος με ένα τρίκυκλο, το τσέκαρε για να το «βουτήξει» και εμένα μου κακοφαινόταν.

Λέω γιατί να το πάρει; Και καθόμουν εκεί πέρα μέχρι να φύγει. Φοβήθηκα μην το πάρει, ένιωσα μία κτητική διάθεση απέναντι σε αυτό το πιάνο και του «βούτηξα» τα πλήκτρα, τα οποία έχω ακόμα… τα κράτησα. Κάποια στιγμή πέρασα και δεν το είδα. Τότε φαντάστηκα ότι το έχει πάρει μία γυναίκα, την οποία τη θέλω και ο τρόπος για να τη βρω είναι να την ακούσω να χτυπά δυνατά το πιάνο.

Έχεις σκεφτεί να βγάλεις δίσκο που σταδιακά να εκτυλίσσεται μία ιστορία μέσω των τραγουδιών;

«Στο «Μην περιμένεις πια τον πόλεμο», τον δίσκο δηλαδή που βγάλαμε με την Ανοιχτή Θάλασσα το 2004 φτιάξαμε ένα καθαρά πολιτικό δίσκο. Δηλαδή ότι είναι μία δύσκολη κατάσταση, ότι κάτι πρέπει να κάνουμε και τα σχετικά. Αρκετά τραγούδια από εκεί μου αρέσουν, αλλά όταν τελείωσε αυτή η δουλειά, ένιωσα σαν να είχα φάει ένα θρεπτικότατο φαγητό, το οποίο ήταν όμως άνοστο! Δεν θα ήθελα να ξαναγράψω κάτι που θα είναι δέσμιο του νοήματος. Δεν μου αρέσει ο καταγγελτικός στίχος.

Δεν μου αρέσει καθόλου το θέμα της ομαδοποίησης εμείς και οι άλλοι. Και εμείς οι αδύναμοι κάποτε θα τους νικήσουμε. Αυτό το οποίο μου αρέσει είναι να περιγράφω εικόνες, να κυλάνε οι στίχοι και να δημιουργούν μία διάθεση, που να μην ξέρεις ακριβώς τον λόγο που νιώθεις αυτό που νιώθεις. Νομίζω λοιπόν ότι κάτι τέτοιο θα με περιόριζε πολύ. Ο επόμενος δίσκος θέλω να είναι περισσότερο με ηλεκτρικές., ρυθμικά παρόμοιο, όμως με πολύ λίγα λόγια και να είναι μικρά τα τραγούδι, τρίλεπτα…”

Σου αρέσει να δοκιμάζεις καινούρια πράγματα;

«Είναι διαφορετικοί πολύ ο ένας δίσκος από τον άλλο. Δεν ξέρω αν μπορώ να επαναλάβω το στυλ δουλειάς ενός δίσκου και δεν θέλω κιόλας δηλαδή…”

Ποιος είναι ο λόγος που δεν θέλεις να ασχοληθείς εκ νέου με ένα δίσκο πολιτικού περιεχομένου; Τι είναι αυτό το οποίο σε ενοχλεί τόσο πολύ;

Γενικά όλοι γνωρίζουμε τι συμβαίνει ή ό,τι τουλάχιστον υποτίθεται ότι συμβαίνει στη χώρα.Θεωρώ πως δεν υπάρχει λόγος και ελπίδα να κάνω κάτι τέτοιο. Δεν πιστεύω ότι ένα τραγούδι έχει τη δυνατότητα να αλλάξει κάτι δραματικά. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να προκαλέσει ένα καλό ερώτημα. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί όμως να δώσει απάντηση σε κάτι, ίσως να γίνει ένα χαζό σύνθημα στα χείλη ηλιθίων. Προς το παρόν μας αξίζει να έχουμε υπουργούς, ανθρώπους που είναι δηλωμένοι φασίστες.

Πριν 10 χρόνια είχαμε βουλευτή τον …αστυνόμο Θεοχάρη, αν θυμάστε, που ήταν καθαρά μια καρτουνίστικη φιγούρα καθαρά φασιστικών προδιαγραφών. Είναι κλασικό πάτερν φασιστικής νοοτροπίας ό,τι ξεκινάει ως φάρσα να καταλήγει εφιάλτης… Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα του Παπανδρέου, αλλά των 10.000.000 ανεύθυνων που αντί για δέκα καλοκαίρια πριν, κατέβηκαν στο δρόμο τώρα. Δεν θέλω να αφιερώσω ούτε ένα δευτερόλεπτο παραπάνω για να κάτσω να κάνω αυτό το πράγμα τραγούδι. Δεν είναι δική μου δουλειά. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι να νιώθω ωραία μέσα σε αυτό που κάνω.

Πλήττω αφόρητα με αυτό το είδος της τέχνης, του τύπου στα έλεγα εγώ. Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο δεν νομίζω ότι το τραγούδι έχει κάποια σχέση με αυτό το πράγμα. Ίσα-ίσα το καταγγελτικό τραγούδι και η σάτιρα σε αυτές τις περιπτώσεις ενδέχεται να παίξουν πάρα πολύ παραπλανητικό ρόλο. Να δημιουργήσουν μία αίσθηση ξαλαφρώματος. Να γίνουν μια βαλβίδα ασφαλείας. Είναι μία λίγο σκοτεινή οπτική,λίγο αδιέξοδη. Η κατάσταση η ίδια είναι αδιέξοδη. Δεν μπορώ να συγκινηθώ με την μαζική κινητοποίηση εκατομμυρίων, η οποία έχει να κάνει με τις μεσοπρόθεσμες βιοτικές ανάγκες και όχι με την ουσιαστική ποιότητα ζωής. Σχολιασμοί τέτοιων καταστάσεων το πολύ πολύ να γίνουν ατάκες τύπου Λαζόπουλου, άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε δηλαδή. Εμείς είμαστε οι καλοί και οι «άλλοι» πάντα οι κακοί…

Ουσιαστικά την ευθύνη γι αυτό το δράμα που βιώνουμε αυτή τη στιγμή δεν την έχω εγώ, δεν την έχει ο Σαβιδάκης, ούτε ο Νίνο, ούτε η Ελεονώρα Ζουγανέλη, ούτε ο Διονύσης Σαββόπουλος… Την ευθύνη την έχει η Κοινοβουλευτική Αριστέρα,η οποία δεν έχει σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά και όλοι μας που δεν κάναμε ποτέ μια ουσιαστική προσπάθεια να βρούμε μια λύση μέσα στις δυνατότητες που μας δίνει το ίδιο το πολίτευμα, αλλά αυνανιζόμαστε φαντασιώνοντας μαγικές λύσεις σε προβλήματα που καλά καλά δε γνωρίζουμε. Η πολιτική στους πολιτικούς και όχι στους καλλιτέχνες και όσες φορές καλλιτέχνες προσπάθησαν , πολύ λίγοι γλίτωσαν τη γελοιοποίηση….»

Στον δίσκο υπάρχει ένα κομμάτι, το 20 ζωές ηχογραφημένο δύο φορές μία ακουστικά με διαφορετικό τρόπο, ποιος ήταν ο λόγος;

«Δεν υπάρχει κάποιος λόγος ιδιαίτερος. Υπάρχουν μερικά live που παίζω την μία εκτέλεση ή την άλλη και κάποιες φορές και τις δύο. Ο λόγος είναι ότι τα αντιμετωπίζω σαν δύο διαφορετικά τραγούδια.Μου προέκυψαν και με τους δύο τρόπους και δεν μπορούσα να αποφασίσω, ποιο θα κρατήσω. Έπειτα λειτουργώ λίγο ψυχαναγκαστικά, ήθελα να είναι 13 τραγούδια».

Προληπτικός από την αντίθετη μεριά;

«Όχι προληπτικός δεν είμαι καθόλου. Προληπτικός είναι μία υποκατηγορία ενός ψυχαναγκαστικού ατόμου. Αυτό πιστεύω ότι είναι ένα σύμπτωμα που έχεις τις ρίζες του από τα παλιά. Έχει να κάνει με την ανάγκη του ανθρώπου να απευθύνεται κάπου έξω από αυτόν για να πάρει δύναμη. Παλαιότερα τα είχαμε έτοιμα, σου έλεγε η εκκλησία θα κάνεις τόσες μετάνοιες για παράδειγμα. Τώρα πια αυτά δεν είναι της μόδας, ο καθένας βρίσκει τα δικά του, τις δικές του μετάνοιες. Έχω υπάρξει ψυχαναγκαστικός. Σε μικρή ηλικία ήμουν τίγκα στα ψυχαναγκαστικά, δεν τα πήγαινα και καλά με τα κορίτσια(γέλια!). Μετβρήκα κοπέλα και μου πέρασε!!!»
Πρώτα γράφεις του στίχους ή την μουσική;

«Πρώτα όλους τους στίχους και μετά την μουσική».

Δηλαδή ανάλογα με το συναίσθημα που θέλεις να βγάλεις μέσω των στίχων σου, ταιριάζεις ανάλογα και τις μελωδίες, ή όχι;

«Δεν θέλω να βγάλω κάποιο συναίσθημα. Ήμουν και είμαι μπασίστας και τραγουδιστής. Με την Ανοιχτή Θάλασσα έγραφα την αρχική μελωδία και στη συνέχεια διαμορφώνονταν τα κομμάτια. Άρχισα σιγά-σιγά να παίζω κιθάρα. Επειδή όμως δεν ήξερα να παίζω κιθάρα και έπρεπε να μάθω και να τα υποστηρίζω όλα τα κομμάτια μόνος μου, έβρισκα διάφορους τρόπους να παίζω μόνος και διάφορες κιθάρες, με τις οποίες έπαιζα διαφορετικά πράγματα στην κάθε μία. Αλλάζω τα κουρδίσματα και δεν ξέρω καλά-καλά τι ακόρντα έχουν τα τραγούδια μου! Δεν ακολουθώ κάποια μέθοδο. Ακούγεται οξύμωρο, όμως ξέχασα τα λίγα που ήξερα από θεωρητική άποψη και οτιδήποτε κάνω το κάνω τελείως αυθόρμητα. Δε «θέλω» να κάνω κάτι. Θέλω να συμβεί κάτι κι εγώ να είμαι μέρος του”.

Όταν γράφεις τα κομμάτια σου, το κάνεις κατόπιν απόφαση του στυλ «ότι τώρα θα κάτσω να δουλέψω» ή επιλέγεις και στη συγκεκριμένη περίπτωση να ακολουθήσεις την οδό του αυθορμητισμού;

«Έχω πολύ καλή μνήμη. Μερικές φορές τα γράφω στο μυαλό μου, τα σκέφτομαι τα αποτυπώνω και μετά κάποια στιγμή κάθομαι και τα γράφω και στο χαρτί. Βλέπω ένα όνειρο και γράφω τι όνειρο είδα. Σκέφτομαι φράσεις και λέξεις και τις απομονώνω… Δεν υπάρχει ωράριο και προγραμματισμός σ’ αυτό».

Η συνεργασία με τους GAD πως προέκυψε;

«Ήξερα τον Κώστα και τον Αντώνη από παλιά. Κάποια στιγμή άκουσα το Waves και μου άρεσε πάρα πολύ. Ήταν πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα το ότι οι δυο τους βρίσκονταν πίσω από αυτό. Μου αρέσει αυτό το είδος μουσικής. Το τραγούδι τώρα του δίσκου είναι η αγγλική μετάφραση του «έτσι παλιώνει η αγάπη» που είχα γράψει παλιά, αλλά δεν ήθελα να το τραγουδήσω εγώ. Μου βγήκε λοιπόν πολύ αυθόρμητα να το ζητήσω από το Κώστα να το τραγουδήσει. Του άρεσε πολύ, το ένιωσα δηλαδή ότι του άρεσε και το τραγούδησε. Είναι ένας πάρα πολύ καλός τραγουδιστής και γενικώς μ’αρέσει το πως διαχειρίστηκαν ο ίδιος και τα υπόλοιπα μέλη των GAD την επιτυχία τους».

Είσαι αυτό που λέμε, άνθρωπος των live;

«Μόνο αυτό μ΄ αρέσει. Να παίζω live. Εντάξει δεν λέω μ’αρέσει και η δουλειά που γίνεται στο στούντιο, αλλά είναι άλλη διαδικασία. Τα live είναι όμως αυτά που έχουν την μεγαλύτερη ουσία».

Πώς πάνε οι ζωντανές εμφανίσεις σου μέχρι τώρα;

«Καλά πάνε τα live. Είμαι στον Σαυρό του Νότου και τελειώνω στις 23 του μήνα. Μετά θα πάμε με την Joanna Drigo τέσσερις ημέρες στο Εδιμβούργο. Θα είμαι στο TRova την Τρίτη και 13 και βλέπουμε στη συνέχεια»

Το 13 είναι το αγαπημένο σου νούμερο;

«Όχι απαραίτητα αλλά η αλήθεια είναι ότι μ’αρέσει να υπάρχει ένας συσχετισμός με τους αριθμούς…»

Από τους καινούριους καλλιτέχνες, ποιους ξεχωρίζεις;

«Πολλοί νέοι καλλιτέχνες μου αρέσουν. Με το που έσκασε ο Freedom, υπήρξε η τάση να δημιουργηθεί μία σκηνή. Τα ιντερνετικά ραδιόφωνα ακόμα θέλουν πολύ περισσότερο χρόνο, υπάρχει βέβαια ελπίδα. Δημιουργήθηκε μία σκηνή λοιπόν και εγώ είμαι λίγο έως αρκετά μεγαλύτερος από αυτούς που την αποτελούν, αφετέρου λογαριάζομαι ως νέο πρόσωπο, καθώς τώρα βγαίνω με το όνομα μου.

Και είδα με πάρα πολύ μεγάλη χαρά, ότι υπάρχουν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν σοβαρά τα πράγματα και δίνουν προσοχή στον ήχο τους. Δεν δημιουργήθηκε τελικά βέβαια μία σκηνή, αλλά έχουν υπάρξει μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων που αποτελούν ιδιαίτερα αξιόλογες περιπτώσεις. Αναφέρομαι καταρχάς σε αυτούς οι οποίοι βρίσκονται πιο κοντά σε αυτό που κάνω, που νιώθω μία μεγαλύτερη συγγένεια προς αυτό. Μ’ αρέσει λοιπόν, ο Ρους πολύ, ενώ αγαπημένη μου καλλιτέχνης αυτής της φάσης είναι η Joanna Drigo. Μ’αρέσουν ακόμα η Μαρκέλλου και ο Μπαλάφας. Αυτούς έχω τουλάχιστον τώρα στο μυαλό μου”.

Μία τελευταία ερώτηση… Θεωρείς πως είναι δύσκολο για έναν καλλιτέχνη να προωθήσει τη δουλειά του; Γενικά πρόκειται για ένα δύσκολο επάγγελμα;

«Θα σου απαντήσω με πολλά λόγια (γέλια). Αυτή η ιστορία έχει να κάνει με την αγάπη για την μουσική. Το πως θα ρυθμίσω τον ενισχυτή, δεν είναι κάτι που μου κάνει εύκολη τη ζωή. Το να αγοράσω πέντε διαφορετικές φυσαρμόνικες δεν έχει να κάνει με την χρησιμότητά τους. Με είχε ρωτήσει μία φίλη αν μου χρειάζεται μία κιθάρα που σκόπευα να αγοράσω. Της απάντησα ότι η ομορφιά αυτού του πράγματος είναι ακριβώς στο ότι δεν το χρειάζεσαι! Δεν μπορώ να σου πω αν είναι δύσκολο ή όχι. Δύσκολη δουλειά είναι μία που δεν θες να την κάνεις και αναγκάζεσαι να την κάνεις.

Επίσης υπάρχουν διάφορα εργαλεία όπως το Facebook ή το Youtube, που μπορείς μέσω αυτών να προωθήσεις τη δουλειά σου, ενώ ταυτόχρονα η κατάρρευση του κατεστημένου των εταιρειών, το οποίο αναδείκνυε πράγματα αλλά έθαβε άλλα, δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να πορεύεται μόνος του. Είναι γκρίνια και μιζέρια να σκέφτεσαι έτσι, ότι δηλαδή τα πράγματα είναι δύσκολα κτλ.. Είμαι ευχαριστημένος, έχω την μπάντα μου, έχω χώρο να παίξω, έρχεται κόσμος να με ακούει, έγινα ηχολήπτης και ηχογράφησα στο σαλόνι του σπιτιού μου το νέο δίσκο. Τι άλλο να θέλω; Δεν έχω λεφτά. Αλλά και ποιος έχει;

Δεν είναι δύσκολο, αν το θέλεις το καταφέρνεις, είναι πολύ πιο εύκολο από ότι παλαιότερα και δεν έχω ανάγκη κανέναν και περνάω και ωραία. Μιλάω με αυτό τον τρόπο γιατί έχω βαρεθεί να ακούω ότι είναι δύσκολα.. Τράβα και κάνε άλλη δουλειά αν σου φαίνεται δύσκολη αυτή. Για να πούμε ότι είσαι μάγκας δηλαδή μας λες ότι είναι δύσκολα τα πράγματα;

Τώρα που η γκλαμουριά και η πόζα έχει πεθάνει μαζί με την ιδιωτική τηλεόραση γύρισε στην πηγή της η μουσική. Δηλαδή στις ζωντανές εμφανίσεις. Όποιος έχει να πει κάτι μπορεί να επιβιώσει».

Κώστας Παπαντωνίου & Μαρία Πακτίτη

Σχόλια

X